Τα κατορθώματα εκείνου του Σαρακατσάνου θυμόμουν καθώς έψαχνα στο ΚΤΕΛ του Κιλκίς για επισκέπτες που άργησαν να έρθουν και επειδή δεν βρήκα κανένα απ’ αυτούς εκεί και η ώρα περνούσε, αποφάσισα να επιστρέψω στο στρατόπεδο.
Επιστρέφοντας όμως, περνούσα κατ’ ανάγκη μέσα από το κέντρο της πόλης με το λεωφορείο μου και όπως ήταν επόμενο, διέσχιζα τον μοναδικό κεντρικό της δρόμο, στα πεζοδρόμια του οποίου έβλεπα να βαδίζουν πολύ λίγοι άνθρωποι λόγο της Πασχαλιάτικης ημέρας.
Παρατηρούσα με πολύ προσοχή λοιπόν όσους βάδιζαν εκεί, μήπως και εντοπίσω ανάμεσα τους, αυτούς που θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι δικοί μας επισκέπτες. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που έκανα την διαδρομή μου πολύ νωχελικά.
Παρατηρώντας τους όμως, είδα να βαδίζει και μια ξανθιά κοπέλα εκεί και αυτή όπως την υπολόγιζα γύρω στα 25 χρονών, συνόδευε τους γονείς της. Βάδιζαν δε έτσι οι τρεις τους, που έδειχναν ότι μάλλον είναι ξένοι και ότι μάλλον δεν ήξεραν πως και που ακριβώς έπρεπε να πάνε.
Έκοψα αισθητά την ταχύτητα του αυτοκινήτου μου, προκειμένου να επαληθεύσω τις εκτιμήσεις μου, αλλά και για να δω καλύτερα εκείνη την ξανθή κοπέλα, που όπως την έβλεπα, ήταν πολύ αισθησιακή μ’ εκείνο το κοντό φουστανάκι που φορούσε, σε συνδυασμό με τα μακριά και καλοφτιαγμένα πόδια της, αυτά που την κρατούσαν σαν μπιμπελό πάνω στο πεζοδρόμιο.
Βλέποντας την έτσι ντυμένη λοιπόν, έκοψα όπως καταλαβαίνετε την ταχύτητα του αυτοκινήτου μου, αφού τα είκοσι μου χρόνια δεν μου επέτρεπαν να την προσπεράσω αδιάφορος,
Από μακριά φαινόταν ότι δεν ήταν από εκείνη την περιοχή, αλλά και το βάδισμα της ήταν τέτοιο, που έδειχνε να προέρχεται από μεγαλύτερη πόλη και πιο κοσμική από το Κιλκίς.
Σταμάτησα σχεδόν το λεωφορείο μου προκειμένου να την δω καλύτερα και όπως αποδείχτηκε αυτό, συνολικά ήταν άριστη η οπτική της εικόνα. Θαυμάζοντας την θωριά της ξανθιάς κοπέλας όμως, καθυστερούσα αρκετά την δική μου δουλειά, αλλά και έτσι ενεργώντας, κατάφερα να προκαλέσω την δική της προσοχή.
Σαν είδε αυτή να την παρατηρεί καλά καλά και από κοντά ένας στρατιώτης, έκανε πολλές κινήσεις με τα δύο της χέρια στην προσπάθεια της να με σταματήσει, θέλοντας προφανώς να με ρωτήσει κάτι.
Δεν χρειαζόταν να κάνω και μεγάλο κόπο για όσα μου ζητούσε, αφού και δίπλα της ήμουν και ευχαρίστως θα το έκανα. Πάτησα λοιπόν το φρένο και όπως ήταν λογικό, περίμενα να ακούσω το ερώτημα της.
– Καλέ στρατιώτη; Σε ποιο στρατόπεδο έχουν σήμερα γιορτή του Πάσχα;
– Σε όλα της είπα. Όλα τα στρατόπεδα γιορτάζουν σήμερα. Γιατί;
– Α; Έκανε αυτή και ρώτησε τον εαυτό της. Καλά και που θα βρω εγώ τον αδερφό μου που μας περιμένει;
– Πως τον λένε τον αδελφό σου;
Αυθόρμητα της έκανα εκείνη την ερώτηση, σκεπτόμενος το ενδεχόμενο να ήταν δικός μας αυτός και μάλιστα, να είχαμε και εκείνη την ξανθιά παρέα μας στο στρατόπεδο, πράγμα που και πάλι τα είκοσι μου χρόνια δεν μ’ εμπόδιζαν να φαντάζομαι.
Όταν όμως άκουσα το όνομά του αδελφού της, πέταξα από την χαρά μου, γι’ αυτό και με θάρρος πλέον της έλεγα.
– Ελάτε να σας πάω εκεί. Εσάς έψαχνα!
Κατέβηκα από την θέση του οδηγού και τρέχοντας σχεδόν πήγα στην πίσω πλευρά του λεωφορείου, προκειμένου να τους τοποθετήσω στις θέσεις των επιβατών.
Δεν είχα και πολλά περιθώρια χρόνου στην διάθεση μου, γι’ αυτό και άνοιξα γρήγορα την πίσω πόρτα και τους βοηθούσα να καθίσουν στις θέσεις που τους υπέδειξα, κάνοντας παρέα στον Σαρακατσάνο.
Η κοπέλα όμως ήταν έτσι ντυμένη μ’ εκείνη την πολύ κοντή και στενή φούστα, που της ήταν αδύνατον να ανέβει τα τρία σκαλοπάτια του λεωφορείου, προκειμένου να βρεθεί και αυτή κοντά στους υπόλοιπους.
Την βοηθούσα βέβαια εγώ αν και με το αζημίωτο, αφού αναγκαστικά πια την έσπρωχνα προς τα πάνω, πιάνοντας την από τα πληθωρικά της οπίσθια.
Παρόλα αυτά όμως, τίποτε δεν γινόταν και επειδή πολύ χρονοτριβούσα μαζί της, ανακουφίστηκα αλλά και πολύ χάρηκα όταν την άκουσα να μου προτείνει μια λύση που την φαντάστηκα βέβαια αλλά και φοβόμουν να της την προτείνω.
– Καλέ στρατιώτη; Τι πειράζει να καθίσω εκεί μπροστά μαζί με σένα;
Δεν θα με ενοχλούσε βέβαια η κοπέλα αν έκανε αυτό που μου ζητούσε, αφού κι εγώ από πόλη προερχόμουν και άνετα μπορούσα να ανταπεξέλθω σε τέτοιους πειρασμούς.
Την αντίδραση του διοικητού μας σκεφτόμουν και το ενδεχόμενο να παρουσιαστώ μαζί της στο στρατόπεδο, συγχρόνως με τον στρατηγό.
Θα γίνω ρεζίλι σκέφτηκα, αλλά και τι μπορούσα να κάνω αφού δεν ήταν δυνατόν να γίνει διαφορετικά; Είκοσι χρονών είμαι έλεγα στον εαυτό μου, αν δεν επιχειρήσω να βάλω την κοπέλα τώρα και για μένα εκεί μπροστά, πότε θα το κάνω; Στα ογδόντα μου;
– Έλα της είπα ενθουσιασμένος από την ευκαιρία που μου δόθηκε και πράγματι εκεί μπόρεσα να την τοποθετήσω πολύ πιο εύκολα, αν και πάλι με την δική μου απλόχερη βοήθεια.
Μέχρι να φτάσω στο στρατόπεδο, διανύοντας γρήγορα εκείνα τα τέσσερα χιλιόμετρα που μας χώριζαν απ’ αυτό, δεν ήξερα από ποια πρώτα να ωφεληθώ πλούσια κάλλη της, αφού και αυτή μου το επέτρεπε.
Όταν έφτασα εκεί όμως η ώρα ήταν ήδη μία, γι’ αυτό και είδα τον διοικητή μας, όπως και τους υπόλοιπους αξιωματικούς, να είναι όρθιοι στην πύλη και να περιμένουν τη άφιξη του Στρατηγού.
Αντί να έρχεται αυτός λοιπόν, είδαν να εμφανίζομαι εγώ στην πύλη του στρατοπέδου, έχοντας δίπλα μου την όμορφη ξανθιά κοπέλα, η οποία και τους χαιρετούσε περιχαρής, μη έχοντας συναίσθηση του πού βρισκόταν.
Σταμάτησα μπροστά στον διοικητή μας αφού μου έκανε νόημα και πριν προλάβω να του εξηγήσω οτιδήποτε για όσα έβλεπε, κατέβηκε αυτή κάτω από το λεωφορείο και χαιρετούσε τους φαντάρους πλέον με τα δύο της χέρια, αποκαλύπτοντας ότι είχε και δεν είχε κάτω από κείνη την πολύ κοντή φούστα που φορούσε.
Σαν είδαν οι φαντάροι την ξανθιά και μάλιστα έτσι όπως ήταν άκρως αποκαλυπτική, σηκώθηκαν από τις καρέκλες που καθόταν και ούτε λίγο, ούτε πολύ, ζητωκραύγαζαν.
Γελούσαν οι αξιωματικοί με την αφέλεια της ξανθιάς, όπως και με την συμπεριφορά των στρατιωτών, αλλά και ζητούσε από μένα ο διοικητής μας να απολογηθώ.
– Πού την βρήκες ρε συ αυτήν; Θα μας κάνεις ρεζίλι βρε παιδί μου, δεν το καταλαβαίνεις;
– Είναι αδελφή ενός εκ των στρατιωτών μας κύριε διοικητά, του είπα, και πίσω έχω τους γονείς του. Τους βρήκα να μας ψάχνουν στο Κιλκίς και όπως με διατάξατε τους έφερα.
– Πάρε το λεωφορείο και αυτούς από δω γρήγορα είπε, γιατί από στιγμή σε στιγμή θα έρθει ο Στρατηγός κι όπως σου εξήγησα το πρωί, θέλω να έχουμε την πρέπουσα τάξη στο στρατόπεδο κατά την άφιξη του.
Κατέβασα τους επιβάτες μου και τους έστειλα να καθίσουν μαζί με τους άλλους επισκέπτες, ενώ εγώ πήγα να βάλω το λεωφορείο στην θέση του.
Όταν επέστρεψα και πλησίασα στον χώρο που ήταν στημένα τα τραπέζια; Έγινε μεγάλος χαμός.
Χειροκροτούσαν οι στρατιώτες, για την πολύ εμφανίσιμη κοπέλα που τους έφερα και επειδή νόμισαν ότι για να διακοσμήσω το τραπέζι των αξιωματικών μάλλον το έκανα αυτό, έβαλαν την ξανθιά κοπέλα να καθίσει μαζί με τους γονείς και τον αδελφό της, σε ένα τραπέζι που ήταν απέναντι από αυτό των αξιωματικών, αλλά και απέναντι από την θέση που προοριζόταν για τον Στρατηγό.
Η ξανθιά κοπέλα; Κρατούσε μια θέση δίπλα της για μένα, όπως έλεγε στους στρατιώτες που τους τοποθέτησαν εκεί, αλλά και τους ρωτούσε με μπόλικη αφέλεια.
– Καλέ, εσείς; Περνάτε πολύ καλά εδώ. Πειράζει να έρχομαι τα Σαββατοκύριακα και να μένω εδώ μαζί σας;
– Να έρχεσαι! της έλεγαν αυτοί, και να κάθεσαι για μέρες άμα θέλεις. Στον δικό μας όμως τον θάλαμο να έρχεσαι, γιατί εμείς έχουμε εκεί πολλά άδεια κρεβάτια.
Μ’ όλα αυτά τα διασκεδαστικά, είχαμε πράγματι, όχι μόνον εορταστικό, αλλά και πανηγυρικό κλίμα στο στρατόπεδο, γι’ αυτό και όταν ήρθε ο Στρατηγός και κάθισε στην θέση του και στο τραπέζι των αξιωματικών, κανένας από τους στρατιώτες δεν του έδωσε την δέουσα προσοχή, αφού ήταν απορροφημένοι από την παρουσία της ξανθιάς κοπέλας.
Σαν είδα τον Στρατηγό να κάθετε στην θέση του, πλησίασα με τρόπο στο τραπέζι των αξιωματικών, επιδιώκοντας να τον καλωσορίσω. Την στιγμή που έφτανα κοντά τους όμως, τον άκουσα να λέει στον διοικητή μας.
– Τώρα κατάλαβα τον λόγο που περάσαμε απαρατήρητοι από τους στρατιώτες. Η ξανθιά κοπέλα που βλέπω να κάθεται απέναντι μας, αυτή μάλλον έκλεψε την παράσταση.
Δεν πειράζει όμως πρόσθεσε. Γι’ αυτούς γιορτάζουμε σήμερα και για τους δικούς τους. Ας κάνουν λοιπόν ό,τι θέλουν.
Όταν καλωσόριζα τον Στρατηγό, έσπευσε ο διοικητής μας να του θυμίσει.
– Ο γνωστός μας ζωγράφος είναι.
– Τον θυμήθηκα είπε εκείνος,
Κι ενώ δεχόταν το καλωσόρισμα που του έκανα, θεώρησα σκόπιμο με την σειρά μου να του ζητήσω συγνώμη, για την παρατήρηση που έκανε στον διοικητή μας, εξαιτίας της ξανθιάς κοπέλας.
– Σας ζητώ συγνώμη Στρατηγέ. Άθελα μου παρέσυρα τους στρατιώτες λόγω της ξανθιάς κοπέλας που τους έφερα και έτσι δεν δόθηκε η αρμόζουσα προσοχή στην άφιξή σας, πού τόσο επιμελώς προετοίμασε για σας ο διοικητής μας.
– Και ζωγράφος καλός είσαι, είπε αυτός γελώντας και διπλωμάτης είσαι. Που την βρήκες όμως αυτήν την ξανθιά ρε; Και γιατί την έφερες έτσι όπως είναι ντυμένη; Όπως βλέπεις; Δεν παρέσυρες μόνον τους στρατιώτες, αλλά και τους δόκιμους παρέσυρες. Βλέπεις πως την περιτριγυρίζουν;
Αυτά έλεγε ο Στρατηγός και γελούσε με φωνή μαζί με τους υπόλοιπους αξιωματικούς.
– Την έφερα εδώ Στρατηγέ, πρόσθεσα, όπως έφερα και τους άλλους επισκέπτες. Είναι αδελφή κάποιου εκ των στρατιωτών μας. Δεν ήταν όμως στην δικαιοδοσία μου, το να την φέρω σεμνά ντυμένη. Έτσι την βρήκα και έτσι όπως την βρήκα την έφερα εδώ.
– Μα τότε παιδί μου δεν φταις εσύ. Ο πατέρας της και μητέρα της φταίνε. Σε συγχαίρω όμως, που πολύ διπλωματικά στήριξες την ούτως ή άλλως άριστη υποδοχή που μου επιφύλαξε ο διοικητής σου.
Πήγαινε τώρα στην κοπέλα που σε φωνάζει ανυπόμονη όπως βλέπω και πρόσεχε! Δεν βλέπω να είναι και πολύ σόι…
Γέλασαν και πάλι οι αξιωματικοί με όσα ειπώθηκαν εκεί μεταξύ μας και αφού ύψωσαν στην συνέχεια τα ποτήρια τους, ευχήθηκαν ο ένας τον άλλον, στην υγειά μας.
Απευθυνόμενος προς τους στρατιώτες ύστερα ο διοικητής μας, έδωσε με τον ίδιο τρόπο την άδεια έναρξης της γιορτής του Πάσχα. Σήκωσε το ποτήρι του ψηλά και τους έλεγε.
– Διασκεδάστε ελεύθερα και όσο θέλετε. Χορέψτε και τραγουδήστε μαζί με τους καλεσμένους σας. Για σας έγινε αυτή η γιορτή και όπως βλέπετε κι εμείς χαιρόμαστε μαζί σας.
Τελειώνοντας τον λόγο του ο διοικητής μας, έκανε νόημα στον ηχολήπτη, ώστε ν’ αρχίσουν τα δημοτικά τραγούδια που είχε στο πρόγραμμα του και έτσι; Σηκώθηκαν αμέσως οι αξιωματικοί, οι επισκέπτες και οι στρατιώτες να χορέψουν.
Αφού άρχισαν να χορεύουν οι καλεσμένοι, πήγα κι εγώ να καθίσω στην θέση μου και δίπλα από την ξανθιά κοπέλα, εξαιτίας της οποίας δεν σας κρύβω, ότι δεν μπορούσα να συγκρατήσω, ούτε τον εαυτό μου, αλλά ούτε και τα χέρια μου, αφού μου τα κατεύθυνε αυτή όπου νόμιζε ότι θα ήθελα.
Ωστόσο, πήρα μετά από λίγη ώρα ένα αβγό και πήγα στον διοικητή μας να το τσουγκρίσω με το δικό του. Είπαμε Χριστός Ανέστη και έτσι βρήκα την στιγμή κατάλληλη να τον ενημερώσω, για όλα όσα σκεφτόμασταν να κάνουμε εμείς οι της παρέας μου, όπως σας το ανάφερα στα προηγούμενα, αυτούς που από ώρα τους έβλεπα να μου κάνουν ανυπόμονα νοήματα, για το πότε θα βάζαμε σε ενέργεια τα σχέδια μας.
– Κύριε διοικητά, θέλω να σας ζητήσω κάτι. Ο οδηγός σας, ο οδηγός του υποδιοικητού, εγώ και ο δόκιμος μας, αυτοί δηλαδή που βλέπετε να περιμένουν εκεί, μαζί με άλλους πέντε οδηγούς, θέλουμε να μεθύσουμε σήμερα αν μας το επιτρέπετε.
Ο λόγος είναι, ότι δεν θα βρούμε άλλη ευκαιρία ώστε να ήμαστε όλοι μαζί ξανά, δεδομένου ότι οι μισοί απ’ αυτούς θα απολυθούν σε λίγο καιρό.
Γέλασε ο διοικητής μας με όσα άκουσε να του ζητώ, γι’ αυτό και είπε.
– Έχετε την άδεια μου να κάνετε ότι θέλετε. Αρκεί όμως, να επιστρέψουν οι επισκέπτες και οι αξιωματικοί μας, με ασφάλεια στο Κιλκίς.
Κάλεσα κοντά μας τότε και τους άλλους ενδιαφερομένους να μεθύσουν, όπως και τον αρχιλοχία της πυροβολαρχίας μας. Ήταν κι αυτός υπηρεσία εκείνη την ημέρα, γι’ αυτό και όλοι μαζί βεβαίωναν τον διοικητή μας, ότι όλα τα διαδικαστικά για την επιστροφή των επισκεπτών και των αξιωματικών μας είχαν ρυθμιστεί και ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί για τίποτε.
– Σας εμπιστεύομαι είπε ο διοικητής μας. Γι’ αυτό, κάντε ό,τι θέλετε.
– Μήπως είναι σκόπιμο όμως κύριε διοικητά, να ενημερώσουμε και τον αξιωματικό υπηρεσίας; Θέλω να αποφύγω το ενδεχόμενο να παρεξηγηθεί και πάλι μαζί μου αυτός, γιατί όπως κι εσείς το ξέρετε, είναι περίεργος άνθρωπος. Με έχει συνεχώς στην μπούκα και χωρίς κανένα λόγο με βγάζει μονίμως στις αναφορές κι εγώ όπως πολλές φορές σας το έχω πει, δεν θέλω να τον στεναχωρώ.
– Εγώ είμαι διοικητής εδώ παιδί μου, όχι αυτός. Αλλά αφού το θέλεις, έλα μαζί μου.
Ακολουθώντας τον λοιπόν, πήγαμε μαζί έως εκεί που ήταν τοποθετημένη η μικροφωνική εγκατάσταση και σταμάτησε τα τραγούδια. Πήρε μετά το μικρόφωνο στο χέρι του και είπε.
– Ο αξιωματικός υπηρεσίας, ακούει;
Ήταν στο κέντρο της πλατείας αυτός και όντως άκουγε. Στάθηκε σε θέση προσοχής στην συνέχεια και φώναξε δυνατά.
– Διατάξτε!!
– Ό αξιωματικός. Ο υπαξιωματικός και όλοι οι οπλίτες που έτυχε σήμερα να είναι υπηρεσία, μπορούν με την άδειά μου να πιούν ένα ποτηράκι κρασί μαζί μας, για το καλό της ημέρας. Για όσους δεν είναι υπηρεσία σήμερα, έχουν την άδειά μου και το ελεύθερο από μένα, να πιούν όσο θέλουν, χωρίς κανένα περιορισμό. Κρασί υπάρχει άφθονο στα βαρέλια. Πιέστε λοιπόν όσο θέλετε. Μόνον απ’ αυτό το βαρέλι να μη πάρετε κρασί, γιατί αυτό το έχουμε για τον Στρατηγό.
Αυτά είπε ο διοικητής μας και έδειξε με το χέρι του ένα ξύλινο βαρελάκι, γύρω στα τριάντα λίτρα δηλαδή, το οποίο βρισκόταν πάνω σε τρίποδα και δίπλα από το τραπέζι των αξιωματικών.
Μπροστά απ’ αυτό στεκόταν ένας στρατιώτης, προκειμένου να σερβίρει κρασί στον Στρατηγό αν ήθελε. Γέλασαν όλοι με όσα άκουσαν να λέει ο διοικητής μας για το βαρέλι του Στρατηγού, δεδομένου ότι αυτός ούτε γουλιά δεν έβαζε στο στόμα του.
Αφού ξέσπασαν σε χειροκροτήματα οι στρατιώτες, για την διαταγή που έδωσε ο διοικητής μας, ξεκίνησε το φαγοπότι.
– Τώρα είσαι καλυμμένος, είπε σε μένα και γυρίσαμε πάλι προς το τραπέζι των αξιωματικών.
Πήρε από εκεί στην συνέχεια μια μεγάλη γυάλινη κανάτα και την γέμισε με κρασί από το βαρέλι του Στρατηγού. Αφού μου την έδωσε στο χέρι, έλεγε με πολύ χαρά.
– Στην υγειά μας λοιπόν. Πιες όσο θέλεις απ’ αυτό το κρασί.
– Θα μεθύσει, αν πιει όλη αυτήν την κανάτα που του έδωσες, παρατήρησε ο Στρατηγός.
– Αυτό θέλει να κάνει, του είπε. Γι’ αυτόν έδωσα την διαταγή για το κρασί.
– Στην ηλικία του πρόσθεσε ο Στρατηγός, θα έπινα κι εγώ λίγο. Τώρα; Ούτε και να το δω δεν μπορώ. Άντε στην υγειά μας λοιπόν είπε και σηκώνοντας το άδειο του ποτήρι, το τσούγκρισε με την δική μου κανάτα.
Μετά απ’ αυτήν την στιχομυθία, γύρισε ο διοικητής μας προς τον στρατιώτη που ήταν σκοπός μπροστά από το βαρελάκι και του είπε δείχνοντας με.
– Μόνον σ’ αυτόν επιτρέπεται να δίνεις κρασί από το βαρελάκι σου.
– Άντε τώρα, είπε σε μένα. Τρέχα στην κοπέλα που τρελάθηκε να σε φωνάζει, και με έσπρωξε προς το τραπέζι της.
Το τι έγινε; δεν περιγράφεται. Ήταν πράγματι μια αξέχαστη μέρα. Οι στρατιώτες τραγουδούσαν και χόρευαν με τους δικούς τους και κάθε τόσο, έτρεχαν στα βαρέλια με το κρασί και στις σούβλες με τα ψητά. Εγώ με την παρέα μου; Το δώσαμε και κατάλαβε.
Αφήσαμε τους εαυτούς μας ελεύθερους, ώστε να κάνουν ανεμπόδιστα όσα συμφωνήσαμε. Να πιούμε δηλαδή, μέχρι τελικής πτώσης από την μέθη και αυτό πάλι, το κάναμε έτσι που όλοι μας μείναμε ευχαριστημένοι.
Είχα όμως τέτοιον χαμό εγώ εκείνη την ημέρα, που πέρα από το τραπέζι που καθόμουν μαζί με την παρέα μου και δίπλα από την ξανθιά κοπέλα, δεν ήξερα αν υπήρχε άλλος κόσμος.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που δεν πήρα είδηση το πότε έφυγε από εκεί ο Στρατηγός, όπως και πότε έφυγαν από κοντά μου όλοι εκείνοι της παρέας μου. Τους έψαξα κάποια στιγμή και αφού δεν έβλεπα κανέναν απ’ αυτούς, έμαθα από τους παρευρισκόμενους, ότι έφυγαν και αυτοί, αλλά σκνίπα στο μεθύσι.
Τελευταίος όπως μου είπαν, έφυγε από κοντά μου ο δόκιμος. Αυτόν πάλι, τον εντόπισαν λίγο αργότερα στο γραφείο του διοικητού. Τον έψαχναν προκειμένου να τον μεταφέρουν στο σπίτι του και αφού δεν τον έβρισκαν πουθενά, πήγαν να ενημερώσουν τον διοικητή μας, για την εξαφάνιση του.
Αντί να βρουν τον διοικητή μας όμως εκεί, βρήκαν τον δόκιμο στο γραφείο του. Και αυτόν τον βρήκαν έτσι, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον λόγο που το έκανε, γιατί ήταν ανάποδα γυρισμένος και με το κεφάλι του χωμένο μέσα στην σβησμένη σόμπα του διοικητού. Αφού ήταν μεθυσμένος όμως, δικαιολόγησαν αυτοί που τον έψαχναν ό,τι και αν έκανε εκεί ο δόκιμος.
Η κοπέλα; Όλως παραδόξως ήταν όρθια ακόμη και συνέχιζε να πίνει. Βλέποντας όμως την κανάτα μας και πάλι άδεια, σηκώθηκα να την γεμίσω με κρασί και όταν το έκανα αυτό, διαπίστωσα ότι το βαρελάκι είχε αδειάσει. Επιστρέφοντας στο τραπέζι μας, έλεγα στην ξανθιά συνοδό μου.
– Δεν έχει άλλο κρασί. Το αδειάσαμε το βαρελάκι. Μήπως όμως είναι ώρα να το διαλύσουμε; Από ότι βλέπω, μόνον εμείς οι δύο μείναμε όρθιοι. Είναι και οι γονείς σου βέβαια εδώ, όπως και δυο τρεις παρέες ακόμη. Όλοι αυτοί όμως δεν πίνουν, αλλά περιμένουν απλώς να δουν, το ποιος από τους δυο μας θα πέσει πρώτος.
Σκέφτηκε για λίγο αυτά που της έλεγα και μετά είπε αποφασισμένη.
– Ούτε από εδώ φεύγω εγώ, αλλά ούτε και κάτω θα πέσω πρώτη. Πες τους λοιπόν να μας φέρουν κρασί και εσύ να ξέρεις, ότι βρήκες τον μάστορα σου. Και μη νομίζεις, ότι δεν σε είδα που μοίραζες το κρασί σου στους άλλους φαντάρους, για να πιείς εσύ λιγότερο!
Δεν ήταν μόνον όμορφη η ξανθιά κοπέλα, αλλά και έξυπνη ήταν, γιατί πράγματι και έβαζα από την δική μου κανάτα κρασί, σ’ όσους ήθελαν να δοκιμάσουν από το κρασί του στρατηγού.
Αφού λοιπόν, δεν γινόταν αλλιώς, συνέχισα να πίνω μαζί της. Όταν πια έμεινε και η τελευταία μας κανάτα άδεια, έκανα μια προσπάθεια να σηκωθώ από την καρέκλα μου, προκειμένου να την γεμίσω από τα μεγάλα βαρέλια. Ήταν αδύνατον να το κάνω όμως, γιατί λύγιζαν τα γόνατα μου.
Κάθισα πάλι στην καρέκλα μου, νιώθοντας μουδιασμένο το σώμα μου από την μέση και κάτω. Ενώ λοιπόν εγώ σκεφτόμουν τι να κάνω για το μούδιασμα που αισθανόμουν, άκουσα τον αρχιλοχία μας να μου λέει στο αυτί με τρόπο.
– Έχουν φύγει όλοι οι επισκέπτες μας. Το ίδιο έκαναν και οι αξιωματικοί. Ο διοικητής μας όμως δεν φεύγει από εδώ, αν δεν φύγει και ο τελευταίος από τους επισκέπτες. Τι λες; Μήπως πρέπει να το σκεφτείς;
Στο άκουσμα ότι ο διοικητής μας περιμένει, το πότε θα δώσω εγώ ένα τέλος στην γιορτή της ημέρας, σηκώθηκα με όση δύναμη μου απέμεινε και είπα στην κοπέλα.
– Σήκω γιατί φεύγουμε!
Και πριν προλάβει να μου πει οτιδήποτε αυτή, κατευθύνθηκα προς το λεωφορείο μου. Την άφησα εκεί να κάνει παρέα στους γονείς της, όπως και στους υπόλοιπους που περίμεναν να δουν τι θα γίνει και γελούσαν με την συμπεριφορά μας.
Πήγαινα τρικλίζοντας στο λεωφορείο, αλλά και σκεπτόμουν ότι έπρεπε να μεταφέρω με ασφάλεια τους επισκέπτες μας στο ΚΤΕΛ, όπως και τους το είχα υποσχεθεί άλλωστε.
Το είδα που ήταν πρόχειρα αφημένο εκεί κοντά, γι’ αυτό και χωρίς να το σκεφτώ περισσότερο, ανέβηκα να το οδηγήσω. Στην προσπάθεια μου να το φέρω κοντά στα τραπέζια και στους επισκέπτες μας όμως, χώθηκε το λεωφορείο χωρίς να καταλάβω πως, μέσα στο χαντάκι της αλάνας.
Πήγαινε όπου ήθελε αυτό αφού εγώ δεν όριζα τίποτε, γι’ αυτό και μου είπε ο διοικητής μας που παρακολουθούσε από κοντά τις δικές μου ενέργειες.
– Δεν νομίζω ότι μπορείς να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι. Αφού υπάρχει ο αντικαταστάτης σου όμως, είναι καλύτερα για σένα να πας για ξεκούραση. Άλλωστε, εμείς θα σε χρειαστούμε αύριο.
Μου φάνηκε λογικό αυτό που άκουσα, γι’ αυτό και κατέβηκα αμέσως από το αυτοκίνητο. Ήξερα ότι μου χρειαζόταν η ξεκούραση, όπως ήξερα ότι κι εγώ χρειαζόμουν το κρεβάτι μου, γι’ αυτό και έβαλα στόχο, το να πάω αμέσως στον θάλαμο μου.
Από την κόπωση και την ζαλάδα που είχα όμως, μου φάνηκε ότι ήταν πολύ μακριά αυτός. Χαιρέτησα ωστόσο αυτούς που ήταν εκεί, χαιρέτισα ιδιαιτέρως και την ξανθιά κοπέλα αφού αγκαλιαστήκαμε για πολλοστή φορά και όπως ήταν στην συνήθεια μου, τους ευχήθηκα όλους καλή επιστροφή στα σπίτια τους.
Μετά απ’ αυτό, ξεκίνησα όπως, όπως, να πάω προς τον προορισμό μου. Έλα όμως, που η ξανθιά κοπέλα δεν έφευγε από κει, αν δεν έβλεπε πρώτα που ήταν το κρεβάτι που κοιμόμουν!
– Έλα βρε χρυσό μου, της έλεγε η μητέρα της. Θα έρθουμε πάλι το άλλο Σάββατο. Πάμε τώρα να φύγουμε από δω και άφησε ήσυχο πια το παιδί. Αρκετά το ταλαιπώρησες όλη την ημέρα.
Εκείνη όμως; Ήταν ανένδοτη.
– Δεν φεύγω από δω, αν δεν δω πρώτα πού κοιμάται.
Για να ξεμπερδεύουν μαζί της, μας πήγαν σηκωτούς μέχρι τον θάλαμο μου, γιατί μόνοι μας; Δεν ήταν δυνατόν να πάμε, ούτε εκείνη την ώρα, ούτε ύστερα, αλλά ούτε και αύριο.
Αφού μας μετέφεραν στον θάλαμο μου και της έδειξαν το κρεβάτι μου, τους ζήτησε ακόμη μια χάρη. Να ξαπλώσει δηλαδή για λίγο πάνω σ’ αυτό, προκειμένου να δει πως είναι να κοιμάται κανείς σε στρατιωτικό κρεβάτι.
Την συνόδευαν και οι γονείς της όμως, γι’ αυτό και την παρακαλούσαν να σηκωθεί επιτέλους από το κρεβάτι μου, γιατί τους περίμενε ο οδηγός του λεωφορείου έξω από τον θάλαμο, προκειμένου να τους μεταφέρει στο ΚΤΕΛ.
Η ξανθιά; Ζητούσε επιμόνως από τον αρχιλοχία την υπόσχεση, ότι της επιτρέπει να μας επισκέπτεται όλα τα Σαββατοκύριακα, έτσι ώστε να μένει συνεχώς μαζί μου.
Αφού πήρε την υπόσχεσή του αρχιλοχία, πείστηκε στο τέλος ότι μάλλον έπρεπε να φύγει, γι’ αυτό και την έβαλαν πάλι στην μπροστινή θέση και όπως ήρθε, έτσι και έφυγε μαζί με τους υπόλοιπους.
Μετά και από την δική τους αναχώρηση, βρήκα επιτέλους κι εγώ τον χρόνο, ώστε να ξαπλώσω ήσυχος πλέον στο κρεβάτι μου, γιατί δεν άντεχα άλλο την ορθοστασία μου.
Μιχάλης Αλταλίκης