Ανέβλεψε επιτέλους ο Κωνσταντίνος μας

  Αυτά είπαμε με τον Κωνσταντίνο μας κι αφού συμφώνησαν μαζί μου, η γυναίκα μου, η μητέρα μου και τα δυό μας μικρότερα από αυτόν παιδιά τον αφήσαμε να σκεφτεί τις υποχρεώσεις του κι αφού ενημέρωνε την αρραβωνιαστικιά του και τους γονείς της, του προτείναμε να κλείσει ένα ραντεβού μαζί τους, ώστε να κουβεντιάσουμε όλοι μαζί το θέμα κι όχι ο καθένας ξεχωριστά.

Άργησαν βέβαια να μας απαντήσουν, αλλά αφού ακύρωσαν τελικά την σκέψη τους για γάμους μέσα στον Σεπτέμβριο, μας κάλεσαν τα συμπεθέρια στο σπίτι τους, ώστε εκεί να κάνουμε το οικογενειακό συμβούλιο που τους ζήτησα, για να δούμε σοβαρά το θέμα κι όχι επιπόλαια.

Την ημέρα του Αγίου Στυλιανού για την ακρίβεια μας κάλεσαν τελικά κι όπως έπρεπε, πάλι όλοι μαζί πήγαμε να τιμήσουμε την πρόσκλησή τους, κατά την οποία βέβαια, μου εξέφρασε την δυσαρέσκειά του ο συμπέθερος, για την αρνητική τοποθέτηση που έκανα στον γάμο των παιδιών μας, αυτόν δηλαδή που από μόνοι τους δρομολόγησαν να γίνει μέσα στον Σεπτέμβριο.

Μετά από αυτό, έπρεπε να του πω κι εγώ κάτι, οπότε, του είπα τα ίδια ακριβώς, όπως έκανα και με τον Κωνσταντίνο μας. Άκου συμπέθερε. Κάντε τον γάμο όποτε εσείς θέλετε. Εμείς θα βρισκόμαστε στο Παρίσι όμως. Αν εκείνο το διάστημα βρεθούμε εδώ, ευχαρίστως να σας τιμήσουμε αν μας καλέσετε.

Ενοχλημένος κι αυτός, έλεγε με κάποιο θυμό στον λόγο του. Μα γιατί αναφέρεις συνέχεια αυτό το Παρίσι; Είναι δυνατόν να λείπετε εσείς κι εμείς να πάμε στους γάμους των παιδιών μας μόνοι μας; Βεβαίως και μπορείτε να πάτε μόνοι σας, του έλεγα, αφού εμείς τουλάχιστον ως γονείς, θα θέλαμε να παντρέψουμε τα παιδιά με προϋποθέσεις, που θα τους επιτρέψουν να κάνουν, αλλά και διατηρήσουν την οικογένειά τους.

Με τις καλύτερες συνθήκες παντρεύονται οι άνθρωποι και τα βρίσκουν μπαστούνια μετά από λίγο καιρό κι εξαιτίας αυτού χωρίζουν. Αν δεν υπάρχουν εξασφαλισμένα λοιπόν, έστω και τα ποιο βασικά πράγματα για την εδραίωση μιας οικογένειας, αυτά τα παιδιά δεν θα μπορέσουν να αντέξουν τίποτε, οπότε, εμείς ως γονείς θα τα στείλουμε σε χωρισμό.

Για να μη συμβεί όμως και στα δικά μας παιδιά κάτι τέτοιο, πρέπει με κάποιο τρόπο εμείς να καλύψουμε μερικά τουλάχιστον αν όχι όλα από τα απαραίτητα, ώστε να τους δώσουμε την δυνατότητα να εδραιώσουν την οικογένειά τους και προπαντός να την ελέγξουν. Από το μηδέν και με το τίποτε όμως, μάλλον δεν θα μπορέσουν να κάνουν κάτι σωστό.

Αυτός άλλωστε είναι κι ο λόγος, που θέλω να ερωτηθώ για το χρόνο του γάμου τους, ώστε να μπορέσω να ανταποκριθώ και οικονομικά σ’ αυτόν ως γονιός. Το ίδιο θα έπρεπε να σκέφτεσαι κι εσύ όμως κι απορώ με την απάθειά σου. Αν έχεις όμως εσύ την απαιτούμενη οικονομική άνεση, ώστε να καλύψεις την συμμετοχή που και σ’ εσένα αναλογεί, πρέπει να δώσεις και σ’ εμάς την δυνατότητα να κάνουμε το ίδιο για τον γάμο των παιδιών μας και τότε, βεβαίως και θα μπορέσουμε ανταποκριθούμε.

Ακούγοντας η νύφη μας, την σχετική οικονομική συμμετοχή που έρεπε να υπολογίζει κι ο πατέρας της, με νεύρο στην φωνή της απαντούσε, ότι τόσο αυτή, όσο κι ο πατέρας της, δεν είχαν να σκέφτονται τίποτε που να αφορά την οικονομική συμμετοχή που τους ανάφερα.

Και στο ερώτημα που τους έκανα στην συνέχεια, αν εμένα μόνον έπρεπε να επιβαρύνουν όλα τα έξοδα του γάμου τους, ευθαρσώς απαντούσε ο συμπέθερος, ότι βεβαίως και μόνον εσένα επιβαρύνουν έλεγε, αφού εσύ παντρεύεις τον γιό σου με την κόρη μου.

Απόρησα με την απάντησή του, αλλά και δεν μπορούσα να μην του κάνω δεύτερη ερώτηση. Μα κι εσύ δεν κάνεις το ίδιο; Δεν παντρεύεις κι εσύ δηλαδή το παιδί σου; Μόνον εγώ το κάνω; Αν το κάνουμε από κοινού, δεν πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά μας από κοινού;

Άκου συμπέθερε. Απαντούσε αυτός με περισπούδαστο ύφος. Εγώ έχω την σκύλα. Αν ο γιό σου την θέλει, ας την πάρει κι ας κάνετε όλοι μαζί ότι θέλετε. Εμείς πάντως, δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε. Αυτά μας είπε ο συμπέθερος ως άξιος πατέρας κι όπως καταλαβαίνετε, κοιταζόμασταν με θαυμαστικά στα μάτια.

Έκανα υπομονή τόση ώρα για τα χαζά που άκουγα και την έκανα για τον Κωνσταντίνο μας βέβαια, από τον οποίο περίμενα να ξυπνήσει επιτέλους, αλλά τίποτε. Κι αφού πολύ με στενοχώρησε η παρομοίωση που έκανε ο συμπέθερος για το παιδί του, αναφερόμενος σε μια συνήθεια των κυνηγών, σηκώθηκα από την θέση μου κι όπως έπρεπε, τους ευχαρίστησα μεν για την συνάντησή μας, όπως και για τις εξηγήσεις που μας έδωσαν, αλλά και τους τόνισα ότι θα σκεφτόμουν τις υποχρεώσεις που μου φόρτωσαν και θα τους απαντούσα το συντομότερο δυνατόν.

Φύγαμε λοιπόν και φύγαμε πολύ σκεφτικοί για το ερωτικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Κωνσταντίνος μας. Η νύφη μας όμως, πολύ θύμωσε μαζί μας γιατί δεν μπόρεσε να πάρει μια απάντηση όπως αυτούς θα βόλευε και θυμωμένη καθώς ήταν, ούτε και να μας ξεπροβοδήσει δεν σηκώθηκε από τον καναπέ τους.

Και οι υπόλοιποι το ίδιο έκαναν βέβαια μαζί με τον Κωνσταντίνο μας, τον οποίο κράτησαν εκεί, προκειμένου να του εκφράσουν την δυσαρέσκεια που ένοιωσαν για την στάση του πατέρα του.

Την επομένη όμως, γιόρταζε η μητέρα μου καθότι το όνομά της ήταν Κατερίνα και καθώς έπρεπε, μας κάλεσε όλους στο δικό της σπίτι και στο τραπέζι που αυτή ετοίμασε για τα τρία της παιδιά και τα πέντε της εγγόνια, όπως κάλεσε στο ίδιο τραπέζι και την οικογένεια του κουνιάδου μου, επιπλέον έξι ατόμων δηλαδή.

Όλοι μαζί λοιπόν, είκοσι θα ήμασταν καθισμένοι στο τραπέζι αν ερχόταν κι ο Κωνσταντίνος με την αρραβωνιαστικιά του κι αυτούς περιμέναμε για την ακρίβεια πριν αρχίσουμε να τρώμε. Αργούσαν όμως, οπότε, σηκώθηκαν πάλι οι γυναίκες και με κάθε τρόπο βοήθησαν την μητέρα μου να φιλοξενήσει τους καλεσμένους της.

Όταν πια κόντευε να τελειώσει το σερβίρισμα, τότε έκαναν την εμφάνισή τους τα παιδιά κι αφού αυτό έπρεπε, όλους τους χαιρέτησε η νύφη μας με χειραψία. Εμένα όμως και την γυναίκα μου, όπως και την μητέρα μου, ούτε καλημέρα δεν μας είπε.

Είδα τον Κωνσταντίνο μας να της κάνει παρατήρηση κάποια στιγμή για την συμπεριφορά της, αλλά και τίποτε δεν του είπα. Φάγαμε λοιπόν, τραγουδήσαμε και με κάθε τρόπο δώσαμε αρκετή χαρά στην μητέρα μου που έστω και σ’ αυτήν την ηλικία μπόρεσε να κάνει ένα τέτοιο τραπέζι στα παιδιά της και για να μην την κουράσουμε περισσότερο, την βάλαμε να καθίσει σε μια καρέκλα κι όταν όλα τα τακτοποίησαν οι κόρες και η νύφη της, τότε μόνον την χαιρετήσαμε και φύγαμε για τα δικά μας σπίτια.

Αργά το βράδυ όμως, μας έκανε μόνος του επίσκεψη ο Κωνσταντίνος μας και ούτε λίγο, ούτε πολύ, μας έλεγε ότι διέλυσε επιτέλους αυτόν τον αρραβώνα που τόσο τον κούρασε με τις ιδιοτροπίες του και περίμενε να του πω ότι καλά έκανε. Θυμωμένος κι εγώ μαζί του όμως, το αντίθετο του έλεγα.

Όχι ρε. Να μην διαλύσεις τον αρραβώνα σου. Να την παντρευτείς και να πληρώσεις όλες μαζί τις βλακείες που έκανες. Δυό ολόκληρα χρόνια τώρα ταλαιπωρείς τον εαυτό σου κι εμάς βλακωδώς και τώρα που έσκασες, ήρθες να μας πεις ότι δεν σου κάνει. Από την αρχή που την είδα σου το είπα, ότι δεν κάνει για τίποτε αυτή, αλλά εσύ αδιαφόρησες και τίποτε δεν έκανες για να το επαληθεύσεις. Να την παντρευτείς λοιπόν τώρα και να σκάσεις.

Έχεις δίκαιο, έλεγε ο Κωνσταντίνος και καλά κάνεις και μου τα λες όλα αυτά, γιατί τυφλωμένος καθώς ήμουν, δεν ήθελα να το παραδεχθώ. Κι όσα είδες εσύ σ’ αυτούς και δεν σου φάνηκαν καλά, πρέπει να σου πω, ότι ήταν πολύ λίγα μπροστά σ’ αυτά που εγώ έβλεπα καθημερινά και τα αποσιωπούσα.

Εχθές όμως και μετά που φύγατε εσείς, έπιασα χοντρή κουβέντα μαζί τους, τόσο με την αρραβωνιαστικιά μου, όσο και με τον πατέρα της βέβαια. Από την κουβέντα μας λοιπόν, όντως κατάλαβα τελικά, ότι δίκαιο είχες για όσα τους έλεγες να σκεφτούν κι αυτοί ως γονείς, γι’ αυτό και πήρα το μέρος σου.

Σήμερα όμως, κατέληξα να δεχθώ κι ότι όλοι αυτοί, δεν είναι σαν κι εμάς. Ούτε εσένα χαιρέτισε αυτή όταν ήρθαμε να σας συναντήσουμε στο σπίτι της γιαγιάς, ούτε την μαμά χαιρέτισε, αλλά ούτε και την γιαγιά βέβαια, που πουθενά και σε τίποτε δεν την εμπόδισε.

Σίγουρος λοιπόν καθώς είμαι τώρα, ότι ήμουν άρρωστος αυτό το διάστημα και τυφλώθηκα χωρίς να το υπολογίζω, θέλω να με συγχωρήσεις για όσα σας παίδεψα, αλλά και να σου πω πρέπει, ότι δεν μπορώ να συνεχίσω μαζί της, γιατί όπως κι εσύ είπες, για τίποτε δεν κάνει αυτή.

Πρέπει να σου πω ακόμη, ότι είχαν σκοπό να μας βάλουν να ζούμε στο σπίτι τους μετά το γάμο μας και τα έσοδα από την δουλειά μου, να τα κατέθετα στον πατέρα της ως αποζημίωση όπως μου είπαν.

Είναι κι άλλα πολλά βέβαια που είδα να γίνονται στο σπίτι τους και είναι τέτοια αυτά, που καθόλου δεν περνούν από το μυαλό σου. Κι όμως. Έκανα πως δεν τα έβλεπα, αν και ήξερα ότι δεν ήταν φυσιολογικά. Μη με βάλεις όμως να σου τα πω, γιατί δεν θέλω. Έκανα πως δεν βλέπω κι όμως κοιτούσα αυτά που γινόταν πίσω από την πλάτη μου και πράγματι απορώ μαζί μου τώρα, για ποιο λόγο δεν μπορούσα να αντιδράσω.

Κι αφού πήρα πια την απόφασή μου, θέλω να την δεχθείς. Δεν θέλω να συνεχίσω μαζί της. Αν σου πουν οτιδήποτε αυτοί και πρέπει να τους απαντήσεις, αυτό μόνον να τους πεις. Ότι δεν θέλω να συνεχίσω μαζί της. Από μένα βέβαια, δεν πρόκειται να μου ζητήσουν τον λόγο για την απόφασή μου, γιατί ξέρουν τι ξέρω και τι μπορώ να τους απαντήσω.

Αυτά λοιπόν μου είπε ο Κωνσταντίνος μας για την απόφασή του κι επειδή δεν μπορούσα παρά να τον στηρίξω και πάλι, την δέχθηκα και με την ανάλογη ανακούφιση μάλιστα. Τα συμπεθέρια μας βέβαια, έκαναν κάποια προσπάθεια μέσω της κοπέλας να μεταπείσουν εμένα, αλλά αφού τους επανέλαβα ότι ο Κωνσταντίνος ήταν αυτός που ήθελε να σταματήσει την σχέση τους κι όχι εγώ, είχαν, δεν είχαν, μας ξέχασαν μετά από λίγο καιρό.

Εμείς όμως, ποτέ δεν ξεχάσαμε, ούτε αυτούς, ούτε και το πάθημά μας. Αυτό μάλιστα, μεγάλο μάθημα έγινε για όλους μας. Ο Κωνσταντίνος μας μάλιστα, σοβάρεψε αρκετά από τότε και μετά κι αφού βρήκε εκ των υστέρων την γυναίκα της ζωής του, ασφαλώς και τον παντρέψαμε και μάλιστα, με όλες τις προϋποθέσεις.

Δοξάζουμε όμως και τον Άγιο Θεώ μέχρι και σήμερα, γιατί από πολύ μεγάλους μπελάδες μας γλύτωσε τότε, αναγνωρίζοντας την υπομονή που κάναμε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *