Στεναχωρήθηκα όπως καταλαβαίνεται με όσα μου συνέβησαν εκείνη την ημέρα, όταν μεταφέροντας τον διοικητή μας στο Λιτόχωρο όπως αναφέρω στο προηγούμενο θέμα, δέχτηκα απ’ αυτόν πενθήμερη φυλάκιση, για την κατά ένα λεπτό καθυστέρηση της αποστολής μου.
Το ξέχασα γρήγορα όμως και όπως πάντα, την επομένη κιόλας το πρωί ήμουν στην θέση μου έτοιμος και με διάθεση να ανταποκριθώ στην υπηρεσία μου, αυτήν που με ήθελε οδηγό στις διαταγές των Αμερικανών.
Όπως κάθε μέρα λοιπόν, έτσι και εκείνο το πρωινό βρέθηκα κάτω από το Αμερικάνικο προξενείο στην Θεσσαλονίκη και περίμενα να επιστρέψει ο Αμερικάνος στρατιώτης, από εκεί που πήγε να παραδώσει την επίσημη και ημερήσια αναφορά τους.
Περιμένοντας μέσα στο αυτοκίνητο όμως, μου ήρθε η επιθυμία να φάω κάτι γλυκό, γι’ αυτό και πήγα στο γωνιακό γαλακτοπωλείο προκειμένου να πάρω από εκεί μια φρέσκια πάστα, από αυτές που είδα να βγάζει ο ζαχαροπλάστης μέσα απ’ το εργαστήριό του.
Το γαλακτοπωλείο ήταν από εκείνα τα παλιά, όπου μπορούσες να καθίσεις σε ένα από τα τραπεζάκια του και να φας κάτι γλυκό, ή να πιείς ένα καφέ αν ήθελες, όπως άλλωστε είδα να κάνουν και εκείνοι οι τέσσερις παππούδες που έδειχναν ότι ήταν παρέα, γιατί ήταν καθισμένοι στο ίδιο τραπέζι εκείνη την ώρα.
Με είδαν αυτοί όταν μπήκα μέσα, γι’ αυτό και αμέσως σχεδόν τους θύμισε η παρουσία μου τα χρόνια που και αυτοί ήταν στρατιώτες, γιατί άκουσα κάποιον απ’ αυτούς να λέει αναπολώντας.
– Ά ρε. Τι μου θύμισε τώρα αυτός ο φαντάρος. Έτρεχα φωνάζοντας αέρα στο Πόγραδετς, όταν με τους στρατιώτες μου πήραμε τότε φαλάγγι τους Ιταλούς και δεν καταλάβαινα αν έτρεχα σε ανήφορο, ή σε κατήφορο. Και τώρα; Όπως κατάντησα, δεν ξέρω αν έχω ή δεν έχω πόδια, αφού αυτά δεν τα αισθάνομαι.
Γέλασαν οι της παρέας του όταν άκουσαν αυτά που έλεγε ο στρατιωτικός που θυμήθηκε τα νιάτα του, ενώ εγώ που άκουγα όσα έλεγε εκείνος, έψαχνα απεγνωσμένα μέσα μου να βρω λέξεις στα Αγγλικά και δεν το μπορούσα, προκειμένου να συντάξω μια πρόταση, με την οποία να ζητήσω μια πάστα από τον ζαχαροπλάστη.
Από κεκτημένη ταχύτητα λοιπόν και από το άγχος που είχα να συνεννοηθώ εκείνη την ημέρα με τον νεοφερμένο Αμερικάνο στρατιώτη στην μονάδα τους, αυτόν που είχα μαζί μου και πήγε να παραδώσει την αναφορά τους όπως είπα, δεν πρόλαβα να επαναφέρω τον εαυτό μου έτσι όπως μπήκα στα γρήγορα μέσα στο γαλακτοπωλείο, γι’ αυτό και έψαχνα ακόμη να βρω λέξεις στα Αγγλικά, μεταφέροντας δηλαδή το πρόβλημά μου εκεί που δεν χρειαζόταν.
Όπως ήταν λογικό όμως, δεν καταλάβαινε ο ζαχαροπλάστης τι του έλεγα, αφού αυτά που άκουγε δεν ήταν Ελληνικά. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που ζήτησε να τον βοηθήσουν οι πελάτες του.
– Τι θέλει ρε παιδιά;
Όπως και το ανέφερα αυτό, είχα πολύ μεγάλο πρόβλημα με τα Αγγλικά που δεν ήξερα, γι’ αυτό και ζοριζόμουν πολύ όταν ήθελα να συντάξω μια πρόταση, στην προσπάθεια μου να πω κάτι σε όποιον από τους Αμερικάνους στρατιώτες είχα μαζί μου.
Σεβόταν βέβαια αυτοί τις προσπάθειες μου, αλλά και γελούσαν με τον τρόπο που εγώ τα έλεγα, ενώ πολύ απορούσαν, για το πως εγώ καταλάβαινα πολύ καλά, όλα όσα αυτοί έλεγαν στην γλώσσα που εγώ δεν ήξερα.
Αυτό κι εγώ δεν μπορούσα να το εξηγήσω, αλλά καταλάβαινα όντως πολύ καλά όσα άκουγα στα Αγγλικά. Αυτήν την δυνατότητα την διατήρησα και στην μετέπειτα ζωή μου, γι’ αυτό και πολλές φορές την χρησιμοποίησα όταν και εφόσον οι συνθήκες μου το επέβαλαν.
Εκείνη την ημέρα όμως στο γαλακτοπωλείο που καταλάβαινα όσα έλεγε ο παππούς στρατιωτικός στην μητρική μου γλώσσα, τα καταλάβαινα γιατί ήταν το ίδιο καθαρά όπως και τα Αγγλικά που δεν ήξερα.
Με παρέσυρε το άγχος λοιπόν και αφού μπέρδεψα τον χώρο που ήμουν εκείνη την στιγμή και νομίζοντας ότι απευθύνομαι σε Αμερικανούς, προσπαθούσα να πω στα Αγγλικά αυτό που ήθελα. Μια πάστα δηλαδή από αυτές που είδα να βγάζει φρέσκες ο ζαχαροπλάστης από το εργαστήριο του.
Σάστισε όμως αυτός ακούγοντας εκείνα τα ακαταλαβίστικα που του έλεγα εγώ, γι’ αυτό και επανειλημμένα ζητούσε βοήθεια από τους πελάτες του, αν κάποιος απ’ αυτούς βέβαια το μπορούσε.
Αφού δεν γινόταν διαφορετικά, σηκώθηκε πρόθημα ο στρατιωτικός από την καρέκλα του προκειμένου να κάνει αυτός τον διερμηνέα κι αυτός πάλι έλεγε κάτι στα Αγγλικά όπως αυτά που θα έλεγα εγώ και έτσι όλοι μαζί προσπαθούσαμε να καταλάβουμε, τι ήθελα να τους πω.
Χρησιμοποιώντας τα νοήματα πλέον, όλοι κατάλαβαν ότι εγώ μια πάστα ήθελα. Ανακουφισμένος ο ζαχαροπλάστης, που επιτέλους βρέθηκε η άκρη, μου την έδωσε στο χέρι χαμογελώντας.
Αγχωμένοι όμως εμείς, ο ζαχαροπλάστης, εγώ και ο στρατιωτικός, είχαμε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Μετά από λίγο όμως κι αφού επανήλθα στα ίσα τρώγοντας την πάστα, ρώτησα επιτέλους τον ζαχαροπλάστη στα Ελληνικά χωρίς να το καταλάβω, πόσα έπρεπε να πληρώσω για την πάστα που έφαγα.
Τρελάθηκαν οι άνθρωποι όταν άκουσαν να τους μιλώ στην μητρική μας γλώσσα, γι’ αυτό με κοιτούσαν περίεργα ενώ έλεγαν γεμάτοι απορία.
– Αφού είσαι Έλληνας ρε φαντάρε, γιατί τόση ώρα μας μιλάς στα Αγγλικά;
– Ούτε και εγώ το κατάλαβα τους είπα. Παρασύρθηκα μάλλον από την συναναστροφή μου με τους Αμερικάνους και δεν κατάλαβα ότι είμαι στο σπίτι μου, γιατί κι εγώ Θεσσαλονικιός είμαι.
– Πω, πω, έκανε ο ζαχαροπλάστης ζαλισμένος από όσα του συνέβαιναν. Τι ήταν αυτό που μας έκανες σήμερα;
Με χτύπησε προστατευτικά στην πλάτη μετά, ενώ πρόσθεσε.
– Δεν πειράζει ρε φαντάρε. Να έρχεσαι εδώ και να μας τα λες όπως θες. Εμείς εδώ θα ήμαστε και θα σου δίνουμε μια πάστα, έτσι για να θυμόμαστε τα δικά μας και όσα εσύ μας έκανες εδώ σήμερα.
Το έλεγαν και το εννοούσαν αυτό οι άνθρωποι, εγώ όμως από ντροπή για όσα έκανα εκείνη την ημέρα, ποτέ μου δεν σκέφτηκα να επαναλάβω την επίσκεψη μου στο γαλακτοπωλείο του.
Μιχάλης Αλταλίκης