Τα Σούπερ Μάρκετ 

 Τα καθημερινά μας βέβαια, όπως πολύ εύκολα συνηθίζουμε να τα λέμε λόγω της συχνότητας με την οποία τα ζούμε, δεν είναι και τόσο καθημερινά, αν σκεφτεί κανείς ότι συχνά βλέπουμε να προστίθενται σ’ αυτά πότε μικρές και πότε μεγάλες επιμέρους καταστάσεις, οι οποίες και μας υποχρεώνουν να τις αντιμετωπίζουμε, άλλοτε πρόχειρα κι άλλοτε πολύ απροετοίμαστοι, λόγο της ξαφνικής εμφάνισής τους στην ζωή μας.

Είτε μας παρουσιάζονται ως ευχάριστες όμως αυτές οι επιμέρους και ξαφνικά εμφανιζόμενες καταστάσεις, είτε ως δυσάρεστες, πράγματι και τις αντιμετωπίζουμε δύσκολα, ακριβώς γιατί μας έρχονται απρόβλεπτα. Το ίδιο συνέβη και στην δική μου περίπτωση, όπως σας την περιέγραψα στο προηγούμενο, αυτήν δηλαδή που σας είπα ότι έζησα πριν από λίγο καιρό στην θάλασσα.

Για το καθημερινό και πολύ γνωστό μου ψάρεμα ξεκίνησα εκείνη την ημέρα για παράδειγμα και χωρείς να το υπολογίζω αυτό ως ενδεχόμενο, βρέθηκα να ταξιδεύω με την βάρκα μου πολύ επικίνδυνα για εμένα προς τα όρια της Θάσου, λόγο των κακών και απρόβλεπτων συγκυριών που μου παρουσιάστηκαν, τις οποίες και υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω όπως, όπως θα έλεγα.

Μη δυνάμενος όμως να αντιμετωπίσω μόνος μου εκείνα τα απρόβλεπτα βεβαίως και  ζήτησα την βοήθεια της Παναγία μας κι αν δεν συνεργούσε αυτή στο αίτημά μου, σαφώς και δεν θα μπορούσα να τα ξεπεράσω με ασφάλεια για εμένα, αλλά και δεν θα γλύτωνα από τον σίγουρο πνιγμό μου. Μήπως όμως ήταν η μόνη περίπτωση της ζωή μου αυτή για την οποία ζήτησα την βοήθειά Της, ή μήπως μόνον σ’ εμένα συμβαίνουν τέτοια που με αναγκάζουν να καταφεύγω κάθε τόσο στην βοήθειά της;

Ασφαλώς και συμβαίνουν σε όλους μας τέτοιες απρόβλεπτες και πολύ επικίνδυνες καταστάσεις κι ασφαλώς δεχόμαστε την βοήθεια Της κι όταν ακόμη δεν καταφεύγουμε ευκρινώς και ειλικρινώς εμείς στην χάρη Της. Όλοι τα ζούμε λοιπόν κι όλοι τα αντιμετωπίζουμε βεβαίως με τον δικό μας ιδιαίτερο τρόπο, όσο κι αν αποφεύγουμε μετά να αποδώσουμε τα εύσημα εκεί που τους ανήκουν. Αλλά κι από μια κακή συνήθεια, καθόλου δεν μελετούν στην συνέχεια καθώς θα έπρεπε τα γεγονότα, προκειμένου να σπουδάσουμε θα έλεγα από αυτά, όσα με κανέναν άλλον τρόπο δεν θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε καλλίτερα, την σχέση που μας δένει με τον Θεό και το περιβάλλον Του.

Με το να λέμε όμως, ότι εγώ το έκανα αυτό κι ότι μόνος μου το αντιμετώπισα και κανένας θεός δεν ήταν εκεί να με συμπαρασταθεί, μάλλον αυθαίρετο είναι και πολύ προσβλητικό είναι. Όπως κι αν έχει όμως το πράγμα, καλό θα μας έκανε να μελετούμε τα παθήματά μας, ώστε να γνωρίζουν τουλάχιστον στο μέλλον, ποιόν άλλον εκτός από τον εαυτό μας μπορούμε να εμπιστευόμαστε όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τέτοιες ανεπιθύμητες καταστάσεις και δυσκολευόμαστε να τις αντιμετωπίσουμε μόνον με τις δικές μας δυνάμεις.

Το να έχει κανείς την αυτοπεποίθηση του συνεχώς ενεργεί, βεβαίως και είναι χρήσιμο, για τον λόγο ότι μαζί της τουλάχιστον, θα βγαίνει ευκολότερα από την όποια δυσκολία του παρουσιάζει η καθημερινότητά του. Μαζί με αυτήν όμως, καλό θα είναι να διαθέτει και γνώσεις για όσα γνωστά ή άγνωστα υποχρεώνετε να αντιμετωπίσει. Ακόμη ποιο καλό από αυτά τα δυό όμως είναι, να γνωρίζει κανείς ότι σίγουρα δεν του φτάνουν μόνον οι δικές του γνώσεις για όσα γνωρίζει ενδεχομένως, για όσα έχει κατά νου να επιχειρήσει, αλλά και ξαφνικά να αντιμετωπίσει.

Χρειαζόμαστε βοήθεια λοιπόν στην ζωή μας κι αυτήν μάλλον και πρέπει να την ζητούμε πρωτίστως από τους ποιο κοντινά σ’ εμάς ευρισκόμενους ανθρώπους, τους οποίους βέβαια μπορούμε να εμπιστευτούμε, αφού άνθρωπος υπό ανθρώπου βοηθήσετε όπως λέει και γραφή, στην προσπάθειά της να μας πείσει ότι συνεργαζόμενοι μπορούμε να κάνουμε και την εδώ στην γη ζωή μας παράδεισο. Ακόμη ποιο καλό βέβαια θα ήταν να ζητούμε μαζί με αυτήν και την βοήθεια του Θεού όλων μας, ο οποίος όχι μόνον ξέρει πάρα πολύ καλά και πολύ πριν από εμάς τι είδους βοήθειας χρειαζόμαστε, αλλά και το μόνο αντάλλαγμα που ζητά από εμάς σε κάθε περίπτωση, είναι να του εκφράσουμε πολύ απλά, ειλικρινά το αίτημά μας.

Παρ’ όλα αυτά όμως, πολλοί λίγοι είναι αυτοί που κρατούν αυτόν τον κανόνα κι εφόσον οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι κι όπως θέλουν στην ζωή τους, κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει για τα λάθη που κάνουν, αφού όλοι κάνουμε τέτοια είτε προσέχουμε τι κάνουμε είτε όχι κι επειδή από τα λάθη των υπολοίπων πολλά μπορούμε να μάθουμε, εγώ προσωπικά, όλων τα λάθη τα μελετώ, μήπως κι έτσι καταφέρω κάνω λιγότερα τα δικά μου.

Στο χρονικό διάστημα που αναφέρομαι πάντως, το 1982 δηλαδή, βάλθηκα να παρακολουθώ από επαγγελματικό και μόνον ενδιαφέρον, τις κινήσεις και τις συμπεριφορές των επαγγελματιών ιδικά κι αυτών συγκεκριμένα που διέθεταν, ή διαχειριζόταν σούπερ μάρκετ καταστήματα στην ευρύτερη περιοχή της πόλης μας, ελπίζοντας βέβαια να μάθω κάτι νέο και χρήσιμο για εμένα, από τούς τρόπους πώλησης που παρατηρούσα να εφαρμόζουν αυτοί προς τους πελάτες τους.

Αυτούς λοιπόν μελετώντας, κάνοντας συχνά διακριτικές επισκέψεις στα εν λόγω καταστήματα, έβλεπα μαζί με τα άλλα και τα λάθη που έκαναν οι διαχειριστές τους και καθόλου δεν τα έβλεπαν, ή δεν τους απασχολούσαν. Όπως ήταν απαραίτητο κι αυτό όμως, μαζί με την δική τους συμπεριφορά μελετούσα στο ίδιο χρονικό διάστημα και την καταναλωτική μανία των ανθρώπων, αυτήν δηλαδή που τους παρουσιάστηκε ως ασθένεια τότε θα έλεγα, από την ψυχολογική πίεση που τους επέβαλε ο νέος τρόπος αγοράς προϊόντων από τα ράφια των σούπερ μάρκετ.

Αυτοί ιδικά, έπαιρναν πάνω από τα εν λόγω ράφια ότι τους γυάλιζε κι εντελώς απρόσεκτα μετά, τα έριχναν στα καλάθια που κρατούσαν. Και δεν έριχναν εκεί μέσα μόνον αυτά που τους χρειαζόταν, αλλά κι αυτά που δεν υπήρχε λόγος να τους χρειάζονται. Είναι αλήθεια τώρα, ότι έκαναν πάρα πολλές τέτοιες απρόσεχτες αγορές οι άνθρωποι, τις οποίες βέβαια χαιρόταν οι διαχειριστές των καταστημάτων, αφού αυτή ήταν η πολιτική πώλησης που εφάρμοζαν και καθόλου δεν τους ενδιέφερε αν ο τρόπος τους ήταν επιζήμιος για τους πελάτες τους, αφού αυτοί έπαψαν από καιρού πριν να λογίζονται τέτοιοι.

Καταναλωτές πλέον τους μετονόμασαν από πελάτες, τους οποίους όμως, ως αρρωστημένους ήθελαν να δεχόταν στα καταστήματά τους, αφού μόνον με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να ανέβαζαν τον δικό τους τζίρος στα ύψη. Έχοντας το μυαλό τους εκεί λοιπόν οι καταστηματάρχες και στο πως θα παρασυρθεί ο καταναλωτής τους δηλαδή, ώστε να πάρει από τα ράφια τους όσα περισσότερα μπορούσε, χωρείς να το καταλάβει, χωρείς να του χρειάζονται και αρκετά πιεσμένος ψυχολογικά μετά, να κάνει ένα σορό λάθη για την δική του τσέπη και για την δική του οικονομική κατάσταση.

Αυτά λοιπόν και τέτοια παρατηρούσα προσεκτικά εγώ κατά τις επισκέψεις μου, οπότε εκτός από τους έξυπνους τρόπους προώθησης προϊόντων που έβλεπα να εφαρμόζονται εκεί, έβλεπα και τα κενά που παρουσίαζαν τα ως άνω καταστήματα, αντιμετωπίζοντας πρόχειρα τους καταναλωτές τους.

Αφού λοιπόν διάβασα κι έμαθα αρκετά από τις συμπεριφορές των καταναλωτών, όπως και των καταστηματαρχών, έλεγα μια μέρα σε κάποιον μικρό σχετικά σε κίνηση από αυτούς, ότι δεν έπρεπε να συναγωνίζεται τις συμπεριφορές των μεγάλων καταστημάτων αν ήθελε να κρατήσει την πελατεία του σταθερή, πριν ακόμη αποφασίσει αυτή να του φύγει ανεπιστρεπτί. Άκουγε βέβαια αυτός τις υποδείξεις μου, αλλά και με απαντούσε από άγνοια πραγμάτων και θεμάτων.

– Ξέρεις πόσα χρόνια τους έχω όλους αυτούς πελάτες; Είναι δυνατόν να φύγουν τώρα από το κατάστημά μου;

Τέτοια μου έλεγε αυτός κι εγώ μάταια προσπαθούσα να του υπενθυμίσω, ότι ο πελάτης μπορεί να γίνει πολύ εύκολα θύμα, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να γίνει κτήμα.  Κι ότι, αν αποφασίσει να φύγει σήμερα για κάποιο λόγο από το κατάστημα που μέχρι εχθές ήταν πελάτης, τότε πολύ δύσκολα επιστρέφει σ’ αυτό, ότι κι αν του υπόσχονται στην συνέχεια.

Σαν παλιός μπακάλης δηλαδή κι εγώ, έβλεπα πολλά λάθη στην δική του συμπεριφορά κι όπως καταλαβαίνετε, στεναχωριόμουν όταν έβλεπα τους πελάτες του να αναζητούν τρόπο, προκειμένου να του φύγουν χωρίς να τον στεναχωρήσουν, όπως και να τον αφήσουν να κοιμάται όρθιος, χωρίς να αντιλαμβάνεται την επαγγελματική αυτοκτονία που ετοίμαζε από μόνος του στον εαυτό του.

Μη μπορώντας λοιπόν να αντιληφθεί, τι πραγματικά γινόταν γύρω του, έκλεισε τελικά μετά από λίγο καιρό το κατάστημά του, δεδομένου ότι τον εγκατέλειψαν όλοι σχεδόν οι πελάτες του, για τον λόγο ότι βρήκαν αλλού την ίδια αντιμετώπιση, σε καλλίτερο γι’ αυτούς περιβάλλον και προπαντός με μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων, έστω κι αν φανερά πια έβλεπαν να λείπει από την νέα τους επιλογή, η προσωπική σχέση που ήθελαν βεβαίως να διατηρούν με τον γείτονα τους.

Το λάθος του λοιπόν ήταν, ότι εγκατέλειψε την προσωπική σχέση που διατηρούσε με τους πελάτες του κι αφού δεν ήξερε ποιο πραγματικά ήταν αυτό που τον στήριζε ως καταστηματάρχη στην γειτονιά του, το άφησε να πέσει στο κενό κι από εκδίκηση θαρρείς αυτό, τον πλήγωσε και μάλιστα ανεπανόρθωτα. Αλλά κι όταν τυχαία τον συνάντησα μετά από καιρό στον δρόμο μου, ακόμη απορούσε για όσα του συνέβησαν.

– Καλά πήγαινα. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω, τι έγινε στα ξαφνικά και χάθηκαν οι περισσότεροι από τους πελάτες μου. Και προπαντός, ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω, ποιος είναι ο λόγος που ανάγκασε όλους αυτούς να στριμώχνονται στα μεγάλα σούπερ μάρκετ, προκειμένου να πάρουν από εκεί κι από τόσο μακριά, αυτά που κι εγώ είχα εδώ φθηνότερα και ήταν δίπλα από τα σπίτια τους. Παράξενος τελικά είναι ο κόσμος.

Αυτά μου έλεγε λοιπόν αυτός δικαιολογώντας την αποτυχία του, αν και στεναχωρημένος από το αποτέλεσμα και καθόλου δεν σκεφτόταν, μήπως και το φταίξιμο ήταν καθαρά και μόνον δικό του. Αγνοούσε όπως σας είπα τον πραγματικό λόγο που υποχρέωνε κατά κάποιον τρόπο τους πελάτες του να παραμένουν κοντά του. Αγνοώντας τον όμως, δεν ήταν δυνατόν πλέον να τους συγκρατήσει περισσότερο στην πρότερή τους σχέση. Κι όταν υποχρεώθηκαν αυτοί να τον εγκαταλείψουν, πάλι από άγνοια και υπεροψία, τοποθέτησε δικούς λόγους ως δικαιολογία για την απομάκρυνσή τους κι έτσι, ποτέ δεν έμαθε τελικά, ποια ήταν τα λάθη που έκανε και χωρείς να το περιμένει, βρέθηκε χωρείς κατάστημα.

Δεν ήταν βέβαια μόνον αυτός που δεν έβλεπε τότε γύρω του. Ήταν και άλλοι που έκαναν τα ίδια, πιστεύοντας ότι εφόσον τα συρτάρια τους γέμιζαν από χρήματα, όλα ήταν καλά και στην θέση τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς, ήταν και μια μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων της πόλης μας, οι οποίοι απέφευγαν να αποκτήσουν φορέα ικανό να τους γλιτώσει από τα λάθη τους κι έτσι, έκλεισαν δυστυχώς κι αυτοί αργότερα.

Στεναχωρήθηκα είναι αλήθεια με το πάθημα τους, γιατί πολλές φορές συμβούλεψα τον γενικό τους διευθυντή, ώστε να προσέχει τι κάνει, κι αυτά του έλεγα βλέποντας τον κίνδυνο να έρχεται τρέχοντας.

– Όπως και το βλέπω αυτό, μελετώντας την καταναλωτική διάθεση των συμπολιτών μας, η δική σας αλυσίδα βρίσκεστε σε πολύ καλή θέση στον πίνακα της προτίμησης τους. Τους δίνετε βέβαια αρκετούς λόγους, ώστε να δικαιολογούν την προσέλευσή τους στα καταστήματά σας, αλλά καλό θα ήταν να τους δίνατε περισσότερους και τέτοιους μάλιστα, που να μην μπορούν να  τους μιμηθούν εύκολα οι ανταγωνιστές σας και μέσω αυτών να ενισχύσετε την επιθυμία τους να παραμένουν συνεχώς πελάτες σας.

Καλή είναι βέβαια η θέση που κατέχετε στην προτίμησή τους, αλλά αυτή είναι από παντού ευάλωτη, αφού όλοι σας με τα ίδια μέσα περίπου κάνετε την παρουσία σας στην αγορά. Αν για κάποιο λόγο δηλαδή σας προλάβει κάποιος από τους ανταγωνιστές σας και παρουσιάσει έστω και κάτι απλό ως διαφοροποίηση, τότε δεν θα είναι σίγουρο το αποτέλεσμα που μέχρι τώρα τυχαία έχετε κι αφού στις πωλήσεις στηρίζεστε, πολύ φοβάμαι ότι θα χάσετε χρόνο αδρανούντες, αλλά και κάτι πολύ ποιο επιζήμιο για την αλυσίδα σας.

Μπορούσε να κατανοήσει βέβαια αυτός όσα του έλεγα, αλλά όπως γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, από εγωισμό κι από υπεροψία εκείνος ο διευθυντής, επέμενε να με καθησυχάζει, λέγοντας μου ότι είχε τον νου του για όσα του υπενθύμιζα κι ότι δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε περισσότερο από όσα ήδη έκανε για τους πελάτες της αλυσίδας τους.

Είναι αλήθεια τώρα, ότι με όλες αυτές τις συμβουλές, επεδίωκα να βρω κι εγώ μια αμειβόμενη συμμετοχή στην δική τους προσπάθεια, αλλά από αμέλεια, από προχειρότητα, από εγωισμό, από υπέρμετρη εκτίμηση στις δικές τους γνώσεις και δεν ξέρω για ποιον άλλο λόγο, ποτέ δεν δέχτηκαν την συμμετοχή μου. Ναι. Αλλά αναγκάστηκαν μετά από λίγο καιρό να πουληθούν στους ανταγωνιστές τους. Όχι γιατί δεν ήμουν εγώ μαζί τους, αλλά γιατί δεν ήθελαν να παραδεχθούν λάθη στην συμπεριφορά τους.

Ανεξάρτητα από όλα αυτό όμως, εγώ συνέχιζα να Βολτάρω μέσα σ’ αυτά τα μεγάλα καταστήματα κι όπως πάντα, παρατηρούσα τις αντιδράσεις των καταναλωτών, οι οποίοι παρασυρόμενοι από τα χρώματα, από την διάταξη των προϊόντων, από τα φώτα, από την πληθώρα των πραγμάτων και από το αχόρταγο του οφθαλμού, έριχναν από τότε μέσα στα καλάθια τους ότι έβρισκαν στα ράφια. Το ήξεραν και οι ταμίες αυτό βέβαια κι αυτός ήταν ο λόγος που τις υποχρέωνε να ρωτούν αυτούς, που ανάμεσα στα άλλα, κατέβαζαν από τα ράφια και κονσέρβες για σκύλους.

– Έχετε σκύλο κυρία μου στο σπίτι σας;

– Όχι. Απαντούσε αυτή. Δεν έχουμε.

– Δεν έχουμε λες, αλλά εδώ βλέπω δύο κονσέρβες για σκύλους. Αφού δεν έχετε σκύλο στο σπίτι σας, τότε γιατί τις πήρατε;

Κάτι παρόμοιο πάθαιναν και οι γιαγιάδες, όταν πηγαίνοντας για τα ψώνια της ημέρας στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς τους κι έπαιρναν μαζί τους και τα εγγονάκια τους. Δεν ήξεραν τι να κάνουν από ντροπή αυτές, όταν άκουγαν την ταμία να τους ανακοινώνει το ποσό των αγορών που έκαναν, αφού το κόστος των προϊόντων, υπερέβαινε κατά πολύ των χρημάτων που είχαν στα πορτοφόλια τους.

Για να μη βρεθεί και η γυναίκα μου στην ίδια θέση, την έπεισα μια μέρα, ώστε να γράφει από το σπίτι και πάνω σε χαρτί αυτά που χρειαζόταν να αγοράσει, όταν θα πήγαινε για τα καθημερινά της ψώνια στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μας. Και για λόγους δεοντολογίας, να απαγορεύει στον εαυτό της να πάρει κάτι επιπλέον από αυτά που ήταν γραμμένα στην λίστα της, έστω κι αν αυτό θα της ήταν όντως χρήσιμο. Μ’ αυτήν την τεχνική όμως, η γυναίκα μου τουλάχιστον, ποτέ δεν βρέθηκε στην δυσάρεστη θέση, να μην της φτάνουν τα χρήματα για τις ημερήσιες αγορές της.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *