Απρόοπτα Και Συγκυρίες Στο Πόρτο Λάγος

Ma  Κάθισα όλη την ημέρα στην περιοχή της Κομοτηνής και κατέγραψα όσες επιχειρήσεις βρήκα να δραστηριοποιούνται στα όρια της, ή να βρίσκονται στο στάδιο της ανέγερσης των εγκαταστάσεων τους και αργά το βράδυ πια έφυγα για την πόλη της Ξάνθης, όπου και υπολόγιζα ότι εύκολα θα έβρισκα ξενοδοχείο, σ’ αυτήν την πολυπληθής πόλη.

 Όταν πλησίαζα στο Πόρτο Λάγος όμως, άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς και η ώρα έδειχνε έντεκα το βράδυ. Έκοψα την ταχύτητα του αυτοκινήτου μου κι αφέθηκα στο να παρατηρώ τις αντιδράσεις του στον βρεμένο δρόμο, όπου και πρόσεξα ότι το τιμόνι του τραβούσε λίγο προς τα δεξιά.

 Κάθε φορά που άστραφτε στον ουρανό, κοιτούσα από τους καθρέφτες του να δω μήπως και διακρίνω να υπάρχει κάποιο πρόβλημα στα πίσω λάστιχα μου όπως υποψιάστηκα, γι’ αυτό κι όντως εντόπισα ότι το πίσω δεξί μου λάστιχο ήταν καθισμένο και μάλιστα αρκετά.

 Μόνον αυτό μου έλειπε τώρα σκέφτηκα. Και μέσα στην βροχή πού να σταματούσα και πώς να άλλαζα το καθισμένο λάστιχο με την ρεζέρβα μου;

 Όταν όμως είδα τα φώτα που υπήρχαν στον κεντρικό επαρχιακό δρόμο και στην διασταύρωση με αυτόν που οδηγούσε προς το Πόρτο Λάγος, καθόλου δεν το καθυστέρησα.

 Έστριψα το τιμόνι μου προς το χωριό, με το σκεπτικό ότι σίγουρα θα έβρισκα εκεί κάποιο υπόστεγο ενδεχομένως, έτσι ώστε κάτω από αυτό να έκανα την αλλαγή με την ρεζέρβα μου, γιατί έτσι όπως ήταν καθισμένο το λάστιχο μου, δεν θα μπορούσε να με πάει μέχρι την Ξάνθη χωρίς να καταστραφεί.

  Παρόλο ότι έκανα κάμποσες βόλτες όμως στον μικρό άλλωστε χώρο της παραλίας του χωριού, πουθενά δεν έβρισκα το υπόστεγο που έψαχνα, γι’ αυτό και μόλις εντόπισα μια ταβέρνα να έχει τα φώτα της αναμμένα, σταμάτησα μπροστά της.

 Το έκανα αυτό, γιατί εκεί θα μπορούσα να δω τουλάχιστον με τα αμυδρά έστω φώτα της ταβέρνας, πως να έκανα την αλλαγή με την ρεζέρβα μου, όταν βέβαια θα μου το επέτρεπε η βροχή, αλλά και την πιθανότητα να φάω και κάτι σκεφτόμουν, αφού από το πρωί εκείνης της ημέρας, εκτός από μερικούς καφέδες, τίποτε άλλο δεν έβαλα στον στόμα μου.

 Αυτά τα ενδεχόμενα λοιπόν σκεπτόμενος, όχι μόνον σταμάτησα μπροστά στην πόρτα της, αλλά και την πλησίασα όσο γινόταν περισσότερο, ώστε βγαίνοντας από το αυτοκίνητο μου να μην βραχώ πολύ.

 Αυτό κι έκανα στην συνέχεια και για να βραχώ λιγότερο όπως σας είπα, τρέχοντας σχεδόν μπήκα στην ταβέρνα. Με τον τρόπο που έκανα την είσοδό μου όμως σ’ αυτήν, ξάφνιασα τους τέσσερις πελάτες που είδα να βρίσκονται εκείνη την στιγμή καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι, αλλά και τον εύσωμο εστιάτορα τρόμαξα, ο οποίος στεκόταν όρθιος μπροστά τους και κάτι τους έλεγε ενώ σκούπιζε τα χέρια του από την ποδιά του.

  Για να τους ησυχάσω κάπως από την τρομάρα που τους προξένησα, τους καλησπέρισα πρώτα κι αμέσως μετά τους εξήγησα τον λόγο που με έκανε να μπω τρέχοντας σχεδόν μέσα, όπως και τον λόγο που με ανάγκασε να επισκεφτώ το χωριό τους εκείνη την ώρα.

 Απάντησαν βέβαια οι άνθρωποι στον χαιρετισμό μου, αλλά όπως και το κατάλαβα αυτό από τα βλέμματά τους, καθόλου δεν πίστεψαν αυτά που τους ανέφερα ως δικαιολογία, για την απρόσμενη άλλωστε είσοδο μου στην ταβέρνα τους.

  Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που αμέσως μετά από την αναφορά που τους έκανα, σηκώθηκε από την καρέκλα του ο ένας από αυτούς και βγήκε έξω να δει, αν πράγματι ήταν έτσι τα πράγματα κι όπως ακριβώς τους τα ανέφερα.

 Επιστρέφοντας αυτός, τους βεβαίωνε βρεγμένος ότι πράγματι έβρεχε έξω.

 – Πράγματι βρέχει έξω και μάλιστα πάρα πολύ. Κλεισμένοι εδώ μέσα δεν προσέξαμε ότι βρέχει και όπως μας είπε ο νεαρός, όντως το πίσω δεξιό λάστιχο του αυτοκινήτου του είναι καθισμένο.

 Άκουσα την αναφορά του κι όντως παραξενεύτηκα με την συμπεριφορά τους, γι’ αυτό κι ευθαρσώς πλέον τους έλεγα τα παρακάτω.

 – Μα ήταν δυνατόν ποτέ, να σας έλεγα ψέματα; Αλλά και για ποιο λόγο να έκανα κάτι τέτοιο;

 Πειραγμένος σχεδόν από τον τρόπο τους, κοιτούσα πολύ προσεκτικά την παρέα τους και ιδιαίτερα αυτόν που έδωσε στους άλλους πλήρη αναφορά για όσα συνέβαιναν έξω, αν κι ακόμη σκούπιζε τα ρούχα του από τα νερά της βροχής.

 Εκείνη την στιγμή λοιπόν, γύρισε προς το μέρος μου ο εύσωμος ταβερνιάρης και με μπόλικη αναίδεια  μου έλεγε τα παρακάτω.

– Καλά και γιατί σταμάτησες εδώ; Μήπως είδες καμιά ταμπέλα που να λέει ότι εδώ μέσα είναι βουλκανιζατέρ;

 Μετά κι από αυτό, πιάσαμε κουβέντα με τον ταβερνιάρη κι αυτή δεν ήταν καθόλου ευχάριστη.

 – Όχι, δεν είδα καμιά τέτοια ταμπέλα, αλλά αν ήσουν εσύ στην θέση μου κι έβλεπες φώτα στην ταβέρνα που τυχαία βρέθηκε μπροστά σου, τι θα έκανες; Δεν θα έμπαινες μέσα;

 Επενέβη όμως ένας άλλος από την τετραμελή παρέα κι αυτός έκανε πιο δυσάρεστη την κουβέντα μας, αφού εριστικός ήταν.

 -Τέλος πάντων. Τι θέλεις από μας τέτοια ώρα;

 – Από σας πράγματι και δεν θέλω τίποτε, αλλά όσο είστε εσείς εδώ και δεν σας ενοχλώ με την παρουσία μου, επιτρέψετε μου τουλάχιστον να περιμένω μέσα στην ταβέρνα, έως ότου σταματήσει η βροχή.

 Όταν σταματήσει αυτή όμως, σας υπόσχομαι ότι θα βγω έξω να αλλάξω το λάστιχο μου και μετά θα φύγω. Με τον τρόπο που μου συμπεριφέρεστε πάντως, δεν έχω καμιά διάθεση να μείνω περισσότερο κοντά σας.

 Ένας τρίτος από αυτούς μπήκε στον διάλογο μας και με συγκατάβαση θα έλεγα ότι μιλούσε.

 – Αφήστε τον νεαρό να περιμένει αφού θέλει. Άλλωστε, πουθενά δεν θα μπορούσε να μας ενοχλήσει με την παρουσία του.

  Αφού είδα να ηρεμούν κάπως και οι υπόλοιποι με την τοποθέτηση του τρίτου, σκούπισα για πολλοστή φορά το πρόσωπο μου από τα νερά της βροχής που έτρεχαν ακόμη από τα μαλλιά μου και με κάποιον δισταγμό βέβαια, ρώτησα τον χοντρό εστιάτορα, αν είχε να μου δώσει κάτι για φαγητό.

  – Μέχρι να δούμε τι θα γίνει με την βροχή, μήπως έχεις να μου δώσεις κάτι να φάω, γιατί από το πρωί είμαι νηστικός και τίποτε δεν έφαγα.

 Σαν τι, είπε αυτός φανερά επιθετικά και μάλλον έδειχνε με την συμπεριφορά του, ότι μάλλον ήθελε να με διώξει από την ταβέρνα του.

 Αδιαφορώντας για τις προθέσεις του, άρχισα κι εγώ μετά να του γίνομαι επιθετικός.

 – Σαν οτιδήποτε μπορεί να έχεις για φαγητό, από αυτά που ενδείκνυται να καταναλώσουν οι άνθρωποι όταν πεινούν, έστω και τέτοια ώρα.

  Και πάλι επιθετικός αυτός, προσπαθούσε να με διώξει από την ταβέρνα του, με μια ανεπίτρεπτη επαγγελματική συμπεριφορά κι όπως ήταν αναμενόμενο, μαλώναμε κουβεντιάζοντας.

 – Εμείς κλείσαμε, έλεγε αυτός. Και πάνω που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε, ήρθες εσύ τέτοια ώρα και θέλεις να φας;

 Θυμωμένος κι εγώ με την συμπεριφορά του, του απαντούσα ανάλογα.

 – Αφού εδώ που ήρθα είναι ταβέρνα κι αφού η πόρτα είναι ανοιχτή και τα φώτα της είναι ακόμη αναμμένα και μέσα βλέπω να υπάρχουν κι άλλοι πελάτες, έχεις υποχρέωση σαν ταβερνιάρης που είσαι να μου δώσεις κάτι να φάω.

 Όπως βλέπεις λοιπόν, δεν ήρθα να σε κλέψω. Για φαγητό σου μιλώ αν δεν το κατάλαβες. Δώσε μου λοιπόν κάτι τέτοιο κι όσο κάνει αυτό, εγώ θα σου το πληρώσω.

 Αυτά είπα θυμωμένος σ’ εκείνον τον χοντρό ταβερνιάρη που το έπαιζε σκληρός και δεν σας κρύβω ότι ετοιμάστηκα να κάνω μαζί του οποιονδήποτε άλλο καβγά θα με ανάγκαζε αυτός να υποστώ από τα ανέλπιστα.

 Για να του κόψω δε τον βήχα και για να πιστέψει ότι δεν μασούσα εύκολα του χώθηκα και λίγο παρά πάνω στην συνέχεια.

 – Και πού είσαι. Μη μου μιλάς εμένα σαν να είσαι κάποιος. Ή θα φύγετε όλοι από εδώ τώρα και μαζί με μένα αφού σας μπήκε να με διώξετε, ή όσο είστε εσείς εδώ θα μείνω κι εγώ.

 Αν αποφασίσεις όμως να κρατάς ανοιχτή την ταβέρνα σου, τότε είσαι υποχρεωμένος να μου δώσεις κάτι για φαγητό. Λίγο τυρί και ψωμί έστω. Ένα αυγό ή μια πατάτα. Δεν μπορεί λοιπόν, κάτι από αυτά θα έχεις στην ταβέρνα σου και δεν σου ζήτησα καπνιστό σολομό, ούτε τηγανιτές μπανάνες.

 Δώσε μου λοιπόν να φάω ότι έχεις κι εγώ θα σου το πληρώσω. Να με διώξεις όμως μην το προσπαθήσεις, γιατί δεν θα το μπορέσεις όσο κι αν επιμένεις.

 Κι αν ακόμη έχεις σοβαρούς λόγους για τους οποίους επιμένεις να απαλλαγείς από την παρουσία μου τόσο ανεπίτρεπτα, τότε θα δεις ότι εγώ θα φύγω τελευταίος από εδώ όπως εξελίχθηκε το πράγμα και θα το κάνω αυτό μάλιστα, όχι πριν έρθει η δευτέρα παρουσία.

 Μετά κι από αυτά που άφοβα ξεστόμισα στον ταβερνιάρη, είδα αυτόν όπως και τους τέσσερεις της παρέας να με κοιτούν πολύ σκεπτικοί, γι’ αυτό και κανείς από αυτούς δεν κουνήθηκε από την θέση του.

 Αφού έμειναν κάμποσο όλοι τους να με κοιτούν αμίλητοι, μετά από λίγο άρχισαν να κοιτιούνται μεταξύ τους, αλλά με πολλή αμηχανία. Όταν όμως τα βλέμματα όλων στράφηκαν προς τον χοντρό ταβερνιάρη, εκείνος ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους του, σαν να τους έλεγε, έκανα ότι μπορούσα.

  Παραξενεύτηκα με όλα αυτά τα καμώματα, γι’ αυτό και περίμενα να δω πως θα εξελισσόταν πια εκείνη η υπόθεση, αφού όντως ήταν πολύ περίεργη τόσο αυτή, όσο και η συμπεριφορά αυτών που την κατεύθυναν.

 Βλέποντας λοιπόν αδιέξοδο στην κουβέντα μας, άνοιξε το στόμα του κι ο τέταρτος της παρέας, ο οποίος κι έλεγε σ’ εμένα κατευναστικά.

 – Καλά ρε παιδί, δεν είπαμε να μαλώσουμε κιόλας.

 Απευθυνόμενος μετά προς στον χοντρό ταβερνιάρη του έλεγε με τρόπο.

 – Έχει δίκαιο ο νεαρός. Εφόσον ήμαστε κι εμείς εδώ, δεν μπορείς να ισχυρισθείς ότι έκλεισες την ταβέρνα σου κι εφόσον είσαι ανοικτός, είσαι υποχρεωμένος να του δώσεις ότι έχεις για φαγητό, έστω και σκέτο ψωμί.

 Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά αυτός, απαντούσε απολογητικά σχεδόν στον τέταρτο της παρέας.

 – Έχω να του δώσω μια μερίδα γαλέο αν την θέλει κι αυτή πάλι είναι από το φαγητό που με περίσσεψε από το μεσημέρι. Είναι κρύα όμως και δεν μπορώ τώρα να ανάψω τον φούρνο μου, μόνον γι’ αυτήν την μερίδα.

 – Κρύα, κρύα, τον έκοψε ο τέταρτος. Δώσε στον νεαρό αυτό που έχεις και αν του αρέσει το τρώει, αν όχι το πληρώνει και φεύγει.

 Απευθυνόμενος και σ’ εμένα μετά έλεγε ικανοποιημένος από τη λύση που βρήκε ώστε να δοθεί ένα λογικό τέρμα στην διένεξη μας.

 – Είσαι ευχαριστημένος τώρα;

– Είμαι του απάντησα και κάθισα σε ένα τραπέζι λίγο πιο παράμερα από το δικό τους, περιμένοντας να μου φέρει εκεί ο ταβερνιάρης το πιάτο με τον κρύο γαλέο.

 Μέχρι να έρθει όμως αυτός, σκεπτόμουν ότι είχα πετύχει εν μέρει αυτό που ήθελα κι ότι θα έτρωγα επιτέλους κάτι, έστω κι αν αυτό ήταν παγωμένο όπως το ανακοίνωσε εκείνος ο κακοπροαίρετος ταβερνιάρης και μαζί με αυτό, θα έμενα ασφαλής μέσα στην ταβέρνα έως ότου σταματούσε η βροχή βέβαια.

 Έφερε τελικά αυτός το πιάτο μου κι αυτό δεν είχε τίποτε άλλο μέσα, παρά ένα ξερό κομμάτι γαλέο, το οποίο και μου πέταξε θα έλεγα πάνω στο τραπέζι. Καθώς απομακρυνόταν όμως από το τραπέζι μου, έλεγε ψυχρά.

 – Αυτό έχω μόνο. Μάσα το γρήγορα κι όταν το φας δίνε του από εδώ.

 Αφού λοιπόν δεν είχα άλλη λύση, αποφάσισα να φάω τον γαλέο που μου έφερε κι ας έλεγε όπως ήθελε ο ταβερνιάρης τα δικά του. Δεν ήταν κι εύκολο να το κάνω όμως, γι’ αυτό και τον γύριζα αρκετές φορές μέσα στο πιάτο μου χωρίς να τον δοκιμάζω.

Όταν πάλι άρχισα να τον τσιμπολογώ κάποια στιγμή, διαπίστωσα ότι και άνοστος ήταν και με πολύ δυσκολία τον μασούσα.

 Σαν με είδαν εκείνοι οι τέσσερεις του διπλανού τραπεζιού αποφασισμένο, να φάω τον ξερό και κρύο από το μεσημέρι γαλέο, έκαναν ένα άνοιγμα επικοινωνίας μαζί μου και άρχισαν να με ρωτούν τα σχετικά. Από που είμαι και πως βρέθηκα στα μέρη τους. Γιατί δεν έφαγα τίποτε από το πρωί, όπως και ποιο ήταν το αντικείμενο της δουλειάς μου.

 Αφού αυτοί είχαν διάθεση για κουβέντα κι αφού εγώ ήθελα να κερδίσω χρόνο ελπίζοντας να σταματήσει σύντομα η βροχή, απαντούσα με πολύ καλή διάθεση τα ερωτήματα τους, έστω κι αν άκουγα να τα κάνουν απανωτά κι επαναλαμβανόμενα, σαν να μου έκαναν ανάκριση.

 Αφού λοιπόν έδωσα απαντήσεις σε όλα τους τα ερωτήματα, σκέφτηκα μετά να τους ρωτήσω κι εγώ κάτι.

 – Μιας και δεν έμεινε τίποτε αδιευκρίνιστο μεταξύ μας, μπορώ τώρα να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι;

 Ότι θέλεις μου έλεγαν αυτοί πολύ ελεύθερα πια κι αφού τους βρήκα διαθέσιμους, τους είπα κι εγώ τον πόνο μου.

 – Να, ξέρετε; Ο πιο σοβαρός λόγος, για τον οποίο δεν έφαγα τίποτε εγώ από το πρωί όπως σας είπα, δεν είναι το ότι δεν βρήκα χρόνο από την πολύ δουλειά, αλλά ότι δεν μπορώ να φάω μόνος μου. Αν για κάποιο λόγο δηλαδή βρεθώ μόνος μου κάπου, ποτέ δεν κάθομαι σε τραπέζι για φαγητό.

 Κι εδώ το ίδιο θα έκανα αν δεν σας εύρισκα κι αν βέβαια δεν με έφερνε στην ταβέρνα σας το καθισμένο μου λάστιχο. Θα σας πείραζε λοιπόν να έρθω στο τραπέζι σας και να φάω μαζί σας αυτό που έχω;

 Το σκέφτηκαν αυτοί για λίγο κι αφού κοιτάχτηκαν αρκετές φορές μεταξύ τους χωρίς να πουν κουβέντα, έλα μου είπα κάπως βιαστικά, αλλά κι εμφανώς  σαστισμένοι ήταν.

 Αφού μου είπαν έλα λοιπόν, πήρα κι εγώ το πιάτο μου και πήγα κοντά τους. Τράβηξαν αυτοί μια καρέκλα από το διπλανό τους τραπέζι κι αφού άνοιξαν μέρος ώστε να καθίσω ανάμεσα τους, με κοιτούσαν γεμάτοι από πολλές απορίες.

 Για να σπάσω όμως εγώ τον πάγο που τους πλάκωσε, φώναξα τον εστιάτορα που κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει τι γινόταν, στον οποίο και έδινα παραγγελία για την παρέα που απέκτησα.

 – Αφού οι κύριοι πίνουν ούζο όπως βλέπω, φέρε μας ένα μεγάλο μπουκάλι κι ότι άλλο από κονσέρβα έχεις ξεχασμένες στην ταβέρνα σου, γιατί από ότι βλέπω εδώ, μόνον σαλάτες υπάρχουν στο τραπέζι τους κι αυτές πάλι είναι τελειωμένες.

 Κι όχι μόνον παραγγελίες μπορούσα να δώσω από την στιγμή που κάθισα στο τραπέζι τους, αλλά και στην έδρα μου έπαιζα όπως καταλαβαίνετε, αφού μπορούσα να κάνω μαζί τους όποιο παιχνίδι κι αν ήθελα, όπως κι αν επεδίωκα να το κατευθύνω.

 Αυτοί όμως ήταν αμήχανοι από το απρόοπτο που τους προέκυψε και δεν ήξεραν τι να κάνουν και πως να αντιμετωπίσουν εκείνον τον νεαρό που τόσο έντεχνα χώθηκε στην παρέα τους και με τίποτε δεν μασούσε.

 Αν και περισσότερο σαστισμένος από τους υπόλοιπους ο ταβερνιάρης, έφερε τελικά το μπουκάλι με το ούζο που του παρήγγειλα κι αφού το έβαλε με τρόπο πάνω στο τραπέζι, ήπιε κι αυτός μαζί μας στην συνέχεια, όταν σήκωσαν οι άλλοι τα ποτήρια τους να ευχηθούν στην υγειά μας, αν και δεν έφερε τίποτε για μεζέ.

 Αντί αυτού όμως, έλεγε βαριεστημένα στους ανθρώπους της παρέας.

 – Πιέστε το ούζο σας σκέτο και μόνοι σας. Εγώ δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ. Όταν όμως τελειώσετε, τραβήξτε την πόρτα φεύγοντας. Δεν θέλω να μπει μέσα κανείς την νύχτα και να μου τα κάνει όλα μαντάρα.

 Καληνύχτα μας είπε κι έφυγε από την πίσω πόρτα. Καληνύχτα του είπαν αδιάφοροι και οι της παρέας, ενώ εγώ άρχισα να τρώω τον κρύο και ξερό γαλέο, μη τυχόν και φύγουν αυτοί όπως τους διεμήνυσε ο ταβερνιάρης και μείνω τελικά νηστικός μετά από τόση φασαρία που τους προκάλεσα.

 Μόλις όμως άρχισα να τσιμπώ τον γαλέο, άρπαξε ο διπλανός μου το πιάτο μου και το έριξε επιδεικτικά πάνω στο διπλανό τραπέζι. Ήταν αυτός, που πριν από λίγο βγήκε έξω να διαπιστώσει, αν όσα τους είπα μπαίνοντας ήταν αλήθεια.

 Εκτός από αυτό, μου έλεγε χαμηλόφωνα κι ότι δεν έπρεπε να φάω τον γαλέο μου, όσο κι αν έβλεπε να τον κοιτώ με απορία. Πριν προλάβω να του πω κι εγώ κάτι για την παρέμβαση που έκανε, άκουσα να λέει δυνατά στην υγειά μας ο διπλανός του, γι’ αυτό και τίποτε δεν του είπα.

 Τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους με το δικό μου στην συνέχεια, κατέβαζαν το ούζο σκέτο και χωρίς μεζέ αφού δεν είχαν κι όπως ήταν στο πρόγραμμα τους αυτό θαρρείς, ξαναγέμιζαν με ούζο όλων μας τα ποτήρια.

 Βλέποντας να γίνετε επανειλημμένα αυτό και μάλιστα απανωτά και να γεμίζουν το ένα ποτηράκι μετά από το άλλο, αναγκάστηκα στο τέλος να τους υπενθυμίσω ότι εγώ ήμουν νηστικός,

 – Καλά τα πίνουμε, αλλά όπως και σας το ανέφερα αυτό προηγουμένως, εγώ είμαι από το πρωί νηστικός. Να φάω τουλάχιστον το φαγητό μου και μετά θα σας κάνω παρέα πίνοντας και μάλιστα όσο θέλετε.

  Άκουσαν αυτοί την δήλωση μου, αλλά κι επανειλημμένα μου το έλεγε αυτό ο πιο λιγομίλητος από αυτούς, ότι έπρεπε να κάνω δηλαδή ότι κάνει η παρέα τους αφού επέλεξα να είμαι μαζί τους.

Αυτός δε, έκανε συνεχώς το ίδιο. Σήκωνε δηλαδή το ποτήρι του κι ευχόταν στην υγειά όλων μας πριν κατεβάσει το ούζο του.

 Μετά κι από αυτό, άρχισα πια να ανησυχώ εγώ, ότι μάλλον δεν υπολόγισα καλά τα πράγματα κι ότι συμμετέχοντας σ’ εκείνη την περίεργη παρέα, εντός της οποίας μόνος μου και με την θέληση μου εισχώρησα, κινδύνευα να βρεθώ μπλεγμένος σε πολύ μεγάλους μπελάδες.

 Ωστόσο, πολλές φορές επιχείρησα να πάρω το πιάτο με τον γαλέο μπροστά μου, αλλά εκείνος που καθόταν δίπλα μου, μονίμως το έπαιρνε από το χέρι μου και το πετούσε στο διπλανό τραπέζι, επιμένοντας να μου λέει τα ίδια. Ότι δεν έπρεπε να φάω τον γαλέο μου.

 Άντε στην υγειά μας επαναλάμβανε και πάλι μετά από λίγη ώρα ο λιγομίλητος και απευθυνόμενος σε μένα, έλεγε στην συνέχεια κάτι αλλά με πολύ σοβαρό ύφος, το οποίο όντως και με προβλημάτισε.

– Εντάξει. Μας παραμύθιασες για τα καλά με όσα μας είπες σαν δικαιολογία, για τους λόγους δηλαδή που σε έφεραν εδώ απόψε και από το πουθενά, γι’ αυτό και θέλουμε να σου πούμε κι εμείς τα δικά μας.

 Αυτήν την συνάντηση που βλέπεις, την ετοιμάζαμε εμείς οι τέσσερις εδώ και ένα εξάμηνο. Και την ετοιμάζαμε από εξαμήνου, γιατί θέλαμε να την κάνουμε μόνοι μας, για τους δικούς μας λόγους.

 Από ότι φαίνεται όμως, κάποιος το ήξερε αυτό και θέλησε να μας την χαλάσει. Για να μην εμφανιστεί όμως ο ίδιος εδώ, έβαλε έναν άγνωστο να μας πει όλο αυτό το καλοστημένο και πειστικό ως ένα σημείο παραμύθι που εσύ μας κοπάνισες.

 Ότι δήθεν είσαι από την Θεσσαλονίκη, ότι εργάζεσαι σε μια εταιρεία, ότι ήρθες εδώ για τα επαγγελματικά δάνεια, ότι έπαθες λάστιχο κι ότι διάλεξες να εμφανιστείς σε μας την στιγμή που έβρεχε κι όλα αυτά για να μας την σπάσεις, λέγοντας μάλιστα ότι τάχα δεν μπορείς να φας μόνος σου κι έτσι πολύ έξυπνα βρέθηκες να κάθεσαι ανάμεσα μας, αλλά και στο τραπέζι μας.

  Συγχαρητήρια λοιπόν και μπράβο σου για όσα ψέματα μας είπες, όπως και για το σκηνικό που σκέφτηκες να μας παρουσιάσεις. Επειδή όμως κι εμείς είμαστε έξυπνοι και δεν τρώμε τέτοια παραμύθια, καλό θα είναι τώρα να μας πεις και ποιος είναι αυτός που σε έστειλε ειδικά απόψε εδώ.

 Ούτως ή άλλος, εμείς σε συμπαθήσαμε όπως βλέπεις κι ευχαρίστως σε δεχτήκαμε στην παρέα μας. Όμως έτσι για την παρέα, πες μας. Ποιος είναι αυτός που ήξερε το μυστικό μας και χαιρέκακα θέλησε να μας το χαλάσει, στέλνοντας έναν άγνωστο ανάμεσα μας, προκειμένου να εισχωρήσει με τρόπο μεν, σ’ αυτήν την ιδιαίτερη συνάντηση που εμείς θέλαμε να κάνουμε μόνοι μας;

 Ξαφνιάστηκα εγώ κι απόρησα μάλιστα για όσα ανέφερε ο άνθρωπος, γι’ αυτό και κοιτούσα τους υπόλοιπους να δω, αν κι αυτοί συμμερίζονταν την άποψη του. Από ότι κατάλαβα όμως, όλοι τους περίμεναν να ακούσουν το όνομα αυτού που τους την χάλασε, όποιο κι αν ήταν, πεπεισμένοι δηλαδή ότι ήμουν βαλτός από αυτόν κι ότι εσκεμμένα τους έλεγα ψέματα για όσα τους ανέφερα και αφορούσαν την δική μου συμμετοχή στην παρέα τους.

 Τι να έκανα λοιπόν; Υποχρεώθηκα να απολογούμαι εκεί για κάτι που δεν ήξερα κι αυτά τους έλεγα προκειμένου να απαλλαγώ από τις κατηγορίες που μου απηυθύναν.

 – Όχι κύριοι. Κάνετε λάθος. Δεν έχω σχέση με όλα όσα υποψιάζεστε για μένα και με πολλή κατανόηση σας διαβεβαιώνω, ότι πράγματι είναι αλήθεια όσα σας είπα κι ότι όντως τίποτε δεν με συνδέει με τον συνωμότη που ψάχνετε πίσω από την δική μου συμπεριφορά.

 – Και πως ρε παιδί λες όχι; Έχεις δει ποτέ εσύ άνθρωπο να τρώει σε ταβέρνα και να λέει στους διπλανούς του, ότι δεν μπορεί να φάει μόνος του κι ότι θέλει να φάει μαζί τους;

 Εμείς τουλάχιστον που έχουμε και κάποια χρόνια περισσότερα από σένα στην ζωή, δεν έχουμε δει ποτέ κάτι παρόμοιο. Πως λοιπόν θέλεις να σε πιστέψουμε;

  Πήρε διαστάσεις η κουβέντα μας όπως καταλαβαίνετε κι όσα τους έλεγα εγώ στεναχωρημένος για την αναστάτωση που χωρίς την θέληση μου τους προκάλεσα, δικαιολογώντας έστω την τυχαία παρουσία μου σ’ εκείνη την ταβέρνα, δεν στάθηκαν ικανά να τους πείσουν, ότι όλα όσα τους έλεγα για μένα ήταν αληθινά.

 Κι επειδή συνέχιζαν να μην με πιστεύουν, τα ούζα χωρίς μεζέ κατέβαιναν πολύ γρήγορα το ένα πίσω από το άλλο, ελπίζοντας βέβαια αυτοί, ότι έτσι θα με έκαναν να σπάσω κι ότι θα τους φανέρωνα τελικά το όνομα που περίμεναν να ακούσουν.

 Κι όσο εγώ επέμενα να το κρύβω κατά την άποψη τους, τόσο κι αυτοί άδειαζαν και ξαναγέμιζαν τα ποτήρια μας συνεχώς με σκέτο ούζο. Αφού κατάλαβα τον σκεπτικό τους όμως, πάλι τους έλεγα με θάρρος αλλά με κάθε ειλικρίνεια.

 – Κύριοι. Άδικα πασχίζετε να με μεθύσετε απόψε, προκειμένου να σας αποκαλύψω μυστικά που δεν έχω και για να μη κουράζεστε περισσότερο, σας πληροφορώ ότι δεν με πιάνει το οινόπνευμα όπως και σας βεβαιώνω, ότι αν επιμένετε να πίνετε με το ίδιο ρυθμό το σκέτο ούζο, ο τελευταίος που θα φύγει από δω θα είμαι και πάλι εγώ κι επειδή δεν ξέρω που μένετε, το καλύτερο που έχετε να κάνετε για σας, είναι να μου γράψετε τις διευθύνσεις σας, ώστε όταν θα γίνετε στουπί από το μεθύσι και δεν θα μπορείτε να πάρετε τα πόδια σας, τότε να φροντίσω εγώ, ώστε να σας πάω έναν, έναν στα σπίτια σας.

 Γελούσαν αυτοί με όσα τους έλεγα, αλλά και ομολογούσαν ότι με βρήκαν πολύ σκληρό πότη για την ηλικία μου, γι’ αυτό και σταμάτησαν να με πιέζουν τόσο πολύ, σερβίροντας με απανωτά το σκέτο ούζο.

 Ωστόσο, κατεβάσαμε πολλά ακόμη ποτηράκια ούζο στην συνέχεια κι αφού κατάλαβαν πια, ότι με αυτόν τον τρόπο δεν μπορούσαν να βγάλουν από μέσα μου αυτό που ήθελαν να ακούσουν, το γύρισαν στο φιλικό, μήπως κι έτσι καταφέρουν τελικά να μου αποσπάσουν την δική τους αλήθεια, σίγουροι βέβαια ότι συνέχιζα να καλύπτω το όνομα αυτού που με έστειλε κοντά τους.

 Παρόλα αυτά όμως, έβγαινε κάθε τόσο έξω από την ταβέρνα ο διπλανός μου κι όταν επέστρεφε, έλεγε το ίδιο. Ακόμη βρέχει έξω και μάλιστα πολύ δυνατά.

  Όταν και πάλι βρήκα ευκαιρία και προσπάθησα ξανά να βάλω κάτι στο στόμα μου από τον ξερό γαλέο, τίποτε δεν τα κατάφερα, γιατί πήρε το πιάτο μου ο διπλανός μου κι αφού σηκώθηκε από την θέση του, πήγε και άδειασε το περιεχόμενο του στον σκουπιδοτενεκέ.

 Όταν επέστρεψε πάντως μου έλεγε χαμηλόφωνα αλλά και προστατευτικά. – Σου είπα μην το φας. Γιατί δεν με ακούς;

  Αφού λοιπόν δεν μου επέτρεπε εκείνος να γευτώ το φαγητό μου όποιο κι αν ήταν, άρχισα να σκέφτομαι ξανά ότι μάλλον έμπλεξα άσχημα μαζί τους απόψε κι αυτά έλεγα στον εαυτό μου.

 Θα έφευγα από το τραπέζι τους σε άλλη περίπτωση και θα ησύχαζα. Το καθισμένο λάστιχο μου όμως, όχι μόνον με κρατάει εδώ, αλλά και με υποχρεώνει να ανέχομαι όλα αυτά τα χαζά που εφαρμόζουν επάνω μου. Ας κάνω όμως πως δεν καταλαβαίνω, γιατί εδώ τουλάχιστον βρισκόμουν κάτω από στέγη.

  Εκεί λοιπόν που αυτοί έκαναν τα δικά τους κι εγώ μελετούσα τις σκέψεις μου, έκανε την εμφάνιση του ξαφνικά ο ταβερνιάρης, ο οποίος ήρθε από το πουθενά κρατώντας στα χέρια του ένα πολύ μεγάλο ταψί, μέσα στο οποίο είχε σκεπασμένη με ένα τραπεζομάντιλο μια τεράστια συναγρίδα, το βάρος της οποίας ξεπερνούσε τα δέκα κιλά όπως την υπολόγισα.

  Ήταν δε τόσο μεγάλη αυτή, που εξείχαν από το ταψί, τόσο το κεφάλι της, όσο και η ουρά της. Τα έχασα λοιπόν βλέποντας τον ταβερνιάρη να εμφανίζεται ξανά και μάλιστα να έρχεται κοντά μας παρέα μ’ εκείνη την τεράστια συναγρίδα, γι’ αυτό κι έλεγα στον διπλανό μου.

  – Καλά, δεν μας είπε αυτός καληνύχτα; Από που βρέθηκε τώρα και ήρθε εδώ μάλιστα μ’ αυτό το θηρίο στο ταψί;

 Κατανοώντας αυτός την έκπληξή μου, απαντούσε με συγκατάβαση στο ερώτημα μου.

 – Γι’ αυτό σου έλεγα εγώ να μη φας τον κρύο γαλέο που είχες για φαγητό. Κατάλαβες τώρα γιατί έγιναν όλες αυτές οι κουβέντες; Κάτσε τώρα ήσυχος και περίμενε να δεις το αποτέλεσμα.

  Σαν είδε όμως εκείνος ο λιγομίλητος τον ταβερνιάρη να μας πλησιάζει, του πρότεινε να αφήσει το ταψί πάνω στο τραπέζι κι αφού πήραν οι υπόλοιποι στα χέρια τους ότι υπήρχε πάνω σ’ αυτό, το τοποθέτησε εκείνος.

 Παραξενεύτηκε βέβαια όταν με είδε να κάθομαι ακόμη ανάμεσα τους και μη ξέροντας πώς να το δικαιολογήσει αυτό, έλεγε στους υπόλοιπους αυθόρμητα.

 – Ακόμη εδώ είναι αυτός;

 – Εδώ είναι, συμπλήρωσε ο λιγομίλητος. Μόνον που ούτε αυτός, αλλά ούτε κι εμείς θα φάμε απόψε, αν δεν μας πει τώρα κιόλας και με κάθε λεπτομέρεια μάλιστα, ποιος είναι αυτός που τον έστειλε να μας χαλάσει το σουαρέ.

 Σηκώθηκε όρθιος μετά από αυτά που είπε και απευθυνόμενος σε μένα, έλεγε και πάλι με πολύ σοβαρό ύφος.

 – Όπως βλέπεις, το ψάρι είναι μεγάλο και μπορεί να χορτάσει τουλάχιστον είκοσι άτομα. Κι όπως επίσης το βλέπεις, εμείς είμαστε πέντε. Όσο κι αν φάμε από αυτό λοιπόν, δεν θα μπορέσουμε να το φάμε όλο.

 Θέλαμε όμως, όσο φάμε, να το φάμε μόνοι μας. Αυτός που σε έστειλε εδώ λοιπόν απόψε, ήξερε αυτό το μπιζ-μπιζέ όπως το λέμε και θέλησε να μας το χαλάσει.

 Εσύ αφού είσαι εδώ και μαζί μας, θα φας από αυτό το ψάρι κι όσο φας, καθόλου δεν θα μας λείψει. Θέλουμε όμως να μας αποκαλύψεις το όνομα του, ώστε να τον βάλουμε στην μαύρη λίστα, γιατί είναι πολύ κακός άνθρωπος κι εμείς δεν θέλουμε τέτοιους ανάμεσά μας.

  Αν επιμένεις όμως να μας το αρνείσαι, ούτε εσύ θα φας απόψε, αλλά ούτε κι εμείς. Και για να ήμαστε ειλικρινείς, δεν θα φύγεις από εδώ, χωρίς να μας τον αποκαλύψεις.

 Ανησύχησε με τα συμφραζόμενα ο ταβερνιάρης, γι’ αυτό κι επενέβη.

 – Ας μη μας το πει τώρα. Ας μας το πει αργότερα και τρώγοντας, γιατί θα κρυώσει το ψάρι και κρύο αυτό δεν θα έχει την ίδια αξία.

 Όχι, επέμενε να λέει κι εκείνος που καθόταν απέναντί μου και για να βοηθήσει την διαδικασία της ομολογίας μου, έλεγε με στόμφο σ’ εμένα.

  – Ξεχάσαμε να σου συστηθούμε. Εγώ είμαι ο Ξενοδόχος της περιοχής, δίπλα σου και δεξιά σου είναι ο πρόεδρος των εργατών του λιμένος. Αριστερά σου είναι ο διευθυντής της αστυνομίας της περιοχής και δίπλα από μένα είναι ο διευθυντής του τελωνίου μας.

 Όπως κατάλαβες λοιπόν, θέλαμε να φάμε μόνοι μας αυτό το ψάρι κι αυτός ήταν ο λόγος που ετοιμάζαμε ένα ολόκληρο εξάμηνο αυτήν την τελετή. Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν και μόνο, νομίζω ότι έχεις υποχρέωση να μας αποκαλύψεις το όνομα του.

 Μη μπορώντας να δικαιολογήσουν τον δικό μου αυθορμητισμό εκείνοι οι πέντε της παρέας, που ανήκαν στους εμείς κι εμείς του χωριού τους όπως μου συστήθηκαν τελικά, αναγκαζόταν να υποστηρίζουν με επιμονή, την ύπαρξη συνωμότη, σε μια ανύπαρκτη συνομωσία που το μυαλό τους την γέννησε.

 Έως ένα σημείο τους καταλάβαινα βέβαια, γι’ αυτό και πολλές φορές τους επανέλαβα ότι δεν ήμουν συνωμότης. Ότι μόνος μου πήγα εκεί κι ότι η βροχή και το καθισμένο λάστιχο του αυτοκινήτου μου με υποχρέωσαν να τους επισκεφτώ και κανένας άλλος.

 Αυτοί όμως τίποτε δεν πίστευαν από όσα τους έλεγα. Θυμωμένος λοιπόν με την στάση τους, σηκώθηκα να φύγω από το τραπέζι τους, αλλά κι από την ταβέρνα και πριν απομακρυνθώ αυτά τους ξεστόμισα.

 – Βαρέθηκα πια να σας λέω τα ίδια και τα ίδια. Ούτε το ψάρι σας έχω ανάγκη, ούτε την παρέα σας.

 Άντε γεια σας τους είπα κι έβαλα το χέρι στην τσέπη μου, προκειμένου να βγάλω το πορτοφόλι μου από εκεί και να πληρώσω τον χοντρό ταβερνιάρη αυτά που του χρωστούσα.

 Βλέποντας την κίνηση μου ο πρόεδρος των εργαζομένων, με τράβηξε από το σακάκι και με υποχρέωσε να καθίσω πάλι στην καρέκλα μου, ενώ μου έλεγε.

 – Πολύ οξύθυμος είσαι ρε παιδί. Κάθισε κάτω και δεν χρειάζεται να μας πεις τίποτε.

 Αλλά και στους υπόλοιπους έλεγε με κάποια αγανάκτηση για την επιμονή τους.

 – Φτάνει πια. Αφού το παιδί λέει ότι δεν ξέρει τίποτε για όσα εμείς υποψιαζόμαστε, είμαστε υποχρεωμένοι να τον πιστέψουμε. Ανοίξτε λοιπόν το ψάρι να το φάμε και ας μη μάθουμε ποτέ, αν κάποιος έκανε κάτι τέτοιο ή όχι κι αν πάλι το έκανε, ας γίνει πρόβλημα του.

 Μετά από αυτήν την τοποθέτηση, δεν υπήρξε άλλος αντίλογος, γι’ αυτό και από εκείνη την στιγμή και μετά, ξέχασαν τα πάντα οι εμείς κι εμείς κι έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό, αν κι όπως το ήξεραν αυτό, δεν ήταν δυνατόν να φάνε μόνοι τους όλο εκείνο το ψάρι.

 Εμένα πάντως, δεν μπορώ να μην το αναφέρω, με περιποιήθηκαν δεόντως εκ των υστέρων και πιο πολύ από όλους μάλιστα ο πρόεδρος των εργατών του λιμένος, ο οποίος και μου έλεγε κατά την διάρκεια του γεύματος μας.

 – Να μη διστάζεις να σταματάς στο χωριό μας, όταν περνάς από εδώ, ότι ώρα κι αν είναι, όσες φορές κι αν θα θέλεις να το κάνεις.

 Κι ακόμη καλύτερα, θα ήθελα να μου τηλεφωνείς πριν ακόμη ξεκινήσεις από την Θεσσαλονίκη, ώστε να σου έχω το τραπέζι έτοιμο, γιατί πράγματι και χάρηκα για την γνωριμία μας, όπως κι αν έγινε αυτή.

 Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως ξημερώσαμε εκεί, αφού όταν έφτασα στο χωριό τους ήταν έντεκα η ώρα. Η ανάκριση που μου έκαναν κράτησε δύο περίπου και το φαγητό τέσσερις ώρες.

 Στις πέντε το πρωί λοιπόν, δεν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους οι μπαρμπάδες. Έφαγαν και ήπιαν τόσο πολύ εκείνο το βράδυ, που τους ήταν δύσκολο πλέον να σηκωθούν μόνοι τους από τις καρέκλες που καθόταν.

 Σκεπτόμενος τον εαυτό του, αλλά κι εμένα μέσα στην ζαλάδα του ο αστυνομικός διευθυντής, έλεγε στον ξενοδόχο.

– Να βάλεις τον νεαρό να κοιμηθεί σε ένα δωμάτιο, γιατί έτσι όπως είναι πιωμένος, δεν μπορεί να οδηγήσει.

 – Δεν έχω κανένα άδειο δωμάτιο του έλεγε εκείνος. Κι αυτό που έχω για μένα, το διέθεσα σε έναν ξενύχτι νταλικέρη που μου το ζήτησε. Δεν είναι μακριά όμως η Ξάνθη, οπότε αν πάει εκεί, θα βρει σίγουρα δωμάτιο.

 Οι άλλοι δύο της παρέας ήταν γκολ από πολύ πιο νωρίς, γι’ αυτό και κοιμόταν στις καρέκλες τους. Όσο για τον εριστικό ταβερνιάρη, δεν έχω να πω τίποτε, αφού είχε χαθεί και πουθενά δεν τον έβρισκα.

 Απευθυνόμενος μετά από λίγο προς τον αστυνομικό διευθυντή, του έλεγα με κατανόηση.

 – Πρέπει να φύγω. Θα πάω πρώτα να αλλάξω το λάστιχο μου και μετά θα σε βοηθήσω να πας στο σπίτι σου.

 – Όχι εμένα έλεγε εκείνος. Πήγαινε πρώτα τον ξενοδόχο στο ξενοδοχείο.

 Επειδή έβαλα στο πρόγραμμα μου να κάνω πρώτα την αλλαγή της ρεζέρβας μου, βγήκα έξω από την ταβέρνα. Επέστρεψα αμέσως όμως, αφού όπως και το έβλεπα αυτό έβρεχε ακόμη.

  Αν βρέχει ένα μήνα έλεγα στον εαυτό μου μετά από λίγο, τι θα κάνω; Θα περιμένω εδώ μέχρι να σταματήσει η βροχή; Μ’ αυτήν την σκέψη στο μυαλό μου, πήρα την απόφαση να φύγω έστω και βρεγμένος, γι’ αυτό και σήκωσα τον αστυνομικό από την καρέκλα του κι αφού πήραμε μαζί μας και τον ξενοδόχο, τους πήγα και τους δύο σιγά, σιγά μέχρι το ξενοδοχείο, το οποίο ήταν όντως δίπλα μας και σ’ αυτό έμεναν.

 Επέστρεψα γρήγορα από εκεί προκειμένου να φροντίσω και τους άλλους δύο της παρέας, αλλά τίποτε δεν χρειάστηκε να κάνω γι’ αυτούς, αφού   τους βρήκα να δέχονται τις περιποιήσεις των εργατών του λιμένος, οι οποίοι ήρθαν εκείνη την ώρα για την καθημερινή τους απασχόληση, γι’ αυτό και τους ανέλαβαν αυτοί.

  Αφού δεν είχα να κάνω τίποτε άλλο πια εκεί κι αφού καθόλου δε ήθελε να με βοηθήσει ο καιρός, πήρα κι εγώ τη απόφαση να φύγω. Για να μην βραχώ περισσότερο όμως, αποφάσισα να μην κάνω την αλλαγή και να πάω μέχρι την Ξάνθη έτσι, με το λάστιχο του αυτοκινήτου καθισμένο.

 Θα καταστρεφόταν βέβαια αυτό, αλλά εκείνη την ώρα μόνον αυτό δεν με απασχολούσε. Θα έβαζα καινούριο άλλωστε στην θέση του μόλις άνοιγαν τα καταστήματα της Ξάνθης, οπότε και θα τελείωνε αυτό το θέμα.

 Αυτό κι έκανα λοιπόν. Έφτασα στην Ξάνθη με καθισμένο το λάστιχο του αυτοκινήτου μου κι έψαχνα για ξενοδοχείο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *