Τελείωσα το ιδιωτικό γυμνάσιο εκείνη την χρονιά και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, έδωσα και τις απαραίτητες εξετάσεις στην επιτροπή των δημοσίων καθηγητών, προκειμένου να πάρω από αυτούς το εγκεκριμένο και από δημόσια αρχή πλέον, απολυτήριο μου.
Αφότου το πήρα και μετά, έστω και με οριακό βαθμό, λόγω του γνωστού προβλήματος, προσκολλήθηκα στο πατέρα μου και στο νέο μπακάλικο μας, αποφασισμένος να βοηθήσω τους γονείς μου που όντως χρειάζονταν βοήθεια, μέχρι που να βρω κι εγώ, τι επιτέλους θα μπορούσα να κάνω ως εργαζόμενος αυτής της ζωής.
Δεκαπέντε στάσεις με το λεωφορείο ήταν μακριά από το σπίτι μας το μπακάλικο και αυτό πολύ τους κούραζε, αφού πουθενά δεν μπορούσαν να ξεκουραστούν έστω και για λίγο. Ήταν απαραίτητη λοιπόν και η δική μου παρουσία εκεί, αφού με την συμμετοχή μου, μπορούσε να επιστρέφει από πολύ νωρίς στο σπίτι η μητέρα μου τουλάχιστον, η οποία μαζί με τα άλλα έπρεπε να φροντίσει και όλους εμάς κι εμείς ήμασταν πέντε τον αριθμό.
Τους βοηθούσα λοιπόν μένοντας μαζί τους και μεγάλη προσπάθεια έκανα εκεί, προκειμένου να τους δείξω ότι όντως ήθελα να τους συμπαρασταθώ στην προσπάθεια τους να εδραιωθούν επαγγελματικά, αλλά όπως ήταν και επόμενο αυτό, δεν μπορούσα να πείσω τον πατέρα μου ότι θα τον ακολουθήσω, σε όσα αυτός σκεπτόταν να επιχειρήσει.
Ήταν νέος ακόμη. Είχε όρεξη για δουλειά και όπως ήταν φυσικό αυτό, έκανε πολλά όνειρα για το μέλλον του. Μέσα στα δικά του όνειρα όμως, έβλεπε να υπάρχω κι εγώ, και αυτό, ήθελε να το δει στην πράξη.
Εγώ όμως δεν μπορούσα να μείνω κλεισμένος μέσα σ’ ένα μαγαζί, όποιο κι αν ήταν αυτό. Μαράζωνα. Έμενα κοντά του γιατί πράγματι χρειαζόταν βοήθεια, αλλά και έψαχνα μέσα μου, γύρω μου και οπουδήποτε αλλού να βρω αυτό που θα ταίριαζε ενδεχομένως και σε μένα.
Όσο και αν έψαχνα όμως, τίποτε δεν έβρισκα που να με τραβάει σαν εργασία. Αλλά ούτε και από μικρός είχα κάποια κλίση που θα μπορούσε αυτή τουλάχιστον να γίνει οδηγός της εργασιακής μου ζωής. Αυτή λοιπόν η αδυναμία, της άκαρπης αναζήτησης εργασιακού χώρου, ήθελα δεν ήθελα με παρουσίαζε πολύ σκοτισμένο εκείνο το διάστημα.
Αφού λοιπόν δεν μπορούσα να βρω ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσω ως εργαζόμενος, δεν ήμουν μόνον σκοτισμένος, αλλά συνεχώς θλιμμένος και άλλο τόσο αφηρημένος μέσα στο μαγαζί και αυτό πολύ στεναχωρούσε τον πατέρα μου, γι’ αυτό και μου έλεγε.
– Επιτέλους πες μας τι θέλεις να κάνεις και ακολούθησε το, ώστε να δούμε και εμείς πως θα πορευτούμε.
Τον ενοχλούσε η στάση μου, γιατί δεν ήξερε τι να υπολογίζει. Θα έμενα μαζί του, ή όχι; Αυτό το ερώτημα είχα και εγώ μέσα μου και αυτό μάλιστα με βασάνιζε τότε περισσότερο από άλλη φορά, γιατί είχα τελειώσει πλέον από τις μαθητικές μου υποχρεώσεις και έπρεπε όπως είναι λογικό για άνθρωπο που αγαπάει την δουλειά, να κατασταλάξω επιτέλους κάπου ως εργαζόμενος.
Είχαμε δουλειά εμείς και θα μπορούσα να συμβιβαστώ με την ιδέα του να μείνω στο μπακάλικο, αλλά δεν το ήθελα. Δεν το ήθελα, γιατί όπως και άλλη φορά το είπα αυτό, όλων των ειδών τα καταστήματα είναι χώροι εγκλωβισμού. Δεν φαίνεται αυτό στον πελάτη που θέλει να εξυπηρετηθεί και χαίρεται όταν βρίσκει τον μπακάλη του ειδικά, ό,τι ώρα θέλει στην θέση του. Αλλά για τον καταστηματάρχη; Λεπτό δεν μπορεί να ξεμυτίσει αυτός από το μαγαζί του και εξαιτίας αυτού, δεν μπορεί να διαθέσει ούτε ώρα προσωπικής ζωής στον εαυτό του.
Αυτός ήταν και ο λόγος που κι εγώ δεν ήθελα να μείνω εκεί εργαζόμενος, γιατί ποτέ δεν ήμουν ελεύθερος. Οι συνομήλικοι μου είχαν όσο χρόνο ήθελαν για την προσωπική τους ζωή, ενώ εγώ δεν το μπορούσα και επειδή από μικρός είχα αυτό το πρόβλημα, δεν ήθελα να το υποστώ περισσότερο. Αφού δεν μπορούσα όμως να βρω, που αλλού και σε ποιόν άλλον χώρο να ενταχθώ εργασιακά, απευθυνόμουν με παράπονο και πάλι στον εαυτό μου τότε, απαιτώντας μια τελική απάντηση,
– Μα τέλος πάντων, τι θα κάνω;
Ρωτούσα τον εαυτό μου βέβαια και απ’ αυτόν περίμενα απάντηση, να όμως που μέσα στην σκοτούρα μου, ξεχνούσα ότι όταν έκανα τέτοια ερωτήματα στον εαυτό μου, απαντούσε άλλος ως συνήθως από μέσα μου και αυτός πάλι απαντούσε πολύ πριν από μένα.
Έτσι έγινε και εκείνη την ημέρα λοιπόν, γι’ αυτό και άκουσα την γνωστή πια φωνή εκείνου του ηλικιωμένου ανθρώπου, που έλεγε όπως πάντα καθαρά και στερεότυπα. – < παπάς! > .
Όταν το άκουγα αυτό, πολύ θύμωνα όπως είπα και στα προηγούμενα, αφού με κανένα τρόπο δεν ήθελα να δεχθώ αυτήν την εκδοχή ως λύση της δικής μου επαγγελματική αποκατάσταση, για τον λόγο ότι αυτή, καθόλου δεν κάλυπτε τις απαιτήσεις που εγώ έθετα στον εαυτό μου, προκειμένου να ζήσω ως εργαζόμενος την ζωή μου.
Η άρνηση μου δεν απευθυνόταν στον θεσμό του παπά, αφού τίποτε δεν ήξερα γι’ αυτόν τον θεσμό, όπως τίποτε δεν ήξερα και από τον εργασιακό χώρο ενός παπά και προπαντός, τότε που εγώ δεν είχα καμιά σχέση με την εκκλησία.
Είχα να αντιμετωπίσω λοιπόν πολλά ερωτήματα εκείνο το διάστημα και αυτό ήθελε όχι μόνο καλή διάθεση, αλλά και τον ανάλογο χρόνο. Όσο όμως ήμουν εγκλωβισμένος μέσα σ’ εκείνο το μικρό μπακάλικο, δεν μπορούσα να έχω τίποτε από τα δύο, αφού από την μια μου χαλούσε την διάθεση αυτό και από την άλλη, με κρατούσε δέσμιο εκεί θα έλεγα και για πολλές ώρες την ημέρα από το πρωί μέχρι και αργά το βράδυ.
Για να ηρεμήσει κάπως το μυαλό μου από αυτές τις σκοτούρες και για να βρίσκω λίγο χρόνο για τον εαυτό μου, πράγμα που δεν μπορούσα να έχω απασχολημένος στο μπακάλικο, έφυγα εκείνο το καλοκαίρι και πήγα να εργαστώ αν και τυχαία ως «γυψάς», δίπλα από ένα φίλο μου, ο οποίος έκανε μέσω του συνεργείου του γύψινες διακοσμήσεις.
Ήμουν πολύ ευχαριστημένος εκείνο το διάστημα, όχι γιατί μου άρεσε τόσο πολύ η δουλειά που μάθαινα κοντά στον φίλο μου, αλλά γιατί τότε ζούσα την ελευθερία μου. Ένα οκτάωρο μόνον με απασχολούσαν εκεί και αυτό για μένα ήταν σπουδαιότερο και από την οικονομική αυτάρκεια που απέκτησα.
Αυτήν ειδικά, δεν την χρειαζόμουν και τόσο, αφού την είχα και με το παραπάνω μάλιστα από τον πατέρα μου, γι’ αυτό και ότι εισέπραττα ως αμοιβή για τους κόπους μου, τα διέθετα στον πατέρα μου για τις δικές του ανάγκες.
Εκείνο που μ’ ενδιέφερε λοιπόν, ήταν το να υπάρχω ελεύθερος και αφού το πέτυχα αυτό, είχα την δυνατότητα πλέον να ζω τα χρόνια της εφηβείας μου όπως ήθελα, αλλά και έτσι όπως οι συνομήλικοι μου τα ζούσαν. Τους ξαναβρήκα αυτούς και μαζί τους, έκανα ότι κάνουν τα παιδιά όλου του κόσμου. Ζούσα χωρίς πολλές σκοτούρες.
Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο μήνα που μας ακολούθησε, πήραμε την απόφαση να μετακομίσαμε στο δεύτερο διαμέρισμα μας, αυτό που είχαμε στην ίδια πολυκατοικία αλλά στον τέταρτο όροφο, γιατί ήταν λιγάκι πιο ευρύχωρο από εκείνο που μέναμε και είχαμε στον τρίτο. Για να μην μένει όμως κενό αυτό, το νοικιάσαμε σε κάποιους φοιτητές που μας το ζήτησαν.
Έκανα παρέα μου εγώ εκείνους τους φοιτητές και όπου κι αν πήγαινα τους έπαιρνα μαζί μου, αφού και αυτοί συνομήλικοι μου ήταν. Με παρέσυραν όμως αυτοί και χωρίς να το θέλω και τόσο πολύ, γράφτηκα μαζί τους σε μια τεχνική σχολή, προκειμένου να παρακολουθώ εκεί τα μαθήματα βοηθού χημικού.
Αναζητούσαν και αυτοί σαν και μένα, κάποια αρχή για εργασιακή σχέση, ή το δικαίωμα τους να αντιμετωπίσουν εργαζόμενοι την ζωή τους, γι’ αυτό και σκέφτηκαν να το κάνουν έχοντας στα χέρια τους ένα πτυχίο βοηθού χημικού τουλάχιστον.
Ακολουθώντας το δικό τους σκεπτικό λοιπόν, έκανα κι εγώ την εγγραφή μου σ’ εκείνη την σχολή, αλλά μην μπορώντας να ανταπεξέλθω τις πολύ εξειδικευμένες για μένα γνώσεις της χημείας, μετά από την παρέλευση τριών μηνών εγκατέλειψα την σχολή, παραμένοντας και πάλι στην αρχή.
Τον Νοέμβριο μήνα και στην ονομαστική μου εορτή, έγινε το αδιαχώρητο στο σπίτι μας από τις διαφορετικές ομάδες των φίλων που ήρθαν στο πάρτι που τους ετοίμασα και τον υπόλοιπο χειμώνα, αφού δεν βρήκα που και ποια άλλη δουλειά να κάνω, πήγα να συντροφέψω τον πατέρα μου στο μπακάλικο μας.
Τα βράδια εκείνου του χειμώνα περνούσαμε πολύ ωραία εμείς και μαζί με μας, περνούσαν καλά στο σπίτι μας και οι φοιτητές όπως και αρκετοί από τους φίλους μου. Αυτοί δε, μας επισκεπτόταν ανελλιπώς, γιατί είχαν γερές κόντρες με τον πατέρα μου όταν έπαιζαν μαζί του τάβλι.
Τους άφηνα όμως εγώ εκεί και έφευγα, γιατί εμένα δεν μου άρεσε το τάβλι και όταν τα ξημερώματα πια επέστρεφα, τους έβρισκα να παίζουν ακόμη, ή να κοιμούνται όλοι πρόχειρα, περιμένοντας το αποτέλεσμα της κόντρας, ή την δική μου επιστροφή από την έξοδό μου.
Ήμασταν παιδιά και όλοι αρκετά προβληματισμένοι και ο καθένας για τον δικό του λόγο, ωστόσο όμως, όλοι μαζί περνούσαμε πολύ καλά και ευτυχισμένα. Χαιρόμασταν την μεταξύ μας συναναστροφή και κανείς από μας και για κανένα λόγο, δεν ήθελε να την διακόψει.
Χαιρόταν εκείνα τα παιδιά την οικογενειακή θαλπωρή που τους έλειπε, αφού τους την προσέφεραν οι γονείς μου αφειδώς, γιατί και αυτοί από οικογένειες ήταν και λόγω των σπουδών τους, απομακρύνθηκαν από αυτές και όπως ήταν φυσικό, βρήκαν καταφύγιο στη δική μας οικογένεια.
Δεν ήταν λίγες οι φορές, που τις πρώτες πρωινές ώρες πήγαινα με ταξί μέχρι το μαγαζί, προκειμένου να φέρω από κει το σιμιγδάλι που μας έλειπε από το σπίτι, προκειμένου να μας κάνει η μητέρα μου χαλβά εκείνη την ώρα, αφού αυτός ήταν ιδιαίτερα αρεστός στους επισκέπτες μας.
Τον είχαμε αδυναμία τον σιμιγδαλένιο χαλβά, γι’ αυτό και αδιαφορώντας για την ταλαιπωρία, όπως και για την ώρα που εκδηλωνόταν η επιθυμία τους, έτρεχα εγώ να φέρω τα υλικά στο σπίτι, για να μη μένουν τα παιδιά στεναχωρημένα.
Όπως και αν εκδηλωνόταν όμως εκείνη η χρονιά, ήταν μια από τις καλύτερες που ζούσαμε τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα και μετά από εκείνες τις συμφορές που μας βρήκαν και σκοτείνιασαν αρκετά την ζωή μας. Ίσως να μας έγινε επίτηδες αυτό, για να ξεχάσουμε κάπως την θλίψη που μας προκάλεσαν, τόσο εκείνος ο ξεριζωμός από το χωριό μας, όπως και τα ανεξόφλητα χρέη που μας άφησαν αμανάτι οι πελάτες μας, όσο και εκείνη η καταστροφή που μας προκάλεσαν τα κουκούτσια, στην επιχείρησή μας με τα γλυκά κουταλιού.
Εξαιτίας όλων αυτών των κακών που μας βρήκαν τότε, αναγκάστηκαν να αρχίσουν και πάλι από το μηδέν οι γονείς μου και όπως το είδατε, έστησαν με πολλές ελπίδες εκείνο το μικρό μας μπακάλικο, με το οποίο έπρεπε όχι μόνον να συντηρηθούμε, αλλά και να διατηρηθούμε στην ζωή, έστω και αν αυτό φαινόταν πολύ λίγο σε μένα.
Παλεύοντας λοιπόν με τον εαυτό μου, με τις υποχρεώσεις που ένιωθα προς τους ταλαιπωρημένους γονείς μου, αλλά και με το αδιέξοδο που είχα, αφού δεν έβρισκα έναν επαγγελματικό προσανατολισμό να ακολουθήσω, έμενα μεν στο μαγαζί, αλλά όλο στην πόρτα του στεκόμουν, έτοιμος να φύγω από εκεί αν μου δινόταν η ευκαιρία.
Στεκόμουν πολλές ώρες την ημέρα όμως στην πόρτα του και αφού δεν είχα με τι άλλο να απασχοληθώ όταν δεν εξυπηρετούσα κάποιον από τους πελάτες μας, παρατηρούσα τις κινήσεις των ανθρώπων που βάδιζαν στον δρόμο. Σαν παιχνίδι το είχα αυτό βέβαια, αλλά και έτσι παίζοντας εγώ, μπορούσα να ξέρω που πήγαιναν αυτοί που περνούσαν από μπροστά μου και τι ενδεχομένως ήθελαν να αγοράσουν, από κει που θα πήγαιναν.
Παρατηρώντας τις κινήσεις τους λοιπόν, έφτασα στο σημείο να ξέρω κατά κάποιον τρόπο, το ποιος από αυτούς ερχόταν σε μας, ή πήγαινε αλλού. Αν πήγαινε αλλού, ήξερα που, αλλά και τι θα έπαιρνε από εκεί. Το έβλεπα αυτό άλλωστε στα χέρια του όταν επέστρεφε.
Όταν πάλι ερχόταν σε μας, ήξερα όχι μόνον τι και πόσο ήθελε από αυτό που θα μου ζητούσε, αλλά και πόσα χρήματα κρατούσε στην τσέπη του. Έχοντας λοιπόν τέτοιες πληροφορίες στην διάθεσή μου, μόλις εντόπιζα κάποιον να έρχεται σε μας, έμπαινα στο εσωτερικό του μπακάλικου και ετοίμαζα εκεί αυτό, ή αυτά που θα μου ζητούσε. Μέχρι να μπει και αυτός μέσα, είχα έτοιμα, όχι μόνον αυτά που ήθελε, αλλά και τα ανάλογα ρέστα από τα χρήματα που θα μου έδινε. Έτσι παίζοντας λοιπόν, σπάνια έπεφτα έξω στις προβλέψεις μου.
Παρόλα αυτά όμως, ούτε και σε κείνο το μικρό μπακάλικο μπορούσαμε να αποφύγουμε την πίστωση των πελάτες μας και δεν ήταν λίγοι αυτοί που την ζητούσαν έστω και για λίγες μέρες μόνον. Όπως και σήμερα λοιπόν, έτσι και τότε, πολύ δύσκολα τα έβγαζαν πέρα οι οικογένειες, γι’ αυτό και ο πατέρας μου σε κανέναν από τους πελάτες του δεν στερούσε την πίστωση, αφού εκ των πραγμάτων υποχρεωνόταν να την δεχθεί, αλλά και εκ του χαρακτήρος ήταν αναγκασμένος να ενδώσει στις ανάγκες τους.
Πίστωνε δηλαδή ανεπιφύλακτα όσους από τους πελάτες μας του το ζητούσαν, ξέροντας βέβαια, ότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πελάτες της γειτονιάς μας και καθημερινά επισκεπτόταν το μπακάλικο μας. Όταν όμως έκανε την εμφάνισή του εκεί κάποιος νέος πελάτης και μας δήλωνε ότι πρόσφατα έγινε γείτονας μας, τον ξεψάχνιζε πρώτα ο πατέρας μου πριν του κάνει πίστωση, εφαρμόζοντας την παροιμία που λέει ότι, όποιος καεί από το γάλα φυσάει και το γιαούρτι.
Όση ώρα λοιπόν εξυπηρετούσε τον νεοεμφανιζόμενο πελάτη του, έβρισκε χρόνο και του έκανε ένα σορό ερωτήσεις, επιδιώκοντας να μάθει από τον ίδιον βέβαια, για το ποιος ήταν, πως τον έλεγαν, που έμενε και ποια ήταν η οικογενειακή του κατάσταση, ώστε όταν και αν του ζητούσε ποτέ πίστωση και ξεχνούσε μετά να έρθει να την εξοφλήσει, τότε να ξέρει τουλάχιστον που και σε ποια γειτονιά να τον αναζητήσει.
Όσες προφυλάξεις και αν έπαιρνε όμως, τα φέσια που έτρωγε ήταν πολλά, όπως και πολλές ήταν οι βόλτες που έκανε μετά και κάθε μέρα στις πέριξ γειτονιές, αναζητώντας αυτούς που τον φέσωναν. Στις περιπτώσεις που τύχαινε να είμαι κι εγώ στο μπακάλικο, όταν κάποιος ζητούσε να του κάνει πίστωση έστω και για λίγο, έκανα νόημα στον πατέρα μου να του την δώσει, ή όχι, αφού εγώ είχα και την δυνατότητα να εντοπίζω τους απατεώνες πλέον.
Όταν δεν συμφωνούσε μαζί μου όμως την πάθαινε και μετά; Έφερνε ως συνήθως πολλές βόλτες στις γειτονιές, μήπως και συναντήσει κάπου τους οφειλέτες του. Δεν τους έβρισκε όμως, γι’ αυτό και την ησυχία του έχανε και αυτούς ως πελάτες του έχανε, αλλά και τα οφειλόμενα έχανε και αυτά δεν ήταν καθόλου λίγα για την εποχή που αναφέρομαι.
Θα μου πείτε ότι αυτό είναι κακό προηγούμενο, αλλά αυτή η συνήθεια των ανθρώπων, δεν ήταν ποτέ περιστασιακή. Πάντα υπήρχε. Είναι διαχρονική και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι σαν και μας, που θα πληρώνουν τα χρέη των συνανθρώπων τους, όποτε και αν αυτοί τους τα φορτώνουν ασυνείδητα στην καμπούρα τους.
Αυτά και τέτοια, λοιπόν, σκεφτόμουν ένα πρωινό ενώ βρισκόμουν στο μπακάλικο και έτσι όπως ήμουν απογοητευμένος από την ασυνειδησία των ανθρώπων, πήγαινα να σταθώ στην πόρτα όπως έκανα τον τελευταίο καιρό, προκειμένου να περάσω εκεί την ώρα μου, παρατηρώντας όπως πάντα τις κινήσεις των ανθρώπων που βάδιζαν στο πεζοδρόμιο.
Πριν καλά καλά φτάσω στην πόρτα όμως, είδα μια γυναίκα να στέκεται μπροστά της και έξω από το μαγαζί. Στεκόταν στο πεζοδρόμιο και είχε το χέρι της προτεταμένο, δηλώνοντας με την στάση της ότι επαιτεί.
Αφού λοιπόν επαιτούσε, περίμενε εκεί μέχρι να της δώσω κάτι. Κανένας δεν βλέπει με καλό μάτι τους επαίτες και αυτοί πάλι κάνουν ό,τι είναι δυνατόν ώστε να τους δικαιώσουν και επειδή οι περισσότεροι από αυτούς κατ’ επάγγελμα επαιτούν, γι’ αυτό κι εγώ δίσταζα να δώσω κάτι σ’ εκείνη την γυναίκα που στεκόταν μπροστά μου.
Όταν την παρατήρησα καλύτερα όμως, διαπίστωσα ότι δεν ήταν μια απλή και συνηθισμένη επαίτης, αλλά μία από εκείνες τις γυναίκες με τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανθρώπων που κατά καιρούς μου έκαναν αμίλητες επισκέψεις.
Όπως και άλλη φορά το είπα, δεν έβγαζα άκρη μαζί τους, αφού δεν είχα να δώσω καμιά εξήγηση για τις επισκέψεις που μου έκαναν και όπως τις μετρούσα εκείνη την στιγμή, ήταν η πέμπτη στην σειρά. Και αν υπολόγιζα σωστά, πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που μου έκαναν την πρώτη τους επίσκεψη, αν κι εγώ δεν είχα κανένα λόγο να τις περιμένω.
Άλλωστε, από μόνες τους έκαναν αυτές τις επισκέψεις. Τις έκαναν όποτε ήθελαν αυτές και σε πολύ ανύποπτους χρόνους για μένα. Οπότε; Δεν μπορούσα να τις συσχετίσω, ούτε με την ζωή μου, αλλά ούτε και με τους προβληματισμούς μου.
Τίποτε δεν ταίριαζε λοιπόν με την συμπεριφορά τους κι αφού δεν μου μιλούσαν, δεν είχα παρά να αποδεχθώ τις επισκέψεις τους, έστω και αν δεν έβρισκα εγώ δικό μου λόγο. Αν είχαν αυτές λόγο, για τις επισκέψεις που μου έκαναν, τον ήξεραν μόνες τους.
Αφού γνώριζα πλέον το δικό τους τυπικό, δεν χρειαζόταν να κάνω τίποτε άλλο, από το να τις δώσω κάτι αφού αυτό μόνον ζητούσαν από μένα. Την κοίταξα ακόμη μια φορά στα μάτια όμως, πριν της δώσω αυτό που σκέφτηκα, έτσι για να είμαι σίγουρος για την δική μου ενέργεια.
Επέστρεψα λοιπόν στο εσωτερικό του μπακάλικου και αφού πήγα μέχρι το συρτάρι, στάθηκα εκεί να το κοιτώ. Είχα διαμάχη με τον εαυτό μου εκείνη την στιγμή, για το αν έπρεπε να της δώσω κάτι απλώς, ή αν έπρεπε να της δώσω ολόκληρο το συρτάρι.
Ήξερα από πείρας πλέον ότι δεν μου κάνουν επισκέψεις απλώς και μόνον να πάρουν ένα μικρό, ή μεγάλο χρηματικό ποσό από μένα, αλλά όπως και με υποχρέωναν να το υποθέτω αυτό, μάλλον την παρουσία τους και μόνον ήθελαν να μου δείξουν, για τον δικό τους λόγο. Γι’ αυτό και κατέληξα τότε όπως και άλλη φορά το έκανα αυτό, στο να της δώσω κάτι, μόνον και μόνον, για να δηλώσω κι εγώ με την σειρά μου, ότι αναγνώρισα την επίσκεψή της.
Πολύ θα ήθελα να μάθω κάτι παραπάνω γι’ αυτές τις επισκέψεις, έλεγα μέσα μου, αλλά αφού δεν μου μιλούν, δεν έχω παρά να περιμένω τον καιρό και την ώρα που αυτές θα θελήσουν να το κάνουν.
Αυτά λοιπόν σκεφτόμουν εκείνη την στιγμή έχοντας σκυμμένο το κεφάλι μου στο συρτάρι, όπως και την πλάτη μου γυρισμένη προς την πόρτα, γι’ αυτό και δεν είδα ότι μπήκε μέσα στο μπακάλικο εκείνη η γυναίκα και ότι στάθηκε δύο βήματα πίσω μου.
Αφού λοιπόν πήρα από το συρτάρι όσα μου φάνηκαν ότι ήταν αρκετά να της προσφέρω, γύρισα απρόσεχτα στην συνέχεια το σώμα μου και χωρίς να υπολογίζω την δική της κίνηση, της τα πήγαινα στην πόρτα αφού εκεί ήξερα ότι βρισκόταν.
Κινούμενος όμως απρόσεχτα, έπεσα πάνω της όπως ήταν επόμενο, γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα κάπως από εκείνον τον αναπάντεχο εναγκαλισμό μου με την πέμπτη επισκέπτρια. Της ζήτησα συγνώμη και αμήχανα σχεδόν, της έβαλα στο χέρι αυτά που κρατούσα. Ακόμη πιο αμήχανα κοιτούσα τα μάτια της, αυτά που όπως σας το είπα, κανένας άνθρωπος δεν έχει.
Όταν έφυγα από το συρτάρι, έβαλα με τον νου μου να της ακουμπήσω το χέρι την στιγμή που θα της έδινα τα κέρματα, θέλοντας να βεβαιώσω και δια της αφής τον εαυτό μου, για την όντως ανθρώπινη υπόσταση αυτών των γυναικών.
Κατάλαβε προφανώς αυτή το σκεπτικό μου, ή το πληροφορήθηκε, κάπως, γι’ αυτό και με πλησίασε. Τόσο όσο, αναγκάστηκα εκ των πραγμάτων, όχι μόνον να την ακουμπήσω στο χέρι, όπως το σκεπτόμουν, αλλά και να εναγκαλιστώ μαζί της, έτσι ώστε να μην μου μείνει καμιά αμφιβολία ότι, άνθρωποι είναι, έστω και αν κρατούν μυστικό από μένα τον λόγο που μου κάνουν επισκέψεις.
Μετά από όσα μου συνέβησαν εκείνη την στιγμή, ντράπηκα για τις αμφιβολίες που διατηρούσα μέσα μου, γι’ αυτό και αφού έκανα στροφή επιτόπου και δύο βήματα, πέρασα πίσω από τον πάγκο και στάθηκα μπροστά από το συρτάρι.
Το έβγαλα στην συνέχεια από την θέση του και αφού βάδισα μαζί του τα δύο βήματα που μας χώριζαν από την γυναίκα, τέντωσα τα χέρια μου να της το προσφέρω ολόκληρο τελικά. Σήκωσα όμως τα μάτια μου, ώστε να δω ακόμη μια φορά τα δικά της πριν της βάλω το συρτάρι στα χέρια, αλλά αυτή έλειπε από την θέση της.
Έφυγε από εκεί μάλλον, όταν εγώ ήμουν απασχολημένος με το συρτάρι, γι’ αυτό και δεν αντιλήφθηκα την απομάκρυνση της. Την εντόπισα όμως στην πόρτα, την στιγμή που έβγαινε έξω από το μπακάλικο και βρισκόταν στο πεζοδρόμιο. Στάθηκε για λίγο εκεί πριν στρίψει αριστερά, όπως έβλεπα εγώ την πόρτα και γύρισε να με κοιτάξει.
Χαμογελούσε κοιτώντας με και χωρίς να πει τίποτε όπως πάντα, έστριψε αριστερά και χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Έτρεξα πίσω της να δω που επιτέλους θα πάει, αλλά πουθενά δεν την είδα. Χάθηκε!
Όσο και αν την έψαχνα, πουθενά δεν ήταν. Ούτε δεξιά του δρόμου ήταν, ούτε αριστερά. Όσο γρήγορα και αν βάδιζε, δεν θα μπορούσε να πάει πολύ πιο μακριά από δέκα βήματα και όμως.. Χάθηκε εκεί που ήταν αλάνα τότε.
Εξαφανίστηκε λοιπόν και αυτή όπως και οι προηγούμενες και έτσι πάλι μου έμειναν κενά, όπως και πάλι δεν μπόρεσα να μάθω κάτι από το δικό τους περιβάλλον.
Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε, που δεν μπορώ να σας μεταφέρω τίποτε περισσότερο και από εκείνη την επίσκεψη.
Μιχάλης Αλταλίκης