Με το δίκαιό της λοιπόν δυσανασχετούσε η γυναίκα μου τότε, βλέποντας αλλαγή στον τρόπο που αντιμετώπιζα πλέον την κοινή μας ζωή, αλλά και σ’ εμένα ήταν δύσκολο να προσαρμοστώ φυσιολογικά στα ορθόδοξα δεδομένα, αφού για πρώτη μου φορά πιεζόμουν να τα βάλω στην ζωή μου.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός ακόμη και με προβλημάτισε σοβαρά, για δεύτερη φορά ο πνευματικός μου, όταν σε ανύποπτο χρόνο, μου έκανε παρατήρηση για κάτι τελείως προσωπικό κι απόρρητο θα έλεγα.
Αυτό δε, ήταν τόσο απόρρητο, που κι εγώ ακόμη το είχα ξεχάσει, γιατί πολύ παλιά το έκανα κι αφορούσε μια νεανική μου σχέση με μια κοπέλα. Η συγκεκριμένη αναφορά όμως, έγινε αιτία, ώστε να τον εμπιστευτώ ακόμη περισσότερο, γιατί αυτός δεν έβλεπε μόνον τα λάθη που εγώ ήξερα ότι έκανα, αλλά κι αυτά που έκανα και τα ξέχασα, όπως κι αυτά που τα έθαψα πολύ βαθιά μέσα μου.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα όμως, έζησα ένα τρίτο περιστατικό, το οποίο ήρθε εσκεμμένα θαρρείς, με σκοπό να καλύψει τα καινά μου, αυτά δηλαδή που είχα και τα αγνοούσα. Και ήρθε να γίνει αυτό τότε, που άρχισα εγώ να σπουδάζω τα της Ορθοδοξίας από έναν σωστό δάσκαλο κι έπρεπε να στερεωθώ ως μαθητής δίπλα του.
Πήγαινα στο γραφείο μου λοιπόν ένα πρωινό, οδηγώντας το αυτοκίνητο μου και καθώς όδευα προς αυτό και βρισκόμουν στον κεντρικό δρόμο της πόλης μας, έκανα καθ’ οδόν όπως το συνήθιζα, την πρωινή μου προσευχή.
Αφαιρέθηκα όμως κάποια στιγμή και σ’ αυτό το διάστημα, έκανα με το μυαλό μου, ένα σορό άσχετες με την προσευχή μου σκέψεις, οι οποίες βέβαια, είχαν να κάνουν με την δική μου θέση, στο σχέδιο του Θεού όπως υπολόγιζα.
Προστατεύομαι για κάποιο λόγο έλεγα μέσα μου και προστατεύομαι πολύ φανερά και παντιοτρόπως. Πολλές φορές έψαξα να βρω τον λόγο που τυγχάνω αυτής της προστασίας, αλλά ποτέ δεν τον βρήκα. Εξαιτίας αυτού λοιπόν, νόμιζα ότι έπρεπε να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος, για τον οποίον μου γίνονται όλες αυτές οι προστασίες, γι’ αυτό κι άρχισα να ψάχνω εκείνη την στιγμή, ποιός από αυτούς που περνούσαν από το μυαλό μου, θα μπορούσε να δικαιολογήσει τα παραπάνω.
Όσο κι αν το έψαχνα όμως, πουθενά δεν κατέληγα, αλλά κι επέμενα να δέχομαι, ότι μάλλον κάποιο σχέδιο έχει για μένα ο Θεός, έστω κι αν δεν μπορώ να το εντοπίσω, γι’ αυτό και λεπτό δεν με αφήνουν από τα μάτια τους αυτοί που με προστατεύουν. Δεν πρόλαβα καλά, καλά να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου όμως κι άκουσα την φωνή του πνευματικού μου να μου λέει από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του μου.
– Πρόσεχε, γιατί με τέτοιες σκέψεις στο μυαλό σου, μάλλον θα τρελαθείς.
Τα έχασα εγώ στο άκουσμα της φωνής του και γύρισα να δω, πότε μπήκε στο αυτοκίνητο μου και δεν το πρόσεξα και τι γύρευε στο αυτοκίνητό μου στις έξη το πρωί. Όταν κοίταξα στο πίσω κάθισμα όμως, τα έχασα για δεύτερη φορά, γιατί δεν υπήρχε κανείς εκεί. Αν δεν ήταν το πεζοδρόμιο να με ταρακουνήσει από το χτύπημα που έκαναν οι ρόδες του αυτοκινήτου μου επάνω του, σίγουρα θα έμπαινα μέσα σε κάποιο από τα καταστήματα.
Ταράχτηκα όπως καταλαβαίνεται κι από την ταραχή μου, δεν μπορούσα να βάλω μπροστά την μηχανή του, η οποία έσβησε από το ξαφνικό κι ακαριαίο φρενάρισμα που της προκάλεσα.
Άδικα κόρναραν οι οδηγοί των αυτοκινήτων που ακολουθούσαν πίσω μου, ζητώντας μου να τους ελευθερώσω τον δρόμο, αφού το μισό από το αυτοκίνητο μου ήταν στο πεζοδρόμιο και το άλλο μισό στο οδόστρωμα. Έφυγα ωστόσο από εκείνο το σημείο, αλλά και μέχρι να φτάσω στο γραφείο μου, συνεχώς ρωτούσα τον εαυτό μου να μου πει.
– Μα τι ήταν αυτό; Τι ήταν αυτό;
Το εξέτασα από εδώ, το εξέτασα από εκεί λοιπόν, αλλά απάντηση δεν μπορούσα να δώσω, αφού αυτό που έζησα, ήταν κάτι άγνωστο για τα δικά μου δεδομένα κι αφού ήταν τέτοιο, σταμάτησα να το επεξεργάζομαι. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που σκέφτηκα να αναφέρω το περιστατικό στον πνευματικό μου και να ζητήσω από αυτόν να μου πει, τι τελικά ήταν αυτό που αντιμετώπισα.
Μέχρι να πάω σ’ αυτόν όμως, είχα τον χρόνο, ώστε να εμπέδωσα και για τα καλά μάλιστα, ότι ακόμη και οι σκέψεις μας ελέγχονται, όταν με την θέληση μας, αφήνουμε τον Θεό να κατευθύνει Αυτός την ζωή μας. Αντί να με φοβίσει λοιπόν αυτό που έγινε, ή και να με τρομάξει ακόμη, με ενθάρρυνε αντιθέτως, ώστε και τις σκέψεις μου να εξετάζω πλέον με πολύ προσοχή, αφού κι από αυτές κινδυνεύουμε αν και δεν το υπολογίζουμε.
Κι αφού είχα βάλει στο πρόγραμμά μου να τον συναντήσω, όντως πήγα να τον βρω και πήγα νωρίτερα από ότι τις άλλες φορές στον χώρο της παραμονής του, αγωνιώντας να πληροφορηθώ κι από τον ίδιον τα του προβληματισμού μου, στον οποίο βέβαια κι ανέφερα λεπτομερώς όσα μου συνέβησαν το πρωί. Με άκουσε με προσοχή αυτός, αλλά και μου έλεγε με πολύ σοβαρό ύφος.
– Είδες τι μπορείς να πάθεις, αν μείνεις σε λανθασμένες σκέψεις; Είδες πως το Άγιο πνεύμα ενεργεί, όταν για κάποιον λόγο το θέλει;
Πρόσεχε λοιπόν στο εξής, γιατί κι από τις σκέψεις μας κινδυνεύουμε να πάθουμε, όχι απλώς μεγάλο, αλλά και πολύ μεγάλο κακό. Αυτά όμως, θα τα πούμε καλύτερα όπως σου είπα, όταν θα έρθεις στο Άγιο όρος.
Αυτά μου είπε ως απάντηση, αλλά κι εγώ δεν τα παράβλεψα. Μελέτησα στην συνέχεια αυτά άκουσα τότε, όπως κι αυτά που έζησα εκείνο το πρωινό κι όντως, αισθάνθηκα να υπάρχω ασφαλής δίπλα στον πνευματικό μου, ο οποίος με την θέληση του, ήθελε να είναι και οι δικές του σκέψεις ελεγχόμενες.
Αν και ήξερε δηλαδή, τι έπρεπε να πει και τι να κάνει σε κάθε περίπτωση, πολλές φορές τον άκουσα να τα συζητά αυτά από τηλεφώνου με τον ηγούμενο της μονής τους. Όχι γιατί δεν ήταν σίγουρος για τις θέσεις του, αλλά γιατί δεν ήθελε να πει, ή και κάνει κάτι, χωρείς να το αναφέρει πρωτίστως, ακόμη και σαν σκέψη στον δικό του πνευματικό.
Όχι από ευθυνοφοβία δηλαδή, αλλά από σύνεση, γιατί το ενδεχόμενο λάθος, βρίσκεται πολύ καλά κριμένο, πίσω κι από την παραμικρή ένδειξη εγωισμού, έστω κι αν πουθενά δεν φαίνεται, ότι θα μπορούσε να υπάρχει.
Πέρασαν όμως οι μέρες και κάναμε τα δικά μας Χριστούγεννα, όπως και τα δικά τους, μετά από δεκατρείς μέρες βέβαια, λόγο τις διαφοράς ημερών που μας προκύπτει, μεταξύ του παλιού και του νέου ημερολογίου.
Πρώτη μου φορά αντιμετώπιζα κι αυτήν την διαφορά ως υπαρκτή και με ξάφνιασε για λίγο θα έλεγα αφού την αγνοούσα, αλλά και μου έδωσε την ευκαιρία, ώστε να γιορτάσω δύο φορές Χριστούγεννα εκείνη την χρονιά. Μαζί με αυτά όμως, μου επέτρεψε, ώστε και να κοινωνήσω των αχράντων μυστηρίων αφού του το ζήτησα κι αυτό το έκανα δύο φορές κι απανωτά μάλιστα τότε.
Αυτό πάλι, ήταν κάτι που πολύ το χάρηκα, μετά από την στεναχώρια που πήρα τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε, όταν άκουσα τον πνευματικό μου να μου λέει, ότι λόγο των όσων είχα κάνει έως τότε στην ζωή μου, δεν μπορούσε να με κοινωνήσει νωρίτερα.
Πέρασαν όμως και πάλι οι μέρες και σύμφωνα με την εντολή του Γέροντα της μονής τους, έφυγε ο πνευματικός μου ένα πρωί για το Άγιο όρος. Άφησε όμως πίσω του και μερικά από τα πράγματα του, όπως και την ευκαιρία σε μένα να του τα πάω μόλις μπορέσω, για να έχω κι εγώ μια δικαιολογία προς την γυναίκα μου, η οποία αντιδρούσε λίγο περίεργα στο άκουσμα ότι ήθελα να επισκεφτώ το Άγιο όρος.
Χρειαζόμουν λίγο χρόνο όπως καταλαβαίνετε, έως ότου πίσω την γυναίκα μου, ότι δεν κινδύνευε από κάτι, αν έλειπα από το σπίτι μας ένα Σαββατοκύριακο, γι’ αυτό κι όταν πια μου το επέτρεψε τελικά, όντως πήγα να συναντήσω τον πνευματικό μου στο μοναστήρι τους.
Πήγα στο Άγιο όρος δηλαδή και το επισκέφτηκα για πρώτη μου φορά στις αρχές του Γενάρη του 1985.
Μιχάλης Αλταλίκης