Το ατύχημα με το σακάκι μου

1  Είχα να κάνω πολλές δουλειές τότε που αναφέρομαι, όπως και πολλά τρεχάματα γι’ αυτές προκειμένου να τις ανταπεξέλθω με επιτυχία και για να έχω το αναμενόμενο αποτέλεσμα, έπρεπε να τρέχω συνεχώς όχι μόνον τις ημερήσιες, αλλά και τις νυκτερινές ώρες πίσω από αυτές.

 Προσέφερα δηλαδή τις υπηρεσίες μου στον χώρο του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, για τα συμφέροντα των πελατών μας και για να αποδώσω υπεύθυνα το έργο που μου ανέθεταν να εκτελέσω ως εργαζόμενος, εκ των πραγμάτων πια έκανα με αυτοθυσία όσα έπρεπε και ήταν στην δικαιοδοσία μου.

 Και πράγματι έκανα με αυτοθυσία τα πάντα, γιατί δεν μου περίσσευε ούτε λεπτό σε χρόνο, ώστε να κάνω προσεγμένα τις δικές μου κινήσεις μέσα σ’ εκείνον τον γεμάτο από σιδηροδρομικές γραμμές χώρο, όταν για πολλούς και διάφορους λόγους έπρεπε να μετακινούμε επί εικοσαώρου βάσεως από την εσωτερική, στην εξωτερική του πλατεία.

 Για να βρεθώ δηλαδή από την μία πλατεία στην άλλη και για να επιστρέψω από αυτήν σύντομα, αναγκαστικά πια περνούσα πάνω από τις γραμμές και ανάμεσα από τα δεμένα μεταξύ τους βαγόνια όταν μου έκλειναν τον δρόμο, πράγμα που έκανα πατώντας πάνω στα ταμπούρα τους και πάνω στους συνδετικούς κρίκους τους, με κίνδυνο να βρεθώ πολύ σοβαρά τραυματισμένος και όχι μόνο.

  Έβλεπαν οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι τις γρήγορες αλλά και επικίνδυνες για μένα μετακινήσεις μου, γι’ αυτό και συνεχώς μου υπενθύμιζαν ότι πρέπει να προσέχω, γιατί μεγάλος κίνδυνος υπήρχε όχι μόνον να τραυματιστώ, αλλά και να σκοτωθώ ακόμη όπως μου το τόνιζαν.

 Έως ότου να τελειώσουν όμως αυτοί τις όντως χρήσιμες παρατηρήσεις τους, εγώ όχι μόνον πήγαινα, αλλά και επέστρεφα από τον προορισμό μου, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή και με τον ίδιο τρόπο, όχι από εγωισμό και αδιαφορία για τους κινδύνους που διέτρεχα, αλλά από την ανάγκη που είχα να εκμεταλλευτώ και την διάρκεια του παραμικρού μου χρόνου στην προσπάθεια μου να τα προλάβω όλα, αφού ήταν πάρα πολλά αυτά που είχα να κάνω στο καθημερινό μου πρόγραμμα.

 Σχολιάζοντας λοιπόν αυτοί μεταξύ τους, τις δικές μου γρήγορες μετακινήσεις πάνω από τις γραμμές και τους συνδέσμους των βαγονιών, τους άκουγα να λένε ο ένας προς τον άλλον.

 – Σίφουνας είναι αυτό το παιδί. Ποτέ δεν είσαι σίγουρος για το αν πηγαίνει, ή αν επιστρέφει από κει που πήγε, όταν τον βλέπεις να περνά ανάμεσα από τα βαγόνια.

 – Του λέμε εμείς ότι είναι πολύ επικίνδυνο αυτό που κάνει και ότι κινδυνεύει να σκοτωθεί, αλλά αυτός, δεν μπορεί να το καταλάβει.

 – Πέστε του να μην περνάει τουλάχιστον ανάμεσα από τα βαγόνια, όταν αυτά είναι συνδεδεμένα σε συρμούς και βρίσκονται εν κινήσει, γιατί και αυτό βλέπουμε να κάνει χωρίς να υπολογίζει, πόσο ακόμη πιο επικίνδυνο είναι αυτό για τον εαυτό του.

  Τα έλεγαν αυτοί και όντως εγώ τα άκουγα, όπως και όντως είχαν δίκαιο για όσα μου υπενθύμιζαν, αλλά εγώ δεν είχα καθόλου χρόνο στην διάθεση μου ώστε να προσέχω όπως όφειλα. Αντιθέτως, έψαχνα να βρω τρόπο, για το πως θα μπορούσα να συντομεύσω ακόμη περισσότερο την διαδρομή μου πηγαίνοντας από την μια πλατεία στην άλλη μετ’ επιστροφής, χωρίς να γίνω βέβαια θύμα της υποχρεωτικής βιασύνης μου.

 Γλιστρούσαν τα παπούτσια μου όταν πατούσα πάνω στους σιδερένιους συνδέσμους όπως και στα ταμπούρα επαφής των βαγονιών, αλλά και έκανα την διέλευση μου περνώντας από την μια πλευρά της αμαξοστοιχίας στην άλλη, έστω και αν έβλεπα ότι ήταν πολύ επικίνδυνο αυτό που επιχειρούσα, έστω και αν ήξερα ότι κανείς δεν θα έκανε το ίδιο και για τις δικές μου ανάγκες.

 Πράγματι λοιπόν ήταν επικίνδυνα τα πράγματα για μένα και γινόταν πολύ πιο επικίνδυνα αυτά, όταν τα σιδερένια σημεία που πατούσα ήταν βρεμένα. Και ακόμη πιο επικίνδυνα γινόταν, όταν τα βαγόνια ήταν συνδεδεμένα σε αμαξοστοιχία και βρισκόταν όχι μόνον εν κινήσει, αλλά και σε πλήρη ανάπτυξη δρομολογίου.

 Μπροστά στο να καθυστερήσω κάπως, περιμένοντας την διέλευση της εκάστοτε αμαξοστοιχίας που μου έκλεινε τον δρόμο και τότε έκανα το γρήγορο πέρασμα μου ανάμεσα από τα διερχόμενα βαγόνια.

 Αφού σκαρφάλωνα πρώτα πάνω σ’ αυτά, πατούσα μετά πάνω στα ταμπούρα τους και ύστερα πηδούσα από την άλλη πλευρά τους στο έδαφος, σαν να περνούσα πάνω από απλά σκαλοπάτια.

 Ψάχνοντας ωστόσο να βρω άλλη λύση προκειμένου να κάνω τις μετακινήσεις μου γρήγορα μεν, αλλά και ασφαλέστερα για μένα, εστίασα το ενδιαφέρον μου στα κουβούκλια των μηχανικών φρένων, αυτά που μερικά μόνον εκ των βαγονιών διαθέτουν, τα οποία και προπονήθηκα αρκετές φορές πριν αποφασίσω να τα χρησιμοποιήσω για τους δικούς μου σκοπούς.

 Αυτά λοιπόν, είναι πρόσθετα μέρη στα βαγόνια και βρίσκονται τοποθετημένα πάνω στα ταμπούρα σχεδόν και μπροστά από τους χώρους φόρτωσης τους. Έχουν δύο στενές και διαμπερείς πόρτες, μέσα από τις οποίες μπαίνει κάποιος από την ομάδα της μανούβρας και με το χειροκίνητο και περιστρεφόμενο φρένο που υπάρχει εντός αυτών, δίνει την δυνατότητα στον χρήστη να σταματήσει το βαγόνι που το διαθέτει και όλα τα άλλα που είναι συνδεδεμένα πίσω του, στην γραμμή που η ντιζελομηχανή τους τα σπρώχνει να τοποθετηθούν.

 Στην περίπτωση που αυτό το βαγόνι ή και ο μικρός συρμός που το ακολουθεί έχει μακρινό προορισμό, υπάρχει ένας διαθέσιμος πάγκος μέσα στο εν λόγο κουβούκλιο, πάνω στον οποίο μπορεί να καθίσει ο χειριστής του για να μην στέκεται όρθιος.

 Αυτός ο πάγκος λοιπόν, δεν είναι τίποτε άλλο από μια φαρδιά σανίδα επί της ουσίας, η οποία κρέμεται από την πλάτη του βαγονιού με μεντεσέδες, αλλά και στηρίζεται με δύο σιδερένιους μαντάλους προκειμένου να βρίσκεται σε οριζόντια θέση όταν υπάρχει λόγος.

 Διαφορετικά κρέμεται από την πλάτη του βαγονιού, για να διευκολύνει κάπως την διέλευση όσων σαν κι εμένα έχουν λόγους να το κάνουν, προκειμένου να περάσουν από την μια πλευρά του βαγονιού που το διαθέτει στην άλλη, διασχίζοντας αυτόν τον μικρό όπως είπα και στενό χώρο.

Κι επειδή εγώ τουλάχιστον είχα πολλούς λόγους που μου επέβαλαν να χρησιμοποιώ αυτά τα κουβούκλια φρένων όταν τα εύρισκα διαθέσιμα,  μονίμως τα χρησιμοποιούσα.

  Όταν λοιπόν ήθελα να περάσω με ασφάλεια για μένα, από την μια πλευρά του συρμού στην άλλη, είτε αυτός ήταν σταματημένος είτε εν κινήσει ευρισκόμενος, έψαχνα ανάμεσα στα βαγόνια του να βρω ποιο από αυτά είχε τέτοιο κουβούκλιο, ώστε μέσω αυτού να κάνω την διέλευση μου.

 Σκεπτόμενος την δική μου ασφάλεια όμως, δεν έκανα εκεί πρόχειρες και τυχαίες κινήσεις, γιατί μελετούσα πρώτα το πώς και το τι θα έκανα, πριν ακόμη πάρω απόφαση το σε ποιο από τα βαγόνια θα σκαρφάλωνα, για τον λόγο ότι ανεβασμένος εκεί πάνω δεν θα είχα πολύ χρόνο στην διάθεση μου ώστε να σκεφτώ τον τρόπο που θα ενεργούσα.

 Αφού λοιπόν μελετούσα πρώτα τις ενέργειες μου, τότε και μόνον τότε επιχειρούσα να σκαρφαλώσω πάνω στο βαγόνι που εντόπιζα να έχει κουβούκλιο και τότε μόνον δοκίμαζα να ανοίξω την πόρτα του.

 Όταν την άνοιγα και μετά, έμπαινα μέσα στο κουβούκλιο και ελευθέρωνα στα γρήγορα τον πάγκο από τους μαντάλους που το κρατούσαν και αφού τους άφηνα αυτούς από τα χέρια μου τον έναν μετά από τον άλλον, άνοιγα μετά την άλλη πόρτα και πηδούσα από εκεί πάνω στο έδαφος, ολοκληρώνοντας με επιτυχία την διέλευση μου.

  Με πήρε πολύ χρόνο κι έκανα αρκετή προπόνηση ώσπου να μάθω να κάνω όλες αυτές τις κινήσεις γρήγορα και συνδυασμένα κι έμαθα να τις κάνω τόσο γρήγορα μάλιστα, που αν θα έκανα το εγχείρημα μου την στιγμή που ο συρμός του τρένου έφευγε με γρήγορο ρυθμό για τον προορισμό του, να μην απομακρυνθώ και πολύ από την θέση μου.

 Ο λόγος που έκανα όλα αυτά τα περίεργα, ήταν ότι ήθελα να κερδίσω λίγο πολύτιμο για μένα χρόνο και όχι για να χάσω πολύ από αυτόν, χασομερώντας σε άσκοπες μετακινήσεις επιστρέφοντας με τα πόδια.

 Έως ότου μάθω όμως να κάνω γρήγορα αυτό το εγχείρημα, πολλές φορές βρέθηκα και πεντακόσια μέτρα μακριά από τον σταθμό, γι’ αυτό και επέστρεφα τρέχοντας μετά στην θέση μου, προκειμένου να καλύψω τον χρόνο που έχασα.

  Όταν πια ήμουν πολύ καλά προπονημένος κι επιχειρούσα να κάνω το ίδιο εγχείρημα σε κάποιον από τους πολλούς συρμούς της ημέρας, δεν προλάβαινε αυτός να με απομακρύνει περισσότερο από πέντε μέτρα απόσταση από το σημείο που ανέβαινα μέχρι να κατέβω από την άλλη του πλευρά, όσο γρήγορα κι αν έτρεχε.

 Να όμως που τελικά κάποιος από όλους αυτούς τους συνδυασμούς που ανέφερα δεν πήγε καλά μια μέρα, γι’ αυτό και είχα ένα αναπάντεχο όσο και περίεργο ατύχημα εξαιτίας του.

 Ήταν τέλη Οκτωβρίου όταν πήγα για πρώτη φορά στον Σταθμό κι όπως είπα, δεν είχα γραφείο, γι’ αυτό κι όλες μου τις εργασίες τις έκανα στο ύπαιθρο και κάτω από όλες τις καιρικές συνθήκες. Είτε έβρεχε λοιπόν, είτε φυσούσε, είτε έκανε κρύο, είτε χιόνιζε, εγώ έκανα πάντα τις ίδιες κινήσεις, γιατί δεν είχα άλλο τρόπο να επικοινωνώ με τις υπηρεσίες και τους συνεργάτες μου.

 Δεν φορούσα δε πολλά ρούχα επάνω μου, γιατί όπως το διαπίστωνα αυτό, όχι μόνον με εμπόδιζαν αυτά αλλά και με ίδρωναν με τον ρυθμό που εγώ εργαζόμουν.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που κρατούσα για τις ανάγκες μου μόνον ένα σκάκι επάνω μου κι όλο τον χειμώνα έτσι την έβγαζα. Λεπτά ντυμένος.

 Όταν καμιά φορά έκανε πολύ κρύο, τότε μόνον φορούσα κάτω απ’ αυτό μια λεπτή μπλούζα κι αυτήν πάλι δεν την χρειαζόμουν και τόσο, αφού και μ’ αυτήν ίδρωνα.

 Άκουγα όπως είπα τους ανθρώπους να μου λένε ότι πρέπει να προσέχω τις κινήσεις μου, αλλά εγώ τίποτε δεν έκανα γι’ αυτό το θέμα. Το μόνο που έκανα καμιά φορά, ήταν να κουμπώνω το σακάκι μου όταν περνούσα ανάμεσα από τα βαγόνια ή μέσα από το κουβούκλιο του φρένου κι αυτό πάλι αναγκάστηκα να το κάνω, γιατί σκάλωσαν κάπου τα κουμπιά του μερικές φορές όταν το είχα ξεκούμπωτο κι εξαιτίας του, κόντεψε να πέσω ανάμεσα στα κινούμενα βαγόνια και να γίνω λιώμα κάτω από τις σιδερένιες ρόδες τους.

  Κουμπωμένος λοιπόν, περνούσα ασφαλέστερα και μέσα από κείνο τον στενό χώρο του κουβουκλίου, αλλά να που αυτό έγινε αιτία μια μέρα ώστε να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί μου συνέβη αυτό που πάντα φοβόμουν τόσο εγώ, όσο κι αυτοί που με έβλεπαν να το διακινδυνεύω.

   Μπήκα λοιπόν κι εκείνη την φορά μέσα σε ένα φρένο με σκοπό να περάσω από την μια στην άλλη πλευρά της διερχόμενης αμαξοστοιχίας και το έκανα αυτό με όλες τις προφυλάξεις και όπως ακριβώς ήξερα να το κάνω και στα γρήγορα μάλιστα, αφού ήμουν πολύ καλά προπονημένος.

Άφησα δηλαδή να πέσει από το χέρι μου και ο δεύτερος μάνταλος που κρατούσε τον πάγκο και ανοίγοντας την δεύτερη πόρτα, πήδησα προς το έδαφος όπως έκανα πάντα.

 Για κακή μου τύχη όμως, αντί να πέσει ο μάνταλος από το χέρι μου και να κρέμεται από την θέση του όπως έκανε πάντα, πήγε και χώθηκε για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μέσα στην αριστερή τσέπη του σακακιού μου.

Πολλά μου είχαν συμβεί κατά τις προπονήσεις μου, αλλά ποτέ κάτι τέτοιο. Ούτε και από το μυαλό μου πέρασε ποτέ μια τέτοια εκδοχή, αφού αυτό θα ήταν αρκετά επικίνδυνο για μένα, αν σκεφτεί κανείς και τον δικό μου τρόπο να κινούμε γρήγορα και μέσα σ’ αυτόν τον στενό χώρο.

 Να όμως που μου συνέβη και αυτό τελικά και έτσι όπως έβγαινα  γρήγορα μέσα από εκείνο το κουβούκλιο, ούτε ο πολύ βαρύς σιδερένιος μάνταλος πρόλαβε να πάει στην θέση του, γι’ αυτό και προτίμησε αντί αυτής, να χωθεί μέσα στην δική μου τσέπη.

 Όχι μόνον δεν με ειδοποίησε αυτός για την προτίμηση του, αλλά ούτε το βάρος του φρόντισε να μου δηλώσει, γι’ αυτό και δεν το ένιωσα. Και δεν το ένιωσα καθόλου, γιατί ήδη βρισκόμουν στον αέρα όταν έγινε αυτό και την στιγμή που πηδούσα από εκεί πάνω με σκοπό να βρεθώ στο έδαφος.

 Αντί να γίνει αυτό όμως, σταμάτησα στον αέρα από ένα πολύ δυνατό τράνταγμα και τότε μόνον είδα ότι ήμουν σκαλωμένος από τον γάντζο του μαντάλου και την αριστερή τσέπη του σακακιού μου.

 Ήμουν κρεμασμένος δηλαδή απ’ αυτήν και είχα οριζόντια θέση ως προς το βαγόνι που διέθετε τον μάνταλο, αλλά και ένα μέτρο πάνω από την επιφάνια του εδάφους βρισκόμουν και όπως ήταν αναμενόμενο, πολύ κοντά και πάνω από τις σιδηροδρομικές γραμμές.

 Ταράχθηκα όπως καταλαβαίνετε από την επικίνδυνη θέση που βρέθηκα γιατί και οι κολόνες της ΔΕΗ που φωτίζουν παράλληλα τις σιδηροδρομικές γραμμές με απειλούσαν έτσι όπως τις έβλεπα να έρχονται γρήγορα η μια πίσω από τη άλλη.

 Αυτές βέβαια απέχουν πάνω από ένα μέτρο από την σειρά των γραμμών, αλλά έτσι όπως έτρεχε το τρένο, μηδενιζόταν η απόσταση τους απ’ αυτές και αυτός ήταν ένας επιπλέον λόγος που μου έβαζε στον μυαλό την ιδέα να απελευθερωθώ το συντομότερο δυνατόν από εκεί που κρεμόμουν.

 Αυτό σκεπτόμενος, έκανα πολλές προσπάθειες ώστε να ξεκουμπώσω το σακάκι μου και έτσι ξεκούμπωτος εύκολα θα έπεφτα κάτω. Οι συνέπειες της πτώσης μου στο έδαφος συνεργεία της ταχύτητας που είχε αναπτύξει το τρένο δεν θα ήταν λίγες, αλλά και οι απειλητικές κολόνες, όπως και το ενδεχόμενο να βρεθώ στα σύνορα κρεμασμένος από τον μάνταλο, δεν μου φαινόταν και πολύ καλύτερη λύση.

 Αφού το αποφάσισα λοιπόν, αμέσως και το υλοποίησα ως σχέδιο, γι’ αυτό και ξεκούμπωσα έστω και δύσκολα τα δύο πρώτα κουμπιά του σακακιού μου, αλλά το τρίτο δεν έλεγε να ξεκουμπωθεί με τίποτε.

 Όσες προσπάθειες κι αν έκανα γι’ αυτόν τον σκοπό, τίποτε δεν κατάφερα. Ήταν αδύνατον να βγάλω το κουμπί από την κουμπότρυπα του ότι κι αν έκανα, γι’ αυτό και δεν μπορούσα να απαγκιστρωθώ από κείνον τον μάνταλο.

 Έστριβα το κουμπί του σακακιού μου έτσι, ώστε να κοπούν τουλάχιστον οι κλωστές που το κρατούσαν ραμμένο στην θέση του, αλλά ούτε κι αυτό μπορούσε να γίνει. Έστριβε το ύφασμα του σακακιού από το ζόρισμα που του έκανα, αλλά το κουμπί δεν κοβόταν.

 Κάνοντας όλες αυτές τις προσπάθειες όμως ένα πράγμα μόνον κατάφερα, το να απομακρυνθώ πολύ από τον χώρο του σταθμού και αυτό ήταν που επιβεβαίωνε την σκέψη που έβαζα με το μυαλό μου, ότι μάλλον θα έφτανα στα σύνορα κρεμασμένος.

 Και όπως το έδειχνε ο μηχανοδηγός με την συμπεριφορά του, δεν έβλεπε ότι μετέφερε έναν κρεμασμένο άνθρωπο έξω από κάποιο βαγόνι του συρμού που οδηγούσε, γι’ αυτό και δεν έκανε τίποτε ώστε να σταματήσει την αμαξοστοιχία του.

 Για να μην φτάσω στα σύνορα κρεμασμένος λοιπόν, επιχειρούσα να σχίσω και την τσέπη μου έστω, χρησιμοποιώντας το βάρος του σώματός μου γι’ αυτόν τον σκοπό. Αναπηδούσα δηλαδή με το σώμα μου και αυτό πάλι το έκανα όσο ήταν δυνατόν να γίνει, ελπίζοντας ότι στο τέλος θα καταφέρω να σχίσω αυτήν τουλάχιστο, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.

  Δεν ξέρω πως έγινε αυτό όμως, αλλά κόπηκε κάποια στιγμή από μόνο του θα έλεγα το κουμπί του σακακιού μου, αφού όπως σας είπα, όλες μου τις προσπάθειες τις είχα εστιάσει στη τσέπη του πια.

 Ήθελα να απελευθερωθώ από τον μάνταλο αλλά δεν ήθελα να γίνω και κομμάτια πέφτοντας ανεξέλεγκτα κάτω, αφού όπως ήταν και λογικό αυτό, δεν ήταν δύσκολο το να βρεθώ κάτω από τις ρόδες των βαγονιών.

 Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, έκανα τι έκανα εκεί, αλλά είχα και τον νου μου στο πως θα προστάτευα τον εαυτό μου από κάτι τέτοιο. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που με το ένα χέρι κρατούσα σφιχτά το σακάκι μου από το μέρος της τσέπης που την κρατούσε επίμονα ο μάνταλος και με το άλλο έκανα όσα μπορούσα για την απελευθέρωση μου.

 Το ίδιο έκανα και όταν διαπίστωσα ότι κόπηκε επιτέλους το τρίτο κουμπί, γι’ αυτό και με προσεγμένες κινήσεις, ελευθέρωσα πρώτα το ένα και μετά το άλλο χέρι μου από τα μανίκια, αλλά δεν άφησα ούτε στιγμή το σακάκι από τα χέρια μου.

 Κρατώντας το σφιχτά λοιπόν, άφησα το σώμα μου να συρθεί για λίγο με τα πόδια μου πρώτα στο έδαφος, τα οποία έβλεπα να κάνουν αυλάκια πάνω στα χαλίκια που για ευνόητους λόγους έχουν απλωμένα πέριξ των σιδηροδρομικών γραμμών.

  Αφού έλεγξα για λίγο την κατάσταση μου, έπιασα μετά το σακάκι μου από τα ποιο κάτω σημεία του και σ΄ αυτήν την μισό οριζόντια πάντα θέση ευρισκόμενος, άφησα σιγά, σιγά και το υπόλοιπο σώμα μου να συρθεί στα χαλίκια, έχοντας την ταχύτητα του τρένου.

 Με τα χέρια μου τεντωμένα μπροστά όμως και με τα πόδια μου ανοιχτά κατ’ επιλογήν, σύρθηκα για αρκετά μέτρα παράλληλα με το τρένο κι ευτυχώς για μένα, χωρίς τον κίνδυνο να βρεθώ κάτω από τις ρόδες του.

 Αφού συνήρθα κάπως από το άγχος που με κατείχε, βλέποντας τον εαυτό μου ξαπλωμένο μεν στα χαλίκια αλλά αρτιμελή, παρέμενα στην ίδια θέση μέχρι να περάσει από δίπλα μου όλος εκείνος ο συρμός του τρένου και αφού έμεινα μόνος μου εκεί, τότε και μόνον τότε σηκώθηκα όρθιος.

 Από όσα παρατηρούσα πάνω μου όμως, σκίστηκε το παντελόνι μου στο ύψος των γονάτων μου, από όπου και έτρεχαν λίγα αίματα από τις πληγές που μου προκάλεσε το σύρσιμο μου, αλλά αυτά και μόνον.

 Έτσουζαν βέβαια αυτές και με δυσκόλευαν στην προσπάθεια μου να βαδίσω, αλλά αδιαφορώντας για τα όντως μικρά μόνον προβλήματα που απέκτησα από το σύρσιμο μου, αλλά και για τα χώματα που φορτώθηκαν τα υπόλοιπα ρούχα μου, αποχαιρετούσα δια παντός το σακάκι μου.

 Το έβλεπα αυτό να κρέμεται ακόμη από τον μάνταλο, αφού δεν μπόρεσα τελικά να το ξεσκαλώσω απ’ αυτόν και όπως ήταν αναμενόμενο, επιχείρησα να κάνω την επιστροφή μου στον χώρο των δραστηριοτήτων μου, τον οποίο δεν μπορούσα να δω βέβαια, λόγω τις μεγάλης απόστασης που μας χώριζε.

 Επέστρεψα ωστόσο και όπως το σκεφτόμουν αυτό κατά την επιστροφή μου, την γλίτωσα πολύ φτηνά από κείνο το ατύχημα, αφού την έβγαλα μόνον με λίγα γδαρσίματα στα χέρια και στα γόνατα, έχοντας σχισμένο το παντελόνι όπως και την μπλούζα που φορούσα, αλλά και το σακάκι μου, που το πήρε μαζί του το τρένο ως λάφυρο για την μεταξύ μας άνιση  αναμέτρηση.

 Με πήγε βέβαια πολύ μακριά θέλοντας να εκδικηθεί την υποτίμηση των κινδύνων που μου προμήνυε κι εγώ αδιαφορούσα, γι’ αυτό και χρειάσθηκε να γυρίσω πίσω περπατώντας με τα πόδια τρία ολόκληρα χιλιόμετρα μέσα στο χειμώνα, φορώντας μόνον το πουκάμισο μου και μια ψιλή μπλούζα όπως είπα.

  Έκανε όμως αρκετό κρύο εκείνη την ημέρα και έτσι όπως ήμουν ελαφρά,  ντυμένος, φορώντας μόνον ένα πουκάμισο και μια λεπτή μπλουζίτσα πάνω από αυτό, φαινόταν λογικό το ότι κρύωνα.

 Κρύωνα λοιπόν και όπως ήταν επόμενο, τρέμοντας από το κρύο δεν θα μπορούσα να συνεχίσω την εργασία μου στον υπαίθριο χώρο του σταθμού, χωρίς τον κίνδυνο να αρρωστήσω από καμιά ανεπιθύμητη γρίπη.

 Με απασχολούσε αυτό το ενδεχόμενο, γι’ αυτό και με ώθησε η σκέψη μου στο να επιχειρήσω την επίσκεψη μου στο σπίτι μου πρώτα, προκειμένου να αλλάξω ρούχα αφού αυτά που φορούσα σκίστηκαν, αλλά και να ρίξω κάτι πιο ζεστό επάνω μου πριν επιστρέψω ακάθεκτος στο πόστο μου.

 Δυστυχώς για μένα όμως, τίποτε απ’ όσα σκόπευα να κάνω δεν πρόλαβα, αφού προηγήθηκε καθ’ οδόν και πριν ακόμη φτάσω στο σπίτι μου, το κρύωμα που πολύ φοβόμουν μην αρπάξω.

 Ανέβασα γρήγορα πυρετό λοιπόν και όπως το δήλωνε αυτός με την συμπεριφορά του, όχι απλά και μόνον με συνόδευε πηγαίνοντας με προς το σπίτι μου, αλλά και κακές διαθέσεις είχε όπως μου το προμήνυε.

 Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσα να συνεχίσω την εργασία μου και όπως ήμουν υποχρεωμένος έπρεπε να επιστρέψω στον σταθμό, γιατί εκεί δεν υπήρχε άλλος ώστε να με αντικαταστήσει και αυτά που είχα να κάνω δεν ήταν λίγα και ούτε θα τελείωναν σε μια ώρα.

 Μέχρι αργά το βράδυ θα έπρεπε να μείνω εκεί, ήταν δυνατόν να αντέξω την παραμονή μου στον εργασιακό μου χώρο τόσες ώρες, κάτω από τις συνέπειες του πυρετού;

  Σ’ αυτό το ενδεχόμενο προσπαθούσα να δώσω μια απάντηση και εκεί που το σκεπτόμουν, θυμήθηκα το αντιπυρετικό κρύο δεκάλεπτο ντους, αυτό που από τα μαθητικά μου χρόνια έκανα, όταν είχα να αντιμετωπίσω το ίδιο πρόβλημα.

 Το έκανα λοιπόν τελικά όταν έφτασα στο σπίτι μου και όπως ήταν αναμενόμενο αυτό για μένα, βγήκα από αυτό σαν να μην μου συνέβη ποτέ και τίποτε, γι’ αυτό και πήγα ανενόχλητος στην δουλειά μου.

 Και όχι μόνον ανενόχλητος πήγα, αλλά και ήμουν έτοιμος μάλιστα να αντιμετωπίσω εκεί, οτιδήποτε άλλο ήθελε να μου προκύψει τις επόμενες ώρες της ημέρας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *