Το Επαγγελματικό Μου Αρχείο Κι Ο Κινέζος

water-lily-931728_960_720  Είδα λίγα και κατάλαβα πολλά από αυτό το χωρίς αποτέλεσμα δάνειο του βιοτέχνη, αυτό δηλαδή που σας ανάφερα στο προηγούμενο θέμα, γι’ αυτό κι όταν πια ενημέρωνα τον διευθυντή μας για το πως κινείτε τελικά αυτή η υπόθεση των δανειοδοτήσεων, του έλεγα με πίκρα σχεδόν.

 – Δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε περισσότερο με αυτό το θέμα, γιατί όπως και το διαπίστωσα αυτό, δεν είναι και τόσο καθαρό. Μυρίζει απάτη.  Εξαιτίας αυτού λοιπόν, φοβούμαι ότι μάλλον δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε φυσιολογικά, γι’ αυτό και βλέπω τον κόπο μου να πάει όλους δι’ όλου χαμένος.

 Άκουσε την παρατήρηση μου ο διευθυντής μας και πολύ σωστά ρωτούσε.

– Ναι. Σωστά τα λες. Αλλά και τι θα κάνουμε με όλους αυτούς, που κάθε μέρα μας ζητούν να τους δώσουμε την προσφορά μας, για την μεταφορά των μηχανημάτων τους, αυτών δηλαδή που υποτίθεται ότι θα φέρουν από το εξωτερικό, αν τους εγκριθεί το δάνειο;

 Να μη τους δώσουμε καμιά απάντηση; Είναι δεν είναι σίγουρα όλα αυτά λοιπόν, είμαστε υποχρεωμένοι να συμμετάσχουμε στα αιτήματα τους, έστω και χωρίς να ελπίζουμε σε κάποιο θετικό για μας αποτέλεσμα.

  Αυτά είπαμε εν ολίγοις με τον διευθυντή μας εκείνη την ημέρα και με αυτό το σκεπτικό ως οδηγό, έπαιρνα το αυτοκίνητο του πεθερού μου αφού δεν είχα δικό μου και με αυτό στα χέρια κάθε μέρα, χαρτογράφησα θα έλεγα όλη την περιοχή μας.

 Καταχωρούσα δηλαδή στον άκρως επαγγελματικό μου κατάλογο, όλες ανεξαιρέτως τις μικρές και τις μεγάλες επιχειρήσεις που έβρισκα να δραστηριοποιούνται στα όρια μας, είτε ήταν εργοστάσια, είτε βιοτεχνίες, είτε ήταν σε λειτουργία από παλιά, είτε τις έβρισκα στο στάδιο της ανέγερσης και στηριζόταν στην υποσχετική κάποιου δανείου.

 Και δεν τις καταχωρούσα μόνον ονομαστικά, αλλά σημείωνα και την θέση που βρισκόταν, το αντικείμενο ενασχόλησης τους, το δυναμικό της παραγωγής τους, το εργατικό δυναμικό τους και προπαντός, το ύψος του δανείου τους αν προβλεπόταν.

 Οι μεγάλες επιγραφές πάντως, αυτές δηλαδή που υπήρχαν στις άκρες των οικοπέδων τους, περίτρανα πληροφορούσαν στους περαστικούς αν υπήρχε αίτηση δανείου, ότι αυτό ήταν τόσων εκατομμυρίων δραχμών κι ότι το παραχωρούσε η γνωστή πια σε όλους μας ΕΤΒΑ.

 Έτσι κινούμενος λοιπόν και με αυτόν τον στόχο για οδηγό μου, συγκέντρωσα πολλές πληροφορίες κι όλες αυτές δεν ήταν χρήσιμες μόνον σε μένα, αλλά και σε οποιονδήποτε άλλον ήθελε να πληροφορηθεί σχετικά.

 Χαρτογραφώντας όμως την περιοχή μας, μαζί με όλα τα άλλα που έψαχνα για την επαγγελματική μου ενημέρωση, βρήκα να υπάρχουν στον ίδιο χώρο πράγματα και θαύματα, διηγώντας τα να κλαις όπως μας έμεινε κι αυτό να το λέμε.

  Ένα σορό εγκαταλελειμμένα εργοστάσια δηλαδή, από αυτά που πήραν δάνεια από τις κυβερνήσεις της επταετίας και παρέμεναν οριστικά κλειστά αν και ήταν πλήρως εξοπλισμένα, με τον μηχανολογικό τους εξοπλισμό να σκουριάζει από την διαπαντός αχρηστία.

  Εργοστάσια, για τα οποία δόθηκαν τότε δάνεια πολλών εκατομμυρίων δραχμών και δεν λειτούργησαν ποτέ. Αυτή η εγκατάλειψη, από μόνη της δήλωνε σε όποιον την αντίκριζε, ότι όσοι πήραν αυτά τα δάνεια για να αναβαθμίσουν τα εργοστάσια τους δήθεν, όπως και την περιοχή τους, τα πήραν μόνο και μόνο για να επωφεληθούν οι ίδιοι από τις γνωστές σε όλους υπερτιμολογήσεις και μαζί με αυτούς, ωφελήθηκαν κι όλοι εκείνοι οι φορείς και παράγοντες που συμμετείχαν ενσυνείδητα σ’ αυτήν την κατασπατάληση των οικονομικών πόρων της πατρίδας μας.

 Κατέληγαν δηλαδή όλα αυτά τα εκατομμύρια στις τσέπες των επιτήδειων, αφήνοντας στην τύχη του το άνεργο εργατικό δυναμικό της περιοχής τους, για το οποίο και δίνονταν δήθεν αυτά τα δάνεια όπως εξαγγέλλονταν από τις αρμόδιες αρχές και καμιά από αυτές δεν είδε, αλλά ούτε και πρόσεξε στην συνέχεια την μετέπειτα πλήρη εγκατάλειψη τους.

 Αφού λοιπόν τα παλιά δάνεια πήγαν όντως στον βρόντο κι αφού βεβαίως και είδαν οι αρμόδιοι φορείς ότι τα χρήματα του δημοσίου δεν έφτασαν ποτέ στην παραγωγή, εύλογα λοιπόν ρωτούσα εγώ τον εαυτό μου, αφού δεν έβλεπα κανέναν από αυτούς που η νόμιμη θέσεις τους, τους υποχρεώνει να το κάνουν αυτό αντί για σας και για μένα.

 – Μα πως δίνετε τόσα δάνεια από τα χρήματα του δημοσίου, χωρίς να εξασφαλίζεται από κανέναν η πιθανότητα να ενεργοποιηθεί ο λόγος, αλλά κι ο σκοπός για τον οποίο δίνονται;

 Τυχαία λέτε ότι έγινε τότε αυτή η κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος; Δεν νομίζω. Σκοπίμως έγινε και μάλιστα οργανωμένα και θα το δείτε αυτό να επαναλαμβάνετε συνεχώς από τότε και στο εξής κι εκ του αποτελέσματος μου προκύπτει το συμπέρασμα.

 Ότι και αν σκεφτόμουν εγώ όμως τότε ως απλός πολίτης αυτής της χώρας αλλά και βαριά φορολογούμενος, αυτοί οι κάθε λογής κερδοσκόποι έκαναν και τότε αυτό που πάντα κάνουν εθελοτυφλούντων των αρμοδίων φορέων.

 Κλέβουν δηλαδή και δεν δίνουν λόγο σε κανέναν, αδιαφορώντας τελείως για την δήθεν αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού της περιοχής για την οποία χωρίς ντροπή και χωρίς φόβο ασφαλώς δικαιολογούσαν την έγκριση των δανείων τους οι φορείς, αφού ήξεραν εκ των προτέρων, ότι κανείς και ποτέ δεν θα κινηθεί εναντίων τους.

  Για να επανέλθω όμως στην χαρτογράφηση των εργοστασίων που έκανα κι εντόπισα να υπάρχουν πολλά τέτοια στην περιοχή μας, μπορώ να πω ότι όντως αποδείχτηκε πολύ χρήσιμη, αφού εξαιτίας της γνώριζα πλέον πολύ καλά, το πόσες από αυτές ήταν νεκρές, πόσες λειτουργούσαν, όπως και τι ειδικά επαγγελλόταν, αλλά και που ακριβώς βρισκόταν.

 Εκτός από αυτές τις πληροφορίες, είχα στα χέρια μου κι όλες εκείνες που απέκτησα από τις μεταξύ μας συνομιλίες, οι οποίες ήταν πολύ χρήσιμες για μένα και αφορούσαν την προσωπική μου ενημέρωση βέβαια, αλλά και πολύ χρήσιμες ήταν, για όλους όσους ήθελαν πράγματι να κάνουν ειλικρινείς εργασίες μαζί τους.

 Αποτέλεσμα όμως όλων αυτών των ειδικών, όσο και των αναλυτικών πληροφοριών, ήταν ότι είχα εγώ στα χέρια μου έναν πολύ καλά και πρόσφατα ενημερωμένο επαγγελματικό οδηγό, παρόμοιο του οποίου δεν είχε κανείς άλλος από τον ιδιωτικό, αλλά ούτε κι από τον δημόσιο φορέα.

 Κι εφόσον δεν τον είχα κρυφό καμάρι αλλά τον διέθετα σε όλους όσους ήταν σε θέση να συναλλάσσονται αξιοπρεπώς, έγινε αμέσως γνωστός αλλά και ευχάριστα αποδεκτός, αφού όσοι ζητούσαν να πληροφορηθούν από αυτόν, μάλλον είχαν να προστατευτούν και από κανέναν επιτήδειο δεν κινδύνευαν να βρεθούν μπλεγμένοι.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που από παντού μου έστελναν στο γραφείο μου, όλους όσους ήταν σχετιζόμενοι με το εμπόριο και κατέληγαν στους δημόσιους φορείς προκειμένου να ζητήσουν έγκυρες πληροφορίες για το που θα εύρισκαν το προϊόν που ζητούσαν να εμπορευτούν, ή τους πελάτες που θα ήθελαν να διαθέσουν το δικό τους προϊόν, χωρίς βέβαια να κινδυνεύουν να βρεθούν ζημιωμένοι από κάποιο κακό συναπάντημα.

 Από όσο ήμουν σε θέση να γνωρίζω, ερχόταν πολλοί επαγγελματίες στην πόλη μας τότε προκειμένου να εμπορευθούν, τόσο από το εξωτερικό, όσο κι από το εσωτερικό της χώρας κι όλοι αυτοί ήθελαν να είναι σίγουροι για όσα έψαχναν να βρουν και με το δίκαιο τους βέβαια, γι’ αυτό και καλά πληροφορημένοι, κατέληγαν στην εταιρεία μας και στο δικό μου γραφείο.

  Ανάμεσα σ’ αυτούς τους κατά καιρούς και διαστήματα εμφανιζόμενους εμπορικούς επισκέπτες στην πόλη μας, ήταν κι ένας Κινέζος. Ήταν ο πρώτος που εμφανίστηκε στην περιοχή μας, με στόχο την διεύρυνση των εμπορικών του δραστηριοτήτων κι αυτός πάλι, ήρθε συστημένος να με βρει στο γραφείο μου.

 Ευχαρίστως τον δέχτηκα όπως καταλαβαίνετε κι όχι μόνον, αφού εκτιμώντας την πρόθεση του να συνδιαλλαγεί με σωστούς εμπόρους όπως μου το ζήτησε, τον κράτησα κοντά μου όχι μία, αλλά δεκαπέντε μέρες.

 Κι όταν λέω κοντά μου, εννοώ ότι τον είχα καθημερινά μαζί μου στο γραφείο και μάλιστα σαν συνεργάτη μου. Κι επειδή μου είπε ότι ήθελε να εξετάσει από κοντά κι ο ίδιος προσωπικά, όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που θα του επέτρεπαν να κάνει όντως δουλειές με Έλληνες επιχειρηματίες αφού γι’ αυτόν τον σκοπό μας επισκέφτηκε, του επέτρεπα κι εγώ να έρχεται μαζί μου, σε όποια επιχείρηση κι αν πήγαινα, σύμφωνα με το προσωπικό μου εργασιακό πρόγραμμα.

 Αν και ήταν συνομήλικος μου όμως εκείνος ο Κινέζος, ήταν λιγομίλητος, αλλά και πολύ επιφυλακτικός. Δεν μου επέτρεπε να μπω στην ψυχολογία του παρά τις προσπάθειες μου, γι’ αυτό και δεν ήξερα σε ποιο βαθμό τον βοηθούσα να ολοκληρώσει τον σκοπό για τον οποίο έκανε ένα τόσο μεγάλο και πολυέξοδο ταξίδι.

 Δέχτηκα όμως ένα πρωινό τηλεφώνημα μια μέρα κι αυτό προερχόταν από την Κινέζικη πρεσβεία της Αθήνας όπως με ενημέρωσε η τηλεφωνήτρια μας. Όταν σήκωσα το ακουστικό απορώντας για το τηλεφώνημα, άκουσα τον πρέσβη να με ευχαριστεί προσωπικά και δεόντως για την αμέριστη βοήθεια που παρείχα στον συμπατριώτη του, αλλά και γιό του υπουργού εμπορείου της Κίνας όπως μου εξηγούσε, από τον οποίο περίμεναν πολλά μέλη της τότε κυβέρνησης τους κι όπως μου το βεβαίωνε κι αυτό ο πρόξενος, καλύτερη επαγγελματική επαφή στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να βρει όσο κι αν την έψαχνε.

 Σ’ εμένα δεν έλεγε τίποτε ο Κινέζος, αλλά κρατούσε ενήμερο τον πρέσβη τους όπως αποδείχτηκε, στον οποίο κι έκανε πλήρη επαγγελματική αναφορά για όλα όσα έβλεπε να διαδραματίζονται κατά τις επισκέψεις μας στις επιχειρήσεις που επισκεπτόμασταν κι επειδή μάλλον ήταν αρκετά  ικανοποιημένος από την μεταξύ μας συνεργασία κι ας μη μου το έλεγε, είχε κάθε λόγο να με ευχαριστεί αντί αυτού ο πρόξενος τους, ο οποίος δεν ευχαριστούσε μόνον εμένα, αλλά και την εταιρεία μας που δέχτηκε να τον φιλοξενεί για δεκαπέντε μέρες στα γραφεία της.

  Έφυγε ωστόσο ο Κινέζος εμπορικός επισκέπτης από την Ελλάδα κι όταν έφτασε στην πατρίδα του δεν χαθήκαμε, αλλά διατηρήσαμε για λίγο καιρό την επαφή μας συνομιλώντας από τηλεφώνου.

 Από ότι μου έλεγε λοιπόν, όντως σκεπτόταν οι Κινέζοι να βάλουν πόδι στην αγορά της Ελλάδος κατ’ αρχήν και μετά προς την ευρύτερη Ευρώπη, αλλά δεν είχαν αποφασίσει ακόμη το πώς και με ποιο τρόπο θα το έκαναν.

 Κάτι μεσολάβησε όμως στην Κίνα τότε και τα πολιτικά πρόσωπα που μέχρι πρότινος ήταν στην εξουσία εξαφανίστηκαν. Μαζί με αυτούς, χάθηκε κι ο γνωστός μου Κινέζος, ο οποίος μου τηλεφώνησε μια φορά από την Αμερική, για να μου πει ότι τα πράγματα στην Κίνα δεν πάνε καλά κι ότι θα μιλήσουμε πάλι όταν όλα διορθωθούν. Από τότε και μετά όμως, δεν είχα καμιά επαφή μαζί του.

 Ποτέ δεν έμαθα τι έγινε με αυτόν τον Κινέζο, αλλά και τον νέο Πρόξενο που ρώτησα να μου πει κάτι γι’ αυτόν, τίποτε δεν ήξερε. Ωστόσο όμως, αν και πέρασαν κοντά σαράντα χρόνια από τότε, σήμερα βλέπουμε το πως άπλωσε τα εμπορικά της πλοκάμια η Κίνα στην Ευρώπη και τι μάχες δίνει ακόμη ώστε να έχει για εμπορικό της ορμητήριο την Ελλάδα μέσω των λιμένων της.

 Παρεμπιπτόντως, πρέπει να σας πω ότι αυτόν τον Κινέζο για τον οποίο αναφέρομαι, μου τον έστειλε συστημένο ένας Άγγλος εμπορικός επισκέπτης, ο οποίος βρέθηκε στην πόλη μας για τους ίδιους λόγους με τον Κινέζο, πριν από δέκα μέρες περίπου.

  Αυτόν λοιπόν, τον συνάντησα τυχαία μια μέρα, όταν επέστρεφα στο γραφείο μου μετά από μια επίσκεψη που είχα κάνει σε κάποιον πελάτη μας. Βρισκόταν έξω από μια παλιά πολυκατοικία και κρατώντας μια λίστα με ονόματα στα χέρια του, έψαχνε όπως υπολόγιζα στα κουδούνια να βρει το όνομα πιθανόν, αυτού που η λίστα του τον υποχρέωνε να τον αναζητήσει.

 Βλέποντας ότι είναι ξένος, προθυμοποιήθηκα να τον βοηθήσω όπως καταλαβαίνετε, αν και δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελε να κάνει μπροστά στην είσοδο εκείνης της πολυκατοικίας.

 Μόλις αντελήφθητε αυτός την διάθεση κάποιου να τον βοηθήσει, αμέσως μου έδειξε την λίστα που κρατούσε στα χέρια του και με ανακούφιση σχεδόν μου εξέφραζε την απορία του λέγοντας.

 – Έρχομαι από την Αγγλία και είμαι πωλητής μια μεγάλης επιχείρησης. Βρίσκομαι στην πόλη σας για επαγγελματικούς λόγους και αυτοί είναι που με υποχρεώνουν να συναντηθώ με όλους αυτούς που είναι γραμμένοι σ’ αυτήν την λίστα.

 Όλοι αυτοί λοιπόν, επισκέφτηκαν τον σταντ μας, αυτό που είχαμε εμείς σε μια έκθεση του Λονδίνου προ ημερών, όπου και δήλωσαν το ενδιαφέρον τους για τα προϊόντα μας. Επειδή μαζί με αυτό δήλωσαν ότι είναι έμποροι και μάλιστα εισαγωγείς, με έστειλε η εταιρεία μας εδώ να συναλλαγώ μαζί τους, αφού εγώ είμαι ο υπεύθυνος των πωλήσεων τους.

 Εκείνο όμως που με κάνει να απορώ, είναι ότι δεν βρίσκω στα κουδούνια το όνομα αυτού που η λίστα μου αναφέρει, ότι σ’ αυτήν την οδό και σ’ αυτόν τον αριθμό της πολυκατοικίας έχει τα γραφεία του. Μήπως μπορείς να με βοηθήσεις;

 Πήρα την λίστα του στα χέρια μου, αφού για να τον βοηθήσω στάθηκα εκεί, αλλά βλέποντας τα ονόματα και τις διευθύνσεις των δήθεν εμπόρων που αναφερόταν, απογοητευτικά κι εγώ ως πωλητής, γιατί έκανε τόσο κόπο ο άνθρωπος και τόσα έξοδα προκειμένου να συναντήσει εμπόρους κι αυτοί δεν ήταν τίποτε. Τι να του έλεγα λοιπόν;

 – Όχι μόνον αυτός που ψάχνεις εδώ να βρεις δεν είναι έμπορος, αλλά ούτε και οι άλλοι που έχεις γραμμένους στην λίστα σου είναι τέτοιοι όπως βλέπω.

  Καταλαβαίνετε τώρα πως με κοιτούσε. Τον έπιασα λοιπόν από το μπράτσο κι αφού του είπα ποιος είμαι, τι δουλειά κάνω και για ποιας εταιρείας τα συμφέροντα εργάζομαι, άνοιξαν τα μάτια του διάπλατα κι από μόνα τους ζητούσαν βοήθεια.

 Τον κάλεσα να επισκεφτεί τα γραφεία μας στην συνέχεια και μέχρι να φτάσουμε εκεί, μου εξηγούσε ότι είχε υπόψιν του την εταιρεία μας κι ότι ήλπιζε να βοηθηθεί από εμάς, για το πώς θα μπορούσε να συναντηθεί με όλους αυτούς που η διεύθυνση της εταιρείας που αυτός υπηρετούσε του έδωσε την λίστα να τους βρει, εφόσον δήλωσαν οι αναφερόμενοι ότι ήταν εισαγωγείς.

 Όταν πια φτάσαμε στο γραφείο μου και πριν ακόμη καθίσει στην καρέκλα που του προσέφερα, άνοιξα το συρτάρι του γραφείο μου και του έδειξα πόσες παρόμοιες με την δική του λίστες δεχόμουν εγώ καθημερινά από τους συναδέλφους μου όλων των Ευρωπαϊκών χωρών κι όχι μόνον, για τις οποίες έπαψα πια να τους απαντώ, ότι κανένας από αυτούς που μου στέλνουν σε λίστες δεν επαγγέλλεται κάτι κι ότι εξαιτίας αυτού τίποτε το ενδιαφέρον δεν προκύπτει.

 Ποτέ δεν κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο γινόταν αυτό, αλλά κι εγώ δεχόμουν τέτοιες λίστες όπως τις έδειξα στον Εγγλέζο συνάδελφο μου και μονίμως το έκαναν αυτό οι συμπατριώτες μας.

 Θέλοντας όμως να του φανώ χρήσιμος στην συνέχεια, του ζήτησα να μου εξηγήσει τι ακριβώς παρήγαν στην εταιρεία τους, όπως και τι είδους πελάτες έψαχνε να βρει στην Θεσσαλονίκη.

 Όταν τον άκουσα να μου λέει ότι ήταν εξειδικευμένοι σε εξαρτήματα και υλικά υψηλής τεχνολογίας κι ότι έψαχνε βιομηχανίες που να μπορούν να κάνουν χρήση αυτών των υλικών, ήταν επόμενο ότι θα χαμογελούσα και χαμογελαστά του είπα τα υπόλοιπα.

 – Αν υπήρχαν τέτοιες βιομηχανίες στην Θεσσαλονίκη, τι λες; Θα είχαν την έδρα τους μέσα στις παλιές πολυκατοικίες της πόλης μας; Ή θα την είχαν στους χώρους των βιομηχανιών τους;

  Όπως καταλαβαίνετε, ούτε αυτός χρειάστηκε να μου απαντήσει, αλλά ούτε κι εγώ χρειάστηκε να του πω περισσότερα. Αμέσως κατάλαβε ο άνθρωπος, ότι εμείς δεν διαθέταμε τέτοιου είδους βιομηχανίες κι ότι μάλλον άδικα έκανε αυτό το ταξίδι στην Ελλάδα.

 Μετά από αυτήν την ολιγόλεπτη ενημέρωση που δέχτηκε, ζήτησε να μιλήσει με την εταιρεία του, η οποία και τον έστελνε από τηλεφώνου στον επόμενο προορισμό του κι αυτός δεν ήταν άλλος από την Κίνα.

 Από εκεί λοιπόν μου έστειλε τον Κινέζο που σας ανάφερα κι αυτό το έκανε, όταν άκουσε ανάμεσα στις συνεργασίες που βρήκε επιτέλους να κάνει εκεί ως πωλητής, να μιλούν οι Κινέζοι για τα μακροπρόθεσμα εμπορικά σχέδια τους, αναφέροντας ως πρώτο τους προορισμό την Ελλάδα.

  Όπως βλέπετε κι εσείς λοιπόν, ο κατάλογος μου ήταν για όλους χρήσιμος κι αφού αναγνωρίστηκαν από πολλούς οι δυνατότητες του, δεν δεχόμουν επισκέψεις στο γραφείο μου, μόνον από αυτούς που ερχόταν συστημένοι.

 Ερχόταν δηλαδή και πολλοί συνάδελφοι μου να με βρουν, τόσο από το υποκατάστημα της Αθήνας, όσο κι από αυτά των Ευρωπαϊκών χωρών κι όχι μόνον, με σκοπό βέβαια όπως πάντα, το να δούμε μαζί, αλλά κι επί χάρτου πρωτίστως θα έλεγα, την πιθανότητα να μεγαλώσουμε κι από κοινού μάλιστα τον κύκλο των πελατών μας.

 Με την συμμετοχή μου όμως σ’ αυτήν την διερεύνηση πιθανοτήτων με τους συναδέλφους μου των Ευρωπαϊκών χωρών, εξελίχτηκα κατ’ ανάγκη πλέον σε διερμηνέα πρώτης γραμμής, για τον απλό λόγο, ότι ήξερα πολύ καλά το αντικείμενο μου, αν και τα Αγγλικά που εγώ μιλούσα δεν ήταν τα ενδεικνυόμενα για τέτοιου είδους δραστηριότητες.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *