Αυτοί Που Βρίσκονται Κριμένοι Πίσω Από Όλα Κι Όλους 

   Ως εξειδικευμένος και πολύπειρος πωλητής της εταιρείας που με διέθετε, συνήθιζα να κάνω τότε, εκτός από επαγγελματικές και φιλικές επισκέψεις στους πελάτες μας. Κι όλες αυτές τις έκανα αφιλοκερδώς, υποκινούμενος  από την προσωπική μου συνήθειά να θέλω να προσφέρω την τεχνική υποστήριξη που έβλεπα να τους λείπει, αλλά και να τους χρειάζεται, σε όποιο

κλάδο κι αν αυτοί προσπαθούσαν να εδραιωθούν.

Μαζί με αυτές όμως, έκανα και μερικές επισκέψεις σε πελάτες μου, από τους οποίους έβλεπα ότι μπορούσα κι εγώ να αρπάξω κάτι από τις δικές τους γνώσεις, προκειμένου να εμπλουτίσω τις δικές μου. Άλλες φορές πάλι, πήγαινα στους πελάτες μας έτσι, μόνον και μόνον να ακούσω τις αντιδράσεις τους, όταν θα τους εξέθετα επίτηδες τις δικές μου θέσεις, για όσα από τα θέματα με απασχολούσαν.

Άφηνα δηλαδή τις απόψεις μου να συγκριθούν με τις δικές τους, είτε γιατί ήξερα ότι γνώριζαν περισσότερα αυτοί από εμένα γι’ αυτά που με απασχολούσαν, είτε γιατί ήθελα να ενισχύσω με τις δικές τους θέσεις, την αξία των δικών μου, αν συμφωνούσαν αυτοί ή όχι, με όσα εγώ τους παρουσίαζα.

Έναν από αυτούς όμως, λόγο του ότι είχε την έδρα του σε σημείο που ήταν αρκετά απομακρυσμένο από το κέντρο της πόλης μας, τον επισκεπτόμουν σπάνια σχεδόν. Εκτός αυτού, δεν είχε και αρκετή κίνηση ως πελάτης μας, ώστε λόγο της δουλειάς του να δικαιολογώ κι εγώ συχνότερες επισκέψεις στην έδρα του.

Αυτός λοιπόν, ήταν σαρανταπεντάρης στην ηλικία και νέος σχετικά στην αγορά μας κι όπως ήξερα πολύ καλά, ήταν εισαγωγέας Αμερικάνικων προϊόντων, τα οποία έφερνε στην πόλη μας με κοντέινερ από την Αμερική.

Ήταν απόφοιτος όμως από ένα μεγάλο πανεπιστήμιο της Αμερικής και αυτός ήταν ο λόγος που πριν από λίγο καιρό εργαζόταν σε μια πολύ μεγάλη βιομηχανία. Αφότου τον απέλυσαν από εκεί όμως για κάποιον λόγο που δεν μου έλεγε, αναγκάστηκε να γίνει εισαγωγέας για βιοποριστικούς λόγους και να εισάγει ένα ευρείας χρίσης προϊών, μόνον που αυτό ήταν πρωτοπόρο τότε και δεν είχε ακόμη τόση μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό.

Όσες φορές κι αν περνούσα τυχαία από την γειτονιά του βέβαια, έκανα μια στάση στο γραφείο του, έτσι για να ανταλλάξω απόψεις με αυτόν τον εισαγωγέα που είχε και πανεπιστημιακού επιπέδου γνώσεις. Εξ αυτού λοιπόν, κάναμε πολλές κουβέντες μαζί και μέσα από αυτές, πολλές φορές απέδειξε, ότι ήταν αρκετά κατατοπισμένος και για πολλά θέματα μάλιστα.

Όταν όμως έφτανε η κουβέντα μας στο επίμαχο σημείο, του να μου πει αυτός δηλαδή όσα ήξερε από πρώτο χέρι, γι’ αυτούς που είναι κριμένοι πίσω από όλους κι από όλα, όσες φορές κι αν του το ζητούσα, μου έλεγε ότι άλλη φορά θα σου πω και σταματούσε την κουβέντα του.

Ένα πρωινό όμως που αυτός με κάλεσε στο γραφείο του, προκειμένου να του δώσω εγώ απαντήσεις, αν και κατά πόσο θα μπορούσε να επιχειρήσει την εισαγωγή κάποιου άλλου προϊόντος από την Ευρώπη, μαζί με τα άλλα, με ρώτησε να του πω κι αν επιτέλους αναβάθμισαν ή όχι, την θέση μου στην εταιρεία που εργαζόμουν.

– Τι να σου πω; Του είπα κι εγώ με στοχασμό. Όπως κι εσύ το ξέρεις, δεν πρόκειται να με αναβαθμίσουν, γιατί δεν έχω ενταχθεί ακόμη πουθενά κι εφόσον αρνούμαι να το κάνω, αυτήν την αναβάθμιση ποτέ δεν θα την δω, όπως απερίφραστα μου το τονίζει κάθε τόσο ο γενικός μας.

Γέλασε ο συνομιλητής μου στο άκουσμα της απάντησής μου κι από μόνος του ξεκίνησε να μου λέει επιτέλους την δική του ιστορία, αυτήν που είχε να κάνει με την εμπειρία που αυτός απέκτησε, όταν ήρθε σε επαφή με όλους αυτούς που είναι κριμένοι πίσω από όλους κι από όλα και για ευνόητους λόγους, κρατούν μυστική την παρουσία τους.

Αυτήν λοιπόν σας παραθέτω εδώ και σας την παραθέτω έτσι κι όπως αυτός μου την διηγήθηκε. Άκου φίλε μου είπε κι άρχισε να λέει. Μόλις ήρθα που λες από την Αμερική, έδωσα το βιογραφικό μου σε πολλές από τις εταιρείες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις εξειδικευμένες με πτυχίο γνώσεις μου και αρκετές από αυτές μάλιστα, μου απάντησαν θετικά.

Εγώ όμως, επέλεξα να ανταποκριθώ στο κάλεσμα που μου έκαναν από μια μεγάλη βιομηχανία, στην οποία θεώρησα, ότι θα είχα περισσότερες προϋποθέσεις να αναπτύξω ως εργαζόμενος, πολλά από τα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα.

Πράγματι λοιπόν και πήγα ενταχθώ στο επιστημονικό δυναμικό της κι όπως έπρεπε, εργαζόμουν με πάθος θα έλεγα, αλλά κι όσα θα ήθελα εγώ να αναπτύξω από ειδικότητος κι από σπουδές, όντως τα βρήκα εκεί και με το παραπάνω μάλιστα.

Ευχαριστημένος λοιπόν από τα ενδιαφέροντα που βρήκα να απασχολούν τις δυνατότητες μου, δεν με ενδιέφερε, ούτε στα σωματεία τους να μπω, ούτε και στις κομματικές τους τοποθετήσεις να εμπλακώ κι αυτό γιατί, εμένα προσωπικά με ενδιέφερε μόνον η δουλειά μου.

Αφού πέρασε όμως λίγος καιρός και μετά, μου έκαναν την πρώτη μου αναβάθμιση. Κι όπως καταλαβαίνεις ήμουν πολύ χαρούμενος, βλέποντας τους προϊστάμενους μου να αναγνωρίζουν τις υπηρεσίες μου,  γι’ αυτό και με περισσότερο ζήλο έκανα την δουλειά μου, από ευγνωμοσύνη δηλαδή για όσα μου αναγνώριζαν.

Οι συνάδελφοι βέβαια, όλο και με ενοχλούσαν με κείνα τα υπονοούμενα που τότε δεν μπορούσα να τα καταλάβω. Γλυψηματία με αποκαλούσαν κι όλο ρωτούσαν να τους πω, ποιον μπάρμπα είχα και με προωθούσε έτσι στα μουλωχτά και γρήγορα.

Εγώ είναι αλήθεια, ότι κανέναν μπάρμπα δεν είχα εκεί κι επειδή μόνον την δουλειά μου είχα για σύμμαχο μου, ευθαρσώς τους απαντούσα. Όποιος δουλεύει τους έλεγα αμείβεται, γι’ αυτό κοιτάξτε να κάνετε κι εσείς το ίδιο και μην λέτε χαζομάρες περί γλειψίματος.

Καλά, καλά, έλεγαν αυτοί και συνεχώς επέμεναν στην άποψη τους. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε όμως και μου έκαναν την δεύτερη αναβάθμιση οι προϊστάμενοι μου. Και για να μην λέω τα ίδια και τα ίδια, σε δύο χρόνια αφότου προσελήφθηκα εκεί και μετά, βρέθηκα να είμαι προϊστάμενος παραγωγής, όλης της βιομηχανίας.

Η θέση που μου εμπιστεύτηκαν ήταν πολύ μεγάλη όπως καταλαβαίνεις και καθώς το θεωρούσα λογικό κι αυτό τότε, ήμουν ευχαριστημένος από τις επιδόσεις μου. Οι συνάδελφοι μου όμως γελούσαν μαζί μου και ποτέ δεν σταμάτησαν να με αποκαλούν με κείνο το υποτιμητικό όνομα, για όσα τους έλεγα από αντίδραση, για εκείνα τα γνωστά περί αναγνώρισης των κόπων μου.

Μετά από λίγο χρονικό διάστημα, χήρεψε η θέση του υποδιευθυντού μας, τον οποίον έστειλαν κάπου αλλού όπως μας ανακοίνωσαν και με αυτήν την αιτιολογία, βρέθηκα εγώ στην θέση του, ως ο καταλληλότερος.

Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν φίλε μου, μετά από τόσες αναβαθμίσεις που μου έκαναν, ήταν επόμενο ότι θα επέμενα να πιστεύω κι εγώ ότι με την αξία μου τις κατέκτησα. Κι εφόσον δεν είχα κανένα μπάρμπα που να με βοηθά, είχα κάθε λόγο να τονίζω τους συναδέλφους μου, ότι αν δεν δουλεύουν με σθένος, δεν θα δουν ποτέ την αναβάθμιση που τόσο πολύ περίμεναν και δεν ερχόταν.

Αφού κάθισα στην συνέχεια ένα εξάμηνο περίπου στην ίδια θέση, μπήκε μια μέρα στο γραφείο μου η γραμματέας του διευθυντού μας, η οποία και μου έλεγε με επισημότητα, ότι είχα ραντεβού με δύο κυρίους και ότι δεν έπρεπε να βγω καθόλου από το γραφείο μου εκείνο το πρωινό.

Δεν έχω κανένα ραντεβού της έλεγα εγώ, αλλά εκείνη επέμενε να μου λέει ότι όντως είχα κι ότι σε λίγο θα τους δεχόμουν στο γραφείο μου. Ας περιμένω είπα κι εγώ να δω, τι σόι ραντεβού είναι αυτό που έχω και δεν το ξέρω, ενώ η γραμματέας επιμένει να μου το βεβαιώνει.

Μετά από λίγο λοιπόν, πράγματι μπήκαν στο γραφείο μου δύο κύριοι, οι οποίοι κρατούσαν στα χέρια τους από ένα επαγγελματικό βαλιτσάκι, σαν κι αυτό που κι εσύ έχεις και κάθισαν στα καθίσματα που τους υπέδειξε η γραμματέας. Έφυγε αυτή στην συνέχεια και δεν μου τίποτε. Ούτε για τους επισκέπτες μου, αλλά ούτε και για τον λόγο της επίσκεψής τους.

Βλέποντας αυτοί την αμηχανία μου, έλεγε ο ένας κατευναστικά. Μην ανησυχείτε καθόλου για την παρουσία μας εδώ κι όπως επιβάλετε, θα σας συστηθούμε από μόνοι μας. Ευκόλως όμως μπορείτε να καταλάβετε, ότι εμείς είμαστε αυτοί, που παρακολουθούμε με προσοχή τις προσπάθειές σας, από τότε που ήρθατε να εργαστείτε στην βιομηχανία μας.

Κι εφόσον μείναμε ευχαριστημένοι με όλη σας την συμπεριφορά, εμείς είμαστε αυτοί που σας προωθούμε συνεχώς, μέχρι που σας φέραμε σ’ αυτήν την θέση, από την οποία βέβαια και θα σας απαλλάξουμε.

Στο άκουσμα του τελευταίου λόγο, φοβήθηκα είναι αλήθεια, ότι αυτοί οι κύριοι που εγώ δεν ήξερα, ήρθαν στο γραφείο μου εκείνη την ώρα προκειμένου να με απολύσουν.

Αντί αυτού όμως, άκουγα να μου λέει ο ομιλών, ότι ήρθαν βέβαια να με απαλλάξουν από τα καθήκοντα μου, αλλά και για να μου αναθέσουν τα καθήκοντα του διευθυντού μας, τον οποίο μετέθεσαν κάπου αλλού όπως μου είπε. Κι εφόσον εμένα έκριναν ως τον πλέον κατάλληλο γι’ αυτήν την θέση, από όσους άλλους εργαζόταν στην ίδια βιομηχανία, χωρίς κανένα ενδοιασμό μου εμπιστευόταν την νέα μου υπηρεσία, για την οποία βέβαια ακράδαντα πίστευαν, ότι θα ανταποκρινόμουν ανάλογα των προσδοκιών τους.

Τα έχασα με την εξέλιξη που πήρε το πράγμα, αλλά και φοβήθηκα  διαισθανόμενος τις ευθύνες που θα μου αναλογούσαν, όπως εγώ βέβαια τις ευνοούσα αυτές. Και φοβισμένος καθώς ήμουν, προσπαθούσα να τους υποδείξω άλλους που ήταν κι αυτοί κατάλληλοι για την θέση του διευθυντού, αλλά οι άγνωστοι επισκέπτες μου επέμεναν, ότι μόνον για μένα ήρθαν εκεί κι ότι σε μένα ήθελαν να αναθέσουν αυτά τα καθήκοντα.

Δεν ήταν και λίγο να ήμουν διευθυντής σε κείνη την μεγάλη βιομηχανία και δεν σου κρύβω ότι κολακεύτηκα από τα λεγόμενα τους, γι’ αυτό και δέχτηκα τελικά την θέση που μου έδωσαν.

Το τι άκουγα από τους συναδέλφους μου όμως, για όσα μου συνέβαιναν απανωτά τότε, δεν λέγεται. Εγώ όμως, σταθερός στις απόψεις μου τους απόπαιρνα, γι’ αυτό και τους ζητούσα να αυξήσουν τις προσπάθειες τους, αν ήθελαν κι αυτοί σαν κι εμένα, να τους αναγνωρίσουν τους κόπους τους.

Μια εβδομάδα έμεινα στην θέση του διευθυντή χωρίς να κάνω τίποτε και μπήκε πάλι στο γραφείο μου η γραμματέας μου πλέον, η οποία και μου έλεγε κατά την συνήθειά της, ότι είχα κλεισμένο ραντεβού κι ότι σε πέντε λεπτά θα μου έκαναν επίσκεψη εκείνοι οι δύο γνωστοί άγνωστοι.

Αφού συναντηθήκαμε και χαιρετηθήκαμε καθώς έπρεπε, με ρώτησαν να τους πω μαζί με τα άλλα και πως τα πήγαινα με την νέα μου θέση κι αν ήμουν ευχαριστημένος όπως το έλπιζαν, από την επιλογή που μου έγινε.

Τι να τους έλεγα λοιπόν εγώ, που όταν τους έβλεπα μπροστά μου με έπιανε σύγκρυο; Μα και βέβαια είμαι ευχαριστημένος με την επιλογή σας. Αυτό τους έλεγα φοβισμένος, μη τυχών και μετάνιωναν για την θέση που μου έδωσαν. Και ειλικρινά σας ευχαριστώ κύριοι, τους έλεγα, που αναγνωρίσατε το ενδιαφέρον μου για την βιομηχανία μας.

Όπως σου είπαμε έλεγαν κι αυτοί, εμείς ήμαστε πολύ ευχαριστημένοι για το ενδιαφέρον που δείχνεις προς αυτήν, γι’ αυτό και ήρθαμε σήμερα να σου δώσουμε, όσα από τα προνόμια πρέπει να έχει ο νέος μας διευθυντής.

Από σήμερα κιόλας λοιπόν, θα πάτε με την σύζυγο σας και θα μείνετε στο νέο σας σπίτι, αυτό που σας έχουμε στην διάθεση σας στο Πανόραμα, το οποίο βέβαια, είναι καθ’ όλα αντάξιο της θέσης που κατέχετε.

Μα το δικό μας σπίτι είναι καινούριο και αρκετά μεγάλο τους έλεγα εγώ, αλλά αυτοί με έκοψαν. Δεν μας ενδιαφέρει τι έχετε εσείς. Εμείς θέλουμε ο διευθυντής μας, να μένει σε σπίτι ανάλογο του κύρους της βιομηχανίας μας, γι’ αυτό και πρέπει να εγκατασταθείτε εκεί κι όπου εμείς θέλουμε να σας στείλουμε.

Εκτός αυτού, από σήμερα και μετά, θα έχετε το δικό σας αυτοκίνητο και προσωπικό οδηγό μάλιστα, ο οποίος θα είναι στην διάθεση σας μέρα και νύχτα και μαζί του, θα μπορείτε να πάτε όπου κι αν θέλετε εσείς και η σύζυγός σας.

Τα έξοδα βέβαια για κάθε σας μετακίνηση, θα τα επιβαρύνεται αυτή η κάρτα που σας δίνουμε τώρα και αντί για μία, μου έδωσαν δύο κάρτες. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που τους επέστρεψα την μία. Αυτοί όμως έλεγαν όχι. Την δεύτερη κάρτα, θέλουμε να την δώσετε προσωπικά στην σύζυγο σας, προκειμένου να κάνει με αυτήν ότι αγορές θέλει.

Μ’ αυτήν στα χέρια της δηλαδή, θα μπορεί να κάνει αγορές από όπου θέλει και όσες θέλει, χωρείς να την απασχολεί καθόλου πόσα έξοδα θα κάνει κι όπως σας είπα, αυτά θα τα επιβαρύνεται η προσωπική της κάρτα.

Μα αν δώσω στην γυναίκα μου μια τέτοια κάρτα κύριοι, τους έλεγα εγώ φοβισμένος, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν επιρρεπής σε αλόγιστες αγορές, θα βάλει την βιομηχανία μας μέσα, γιατί με τέτοιο πλεονέκτημα στα χέρια της αυτή, κανίς δεν θα μπορέσει να την περιορίσει.

Εμάς δεν μας πειράζει απαντούσαν αυτοί. Εκείνο που θέλουμε εμείς, είναι να είναι ευτυχισμένοι ο διευθυντής μας και η σύζυγος του. Μετά από όσα είπαμε εκεί λοιπόν, σηκώθηκαν αυτοί να φύγουν κι από τον φόβο μου εγώ, για όσα ήταν σε θέση να κάνει η γυναίκα μου με κείνη την κάρτα, ένιωθα τα πόδια μου να τρέμουν, πριν ακόμη της την δώσω.

Πριν βγουν από το γραφείο μου όμως, μου έλεγαν κάτι σαν υστερόγραφο. Το σπίτι σας είναι έτοιμο να κατοικηθεί από σήμερα κιόλας και είναι καθ’ όλα επιπλωμένο από καινούρια έπιπλα. Αν όμως αυτά δεν αρέσουν στην σύζυγο σας, μπορεί να τα αλλάξει όλα, χωρείς κανένα δισταγμό. Τα κλειδιά και την διεύθυνση του, θα σας τα φέρει η γραμματέα σας σε λίγο.

Αυτά είπαν αυτοί και βγήκαν από το γραφείο μου, ενώ εγώ πάγωσα με όλα αυτά που άκουσα και ήδη έτρεμα όπως σου είπα από φόβο, για το τι θα μπορούσε ενδεχομένως να μου κοστίσουν εκείνες οι παροχές, που σε κάθε περίπτωση μου φαινόταν υπερβολικά πολλές.

Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους βέβαια, μπήκε μέσα η γραμματέας μου η οποία κι όντως μου έδωσε τα κλειδιά του νέου μας σπιτιού, όπως και το όνομα του οδηγού μας, ο οποίος περίμενε έξω από το γραφείο μου έτοιμος να με πάει όπου κι αν ήθελα.

Όπως κι εσύ καταλαβαίνεις λοιπόν, μάταια πίεζα εκείνη την γραμματέα να μου πει, ποιοι ήταν αυτοί και από που ερχόταν. Ούτε κι εγώ ξέρω έλεγε λακωνικά, ποιοι είναι κι από που έρχονται. Κι εγώ οδηγίες ακολουθώ κι αυτές μου τις δίνουν την τελευταία στιγμή κι όταν έρχονται ξαφνικά στο γραφείο μου. Να ξέρεις πάντως, ότι το ίδιο ακριβώς έκαναν και με τους προηγούμενους διευθυντές που πέρασαν από εδώ και δεν ήταν λίγοι.

Έφυγε η γραμματέας μου μετά από την μικρή μας κουβέντα κι όταν πια έμεινα μόνος, σκεπτόμουν να τα κρύψω όλα αυτά από την γυναίκα μου, αλλά δεν ήξερα και πώς θα μπορούσα να δικαιολογηθώ σ’ αυτούς, αν με ρωτούσαν τι έκανε η γυναίκα μου με την κάρτα που τις δώσαμε.

Μπήκα ωστόσο στο αυτοκίνητο μου όταν ήρθε η ώρα και με τον οδηγό που μου έδωσαν στην διάθεσή μου, πήγα πολύ σκεπτικός στο σπίτι μου και με πολύ δισταγμό είναι αλήθεια είπα στην γυναίκα μου όλα όσα μου είπαν εκείνοι οι επισκέπτες.

Αντί να φοβηθεί κι αυτή όπως ήλπιζα χωρείς να το πιστεύω, πέταξε από την χαρά της κι αυτά μου έλεγε. Επιτέλους, ήρθαν οι καλές μέρες που τόσα χρόνια περίμενα και φώναζε από χαρά. Δώσε μου την κάρτα έλεγε να πάω τώρα κιόλας στα μαγαζιά και να αγοράσω επιτέλους ότι θέλω. Αρπάζοντας την κάρτα από τα χέρια μου στην συνέχεια, με δύναμη μου έλεγε.

Μ’ αυτήν την κάρτα που εσύ φοβάσαι, εγώ θα ζω βασιλικά κι συ κοίτα να είσαι συνεπείς προς την βιομηχανία, όπως και προς αυτούς τους δύο καλούς ανθρώπους, τους οποίους θα πρέπει να κάνεις εικόνισμα και να τους προσκυνάς για όσα μας παραχωρούν.

Μάταια προσπαθούσα να την λογικεύσω. Σαν πήρε την κάρτα στα χέρια της αυτή, ζητούσε να μας πάει ο οδηγός για φαγητό σε ψαροταβέρνα, γιατί από εκεί και πέρα όπως έλεγε, δεν πρέπει ως σύζυγος διευθυντού τέτοιας βιομηχανίας να μαγειρεύει.

Ώ ρε τι έπαθα έλεγα εγώ, αλλά αυτή είχε ήδη παλαβώσει και δεν ήταν δυνατόν να την επιστρέψω στην λογική. Περιττό είναι τώρα να σου πω ότι πήγαμε στο Πανόραμα την ίδια μέρα, ότι δεν μαγείρεψε ποτέ ξανά και ότι όλη την ημέρα γύριζε με τον οδηγό και το αυτοκίνητο μας στα μαγαζιά και έκανε ατέλειωτα ψώνια.

Τα έπιπλα του σπιτιού μας αν και ήταν πολύ ωραία και πανάκριβα, από την μανία που είχε αυτή για αγορές, τα άλλαξε όλα. Εγώ προσωπικά πάντως, δεν είχα να κάνω τίποτε άλλο στο γραφείο μου, εκτός από το να διαβάζω προσκλήσεις που μου έφερνε η γραμματέας μου, μέσω των οποίων έπρεπε να παραβρίσκομαι καθημερινά σε εκδηλώσεις και προπαντός μετά της συζύγου μου.

Αυτή είναι ζωή έλεγε τρισευτυχισμένη αυτή. Κοίτα καημένε μου, μη τυχών τους δώσεις καμιά αφορμή κι εξαιτίας αυτής να σε απολύσουν. Όσα χρήματα κι αν παίρνει κανείς ως εργαζόμενος, έστω και σαν διευθυντής σε μια τόσο μεγάλη βιομηχανία, είναι αδύνατον να συγκριθούν αυτά, με όσα μας παρέχουν αυτοί οι άγιοι άνθρωποι.

Να μου τους γνωρίσεις την άλλη φορά που θα έρθουν να μας κάνουν αναβάθμιση, έλεγε απόλυτα ικανοποιημένη, για να τους προσκυνώ κι εγώ μαζί με εσένα, μη τυχόν και ξεχάσεις να το κάνεις εσύ.

Σύνελθε βρε γυναίκα της έλεγα. Δεν είναι φυσιολογικά πράγματα αυτά. Αυτοί για να μας κάνουν τέτοιου είδους και ύψους παροχές, κάτι θέλουν από μας ή από μένα κι αυτό είναι που με φοβίζει. Καλό είναι να τους επιστρέψω τις κάρτες που μας έδωσαν και να τους παρακαλέσω να με αφήσουν άσημο και άγνωστο εκεί που ήμουν πρώτα και να ζούμε ήσυχα πλέον όπως και πριν φυσιολογικά, όπως όλοι οι άνθρωποι γύρο μας.

Τι λες βρε; Έλεγε αυτή φορτισμένη. Είσαι καλά που θα δώσω εγώ πίσω την κάρτα που με κάνει να υπάρχω σαν βασίλισσα και να αρχίσω πάλι να μαγειρεύω σαν εκείνες τις καημένες τις γυναικούλες, που ούτε και να τις σκέφτομαι πια δεν θέλω;

Άμα θέλεις εσύ να δώσεις πίσω την δική σου κάρτα, να την δώσεις. Εγώ πάντως, δεν δίνω πίσω την δική μου με τίποτε και κοίτα να κάνεις ότι σου πουν αυτοί που μας τις έδωσαν, μην τυχών και χάσω εγώ αυτά τα προνόμια που τώρα έχω, γιατί κανείς δεν θα μπορεί να μου τα προσφέρει, σε όποια δουλειά θα αναγκαστείς να πας, αν αυτοί σε απολύσουν.

Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, με τέτοιες δηλώσεις από την γυναίκα μου, είχα να διαλέξω ανάμεσα από το να χωρίσουμε επιστρέφοντας εκείνες τις κάρτες και από το να τις κρατήσω, μέχρι που να δω όπως υποψιαζόμουν τι θα μου ζητήσουν ως αντάλλαγμα, αν και δεν μου είχαν δείξει ακόμη τέτοιες προθέσεις.

Περνούσε ο καιρός λοιπόν κι εμείς ζούσαμε βασιλικά με κείνες τις κάρτες, τις οποίες κράτησα όπως σου είπα, για να μην χαλάσω το σπίτι μου. Η γυναίκα μου όμως, είχε αγκιστρωθεί για τα καλά από την δική της θαυματουργή κάρτα και δεν της ήταν πλέων δυνατόν να την επιστρέψει, έστω κι αν έκανε αυτή αντί για μένα, όποιους συμβιβασμούς θα υποχρέωναν εμένα  ενδεχομένως να κάνω, όπως πολύ το φοβόμουν.

Και δεν σου κρύβω, ότι από μέρα σε μέρα περίμενα να έρθουν αυτοί στο γραφείο μου και να μου ζητήσουν τους συμβιβασμούς που υπολόγιζα, γι’ αυτό κι εγώ προσωπικά, δεν έκανα ούτε μια δραχμή έξοδα με την προσωπική μου κάρτα.

Μετά από τρις μήνες περίπου, μπήκε ένα πρωινό η γραμματέας μου στο γραφείο μου πάλι κι όπως το περίμενα μου έλεγε ότι είχα πάλι ραντεβού με τους γνωστούς αγνώστους και ότι σε πέντε λεπτά θα έμπαιναν στο γραφείο μου.

Πάγωσα στην σκέψη και μόνον, ότι ήρθαν να με μαλώσουν αυτοί, για τις αλόγιστες σπατάλες τις γυναίκας μου και ότι μάλλον εξαιτίας αυτού ήρθαν να με απολύσουν από την θέση μου. Κάτι τέτοια δηλαδή έβαζα με το μυαλό μου.

Μπήκαν τελικά μέσα αυτοί και δεν χρειαζόταν να τους δικαιολογήσω εγώ το πάθος της γυναίκας μου, αφού αυτοί ήταν χαρούμενοι αντί να είναι θυμωμένοι και με την ίδια χαρά μου έλεγαν, ότι από τα έξοδα που έβλεπαν να κάνει η γυναίκα μου, μάλλον το διασκεδάζει κι ότι πολύ καλά έκανε.

Εσείς όμως; Δεν ξοδεύετε ούτε μια δραχμή. Ή είστε πολύ συντηρητικός, ή κάτι σας απασχολεί. Για να σας βγάλουμε λοιπόν από τους δισταγμούς που πιθανόν σας εμποδίζουν να ζήσετε ελεύθερα μαζί μας, ήρθαμε σήμερα να σας πολλαπλασιάσουμε τις παροχές μας, έτσι για να πειστείτε επιτέλους, ότι πράγματι και δεν μας ενδιαφέρει πόσα έξοδα θα κάνετε, προκειμένου να είστε τόσο εσείς όσο και η σύζυγός σας ευτυχισμένοι.

Λέγοντας αυτά όμως, έβγαλε ο δεύτερος της παρέας ένα φάκελο από την τσάντα του και μου τον έδωσε με πολύ επίσημο τρόπο. Καθώς μου τον έδινε όμως, μου έλεγε και κάτι πολύ καθησυχαστικά. Πάρτε αυτόν τον φάκελο, τον οποίο θέλουμε να τον ανοίξετε και να τον μελετήσετε με την ησυχία σας στο σπίτι σας, αλλά  και μαζί με την σύζυγό σας.

Όταν θα τον μελετήσετε όμως, θα θέλαμε να μας βάλετε την υπογραφή σας στο τέλος του κειμένου, εδώ ακριβώς που υπογράφουμε και εμείς οι δύο κι ενώ μου έλεγε αυτά, μου έδειξε και το σημείο που έπρεπε να βάλω κι εγώ την δική μου υπογραφή.

Μετά κι από αυτό, συμπλήρωσε και μερικά ακόμη. Δεν σας υποχρεώνει κανείς να μας δώσετε αύριο κιόλας την υπογραφή σας. Μελετήστε πρώτα τον φάκελό σας, σκεφτείτε μετά το περιεχόμενό του εσείς και η σύζυγός σας κι από κοινού μετά αποφασίσετε την υπογραφή σας.

Εμείς πάντως, θα επαναλάβουμε την επίσκεψη μας σε ένα μήνα από σήμερα. Αν συμφωνήσετε με όσα εμείς θέλουμε να σας προσφέρουμε, καλό είναι να μας βάλετε την υπογραφή σας κι έτσι, αυτομάτως θα γίνετε και επισήμως μέλη της δικής μας οικογένειας, η οποία όπως καταλάβατε, μεριμνά τα μέγιστα για την ευτυχία όλων των μελών της.

Μετά από την αναφορά που μου έγινε, έφυγαν οι δύο κύριοι κι όταν πια έμεινα μόνος, με έζωσαν τα φίδια. Κάθισα και διάβασα δύο τρεις σελίδες από το περιεχόμενο του φακέλου κι από περιέργεια το έκανα αυτό, αλλά κι αυτά που αναφερόταν ήταν όλα παροχές.

Δεν ξέρω τώρα να σου πω, αν και οι βασιλιάδες ωφελούνται τόσα πολλά, από όσα μπορεί να ωφεληθεί ένα μέλος αυτής της οικογένειας που αυτοί οι δύο ήθελαν για κάποιο λόγο να με κάνουν μέλος της.

Αφού δεν έβρισκα όμως τίποτε το επιλήψιμο ανάμεσα στα αναφερόμενα, όπως πολύ το φοβόμουν, κατηγορούσα μετά τον εαυτό μου, για την καχυποψία που έδειχνα. Πήρα τον φάκελο μαζί μου ωστόσο κι όταν ήρθε η ώρα τον πήγα στο σπίτι μου, προκειμένου να τον μελετήσω με την ησυχία μου, αλλά και μαζί με την γυναίκα μου, όπως μου το τόνισαν οι γνωστοί άγνωστοι.

Βλέποντας η γυναίκα μου να διαβάζω με προσοχή αλλά και επιμονή κι επανειλημμένα τις σελίδες, μου έλεγε θυμωμένοι μαζί μου. Τι διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις τα ίδια; Δεν βλέπεις ότι οι άνθρωποι εκτιμώντας τις υπηρεσίες σου, μας δίνουν την δυνατότητα να ζήσουμε σαν βασιλιάδες; Τι κάθεσαι τώρα κι από καχυποψία και μόνο τα ψειρίζεις. Υπέγραψε λοιπόν εκεί που σου είπαν αυτοί και τελείωνε επιτέλους.

Πράγματι φίλε μου. Ο φάκελος που μου έδωσαν, ήταν όντως γεμάτος από απίστευτες παροχές. Και το ένα χιλιοστό από αυτές να μου παρείχαν, θα ήταν παραπάνω από υπέρ αρκετές, για να ζει κανείς ασφαλής ως μέλος αυτής της οικογένειας. Το γιατί όμως χρειαζόταν να μου παράσχουν τόσες πολλές, ήταν κάτι που δεν με άφηνε να υπογράψω εκείνον τον φάκελο με ησυχία. Είχα πολλούς ενδοιασμούς και φόβους όπως καταλαβαίνεις.

Αφού δεν με πίεζε όμως κανένας να απαντήσω βιαστικά, αποφάσισα να δω και πάλι το θέμα σε λίγες μέρες και να υπογράψω τότε που θα ήμουν λιγότερο επιρρεπείς σε φόβους, τους οποίος τελικά, δεν έβλεπα να έχουν και τόσο βάση.

Όταν όμως μετά από λίγες μέρες εξέτασα προσεκτικά και μία, μία, όλες εκείνες τις παροχές, διαπίστωσα ότι την τελευταία από κείνες της πάμπολλες παραγράφους του προς υπογραφή κειμένου, ποτέ δεν την διάβαζα, είτε γιατί ήμουν κουρασμένος διαβάζοντας όλες τις άλλες, είτε γιατί την θεωρούσα κι αυτήν εκ προοιμίου παροχή.

Αυτή όμως έλεγε πεντακάθαρα άλλα πράγματα και ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε την ισχύ ενός πολύ αυστηρού συμβολαίου, το οποίο βέβαια, δεν θα μπορούσες να αθετήσεις, σε καμιά των περιπτώσεων από την στιγμή που το υπέγραφες. Και ξέρεις τι έλεγε εκείνη η παράγραφος;

Όλα όσα αφειδώς παρέχονται προς όλα τα μέλη της μεγάλης οικογένειάς μας, τα παρέχουμε, για να εξασφαλίσουμε την ζωή τους από κάθε πλευρά και από κάθε άποψη και προπαντός από κάθε κίνδυνο. Για να γίνουν όμως όλα αυτά, θα πρέπει να κατανοήσετε, ότι κι εσείς ο υπογράφων, πρέπει να κάνετε κάτι, τότε κι όταν κι εφόσον αυτό θα σας ζητηθεί.

Σε περίπτωση που υπογράψετε την συμμετοχή σας στην οικογένεια μας, υπογράφετε και την υποχρέωση σας να κάνετε κι αυτό που θα σας ζητηθεί. Αν για οποιονδήποτε λόγο όμως, υπογράψετε και αθετήσετε τον λόγο σας, τότε εσείς, ή ένα μέλος της οικογένειά σας, θα υποστεί τις συνέπειες της αθέτησης σας.

Όταν διάβασα που λες εκείνη την παράγραφο, τότε και μόνο τότε κατάλαβα σε τι λούκι μπορούσα να εγκλωβιστώ κι επειδή δεν ήθελα να μου συμβεί κάτι τέτοιο, πήρα την απόφαση να μην υπογράψω την καταδίκη μου έστω κι αν χώριζα με την γυναίκα μου, γιατί πουθενά δεν διευκρίνιζε, τι θα μπορούσε να είναι εκείνο το κάτι που θα μου ζητούσαν να κάνω.

Μα τί πια; Θα σου ζητήσουν να γκρεμίσεις τον Λευκό πύργο; Ή θα σε βάλουν μήπως να σκοτώσεις τον Πρωθυπουργό;  Ένα σορό τέτοια έλεγε η γυναίκα μου αγανακτισμένη μαζί μου, αλλά και προσπαθούσε να με πείσει ότι έπρεπε να υπογράψω εκείνη την σύμβαση. Σταθερός όμως εγώ στους λογικούς πλέον φόβους μου, δεν υπέγραφα.

Και λογικά πια δεν υπέγραφα, αφού πουθενά για πουθενά δεν ήταν φανερό, τι ακριβώς θα μου ζητούσαν να κάνω, για να ζω ασφαλής ως μέλος της οικογένειάς τους. Και στην γυναίκα μου το ίδιο της έλεγα. Αφού δεν είμαι σίγουρος εγώ, ότι δεν θα μου ζητήσουν αυτοί και να σκοτώσω ενδεχομένως κάποιον, προκειμένου να γίνω μέλος τους, τότε γιατί να υπογράψω ένα τόσο αυστηρό συμβόλαιο; Και γιατί να το κάνω αυτό για μια οικογένεια που μου είναι άγνωστη, που δεν γνωρίζω την έδρα της, ούτε τον πατέρα της, ούτε και τον σκοπό της;

Για όλα αυτά λοιπόν, έλεγα θυμωμένος πια προς την γυναίκα μου. Παρ’ το απόφαση. Δεν υπογράφω τίποτε στα τυφλά, γι’ αυτό και καλά θα κάνεις να μου δώσεις την κάρτα που έχεις και τρέχα να βρεις δικηγόρο, γιατί αν δεν συμφωνήσεις μαζί μου τώρα, είμαι αποφασισμένος να σε χωρίσω.

Μετά από την δήλωση που της έκανα, πήρα την κάρτα από τα χέρια της και μαζί με την δική μου την έβαλα στον φάκελο, τον οποίο κι επέστρεψα ανυπόγραφο στο γραφείο μου, όπου και περίμενα να έρθουν εκείνοι οι δύο τύποι, τους οποίους δεν ήξερα ποιοι ήταν και από που κατάγονταν και τι επιδίωκαν με όλα εκείνα τα παρεχόμενα, για να τους δώσω πίσω τον φάκελό τους, αποφασισμένος να υποστώ τις συνέπειες που σίγουρα θα  ακολουθούσαν.

Μετά από λίγες μέρες και σύμφωνα με το πρόγραμμα τους, μου έκαναν τελικά την επίσκεψη που περίμενα. Κι όταν μπήκαν στο γραφείο μου, τους είδα να είναι πολύ απόμακροι και παραμένοντας όρθιοι μπροστά μου, πολύ ψυχρά ρωτούσαν να τους πω, αν υπέγραψα ή όχι, τον φάκελο που μου έδωσαν.

Από όσα μου άφησε όμως η συμπεριφορά τους να καταλάβω, πολύ σίγουρος είμαι, ότι ήξεραν αυτοί τι είπαμε και τι κάναμε εμείς στο σπίτι που μας παραχώρησαν να ζούμε. Όταν λοιπόν τους είπα, ότι δεν μπορώ να υπογράψω αυτήν την σύμβαση, λόγο του ότι η τελευταία παράγραφος δεν διευκρίνιζε τι ακριβώς θα ήταν αυτό που έπρεπε να κάνω όταν θα μου το ζητούσαν, αυτοί τίποτε δεν είπαν.

Μου γύρισαν όμως την πλάτη τους και μου είπαν πολύ ψυχρά. Μετά από όσα μας δηλώνετε σήμερα, δυστυχώς, δεν θα μπορείτε να γίνετε μέλος της οικογένειάς μας. Δεν πειράζει τους είπα εγώ και πριν καλά, καλά, κλείσει η πόρτα του γραφείου μου πίσω τους, μου έφερε αμέσως την απόλυση μου η γραμματέας μου λέγοντας. Μη με ρωτήσεις τίποτε, εγώ μόνον εντολές εκτελώ.

Όπως καταλαβαίνεις, δεν είχα ανάγκη να ρωτήσω τίποτε και σε κανένα, γιατί κατάλαβα πως κάνουν αυτοί πράξει τα δικά τους σχέδια, γι αυτό και είπα μέσα μου. Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερης ζωής, ανάμεσα σε όμοιους με μένα ανθρώπους, που και αυτοί πληρώνουν αδιαμαρτύρητα το κόστος της ζωής τους, παρά να ζω εγώ αμέτρητα χρόνια συνειδησιακής φυλακής, μόνο και μόνον για να υπάρχω προδότης ανάμεσα σε άλλους ακριβοπληρωμένους προδότες, φυγόπονους και συμβιβασμένους δούλους, χωρείς να διαθέτω ίχνος από αξιοπρέπεια μέσα μου.

Αυτά που λες τους έκανα τότε. Με τα χρήματα πάντως που πήρα από αυτούς ως αποζημίωση για την απόλυση μου, πολλές δουλειές επιχείρησα να κάνω αλά δυστυχώς για εμένα, καμιά από αυτές δεν στάθηκε. Κι αυτό που τώρα κάνω όπως και συ ξέρεις παραπαίει. Με την γυναίκα μου πάντως, για δύο χρόνια ήμουν σε διάσταση, γιατί έπαθε μιας μορφής κατάθλιψης με όσα έχασε εξαιτίας μου.

Επέστρεψε όμως πάλι πίσω στην οικογένεια της, όταν κι αυτή επιτέλους κατάλαβε, σε τι απίθανους συμβιβασμούς θα μπορούσαμε να υποκύψουμε, μπροστά στο να έχουμε εκείνη την άνετη και γεμάτη προδοσίες ζωή μας.

Αυτοί που είναι κριμένοι πίσω απ όλους και απ όλα καλέ μου φίλε, μπρος στο να εκπληρώσουν τους δικούς τους σκοπούς, δεν κοιμούνται σαν κι εμάς, διαβάζουν με πολύ προσοχή όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται στο περιβάλλοντος τους, για να βρουν ανάμεσα σ’ αυτούς ακόμη κι από τις ποιο απλές συμπεριφορές τους, ποιοι είναι οι ποιο εμπαθείς από αυτούς ώστε να τους κάνουν ακριβοπληρωμένους προδότες και να τους δένουν όπως άκουσες πολλές φορές από παντού και έτσι, που να μην μπορούν να ελευθερωθούν ποτέ και με τίποτε.

Αυτά που λες έπαθα τότε κι όπως βλέπεις κι εσύ τώρα, ακόμη πληρώνω για το σθένος που έδειξα, αρνούμενος την συγγένεια που μου ζητούσαν να δεχθώ, με ανθρώπους που δεν γνώριζα και με μια κοινωνία που σαν τον διάβολο βρίσκεται κριμένη πίσω από όλους κι όλα.

Μπράβο σου του είπα κι εγώ, έτσι για να τον συμπαρασταθώ. Απορώ όμως μαζί σου. Πώς μπόρεσες να αρνηθείς κάτι τόσο δυνατό και πώς δεν άφησες τον εαυτό σου να χαθεί μέσα σ’ αυτήν την ασχήμια, την οποία βέβαια δεν θα ήταν εύκολο να την ελέγξεις και ποτέ δεν θα ήξερες πού θα σε έβγαζε, ζωντανό, ή πεθαμένο.

Ωστόσο όμως κι εφόσον εγώ δεν είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω όσα μου ανάφερες για την ιστορία της ζωής σου, δεν έχω παρά να τα δεχθώ όλα αυτά, ως πληροφορίες που εσύ έζησες και ξέρεις. Και βέβαια τα ξέρω είπε αυτός κι αφού συμφωνήσαμε επ’ αυτού, τον άφησα στο γραφείο του κι έφυγα από κείνη την επίσκεψη αρκετά προβληματισμένος για όσα άκουσα.

Ήξερα κι άλλους που μπήκαν σ’ αυτήν την σκοτεινή οικογένεια, έστω κι ως πέμπτου βαθμού συγγενείας, οι οποίο όπως σας το ανάφερα κι αυτό στα προηγούμενα, άχνα δεν έβγαζαν από το στόμα τους, για όσα τους ρωτούσα να μάθω γύρο από τα οικογενειακά τους.

Ωστόσο όμως, τον προαναφερθέντα πελάτη μου, τον έχασα μετά από λίγο καιρό. Δυστυχώς δηλαδή, δεν τον είδα ξανά και ποτέ δεν τον συνάντησα κάπου αλλού να προσπαθεί για την επιβιώσει του ως εργαζόμενος, αφού αυτό που επιχειρούσε να κάνει τότε δεν ήταν σε θέση να του δώσει τα απαραίτητα, προκειμένου να ζήσει την οικογένεια του.

Αν εγκλωβίζουν πάντως και τόσο σίγουρα μάλιστα έναν απλό διευθυντή που εργάζεται σε ένα εργοστάσιο, προκειμένου να εξασφαλίσουν αυτοί τα σκοτεινά τους σχέδια, όποια κι αν είναι αυτά, σκεφτείτε, πόσο εύκολα εγκλωβίζουν όλους εκείνους τους εμπαθείς που έχουν στην δούλεψη τους και βρίσκονται σε ανώτερα κλιμάκια, ακόμη και σε κυβερνητικά.

Τους οποίους βέβαια, με πολύ έξυπνο τρόπο χρησιμοποιούν σαν πιόνια στην σκακιέρα τους, τότε και έτσι που αυτοί θέλουν, ώστε με αυτούς τους εμπαθείς να κάνουν όσα επιδιώκουν εις βάρος μας, χωρείς εμείς να τους βλέπουμε, αφού μας τους κρύβουν από φόβο, αυτοί που υπέκυψαν στις αλόγιστες παροχές τους κι έγιναν μέλη αυτής της σκοτεινής όσο και εχθρικής για όλους τους ανθρώπους της γης οικογένεια.

Που και πόσους τέτοιους ενδοτικούς έχουν εγκλωβισμένους μόνον αυτοί το ξέρουν και δεν είναι δυνατόν να τους μάθουμε κι εμείς, αφού το παραμικρό που τους ζητούν να κάνουν για την οικογένεια τους, είναι πολύ μεγάλο κακό για μας, αν σκεφτεί κανείς ότι από μια πολύ μικρή πόρτα που ανοίγει κάποιος, μπορούν να μπουν σιγά, σιγά μέσα αμέτρητοι εχθροί και δεν χρειάζεται να κρατούν όπλα ώστε να τους δούμε και να προφυλαχτούμε από αυτούς.

Αυτοί άλλωστε, με το βαμβάκι μας σκοτώνουν κι αυτό μάλιστα το κάνουν έτσι, που κανείς από εμάς να μην το καταλαβαίνει. Ενδεχομένως, το ίδιο να έπαθε κι εκείνος ο μοναδικός Έλληνας κι άξιος για όλους μας πρωθυπουργός της περιόδου 1821, ο Καποδίστριας, όταν σε κάποιες σημειώσεις του έγραφε, έτσι για να το θυμηθεί, ότι έπρεπε να κλείσει τελικά αυτά τα σπίτια που ανήκαν στην ίδια διαβολική οικογένεια, τα οποία από τότε ήταν ανοικτά και ροκάνιζαν την πατρίδα μας, τον λαό της και το μέλλον τους.

Μόνον που δεν φανταζόταν, ότι κάποιος από τους ενδοτικούς που ήταν δίπλα του και τον αγνοούσε ως ασήμαντο, θα έκανε εκείνο το κάτι που ήταν υποχρεωμένος να κάνει όταν θα του το ζητούσαν και την δεδομένη στιγμή πρόδωσε τα πρόχειρα σχέδια του πρωθυπουργού, γι’ αυτό και την άλλη μέρα κιόλας, έβαλαν έναν άλλον από αυτούς και τον σκότωσε, για να μη υλοποιηθούν ποτέ κι από κανένα τα εναντίον τους σχέδια.

Το ίδιο ενδεχομένως έπαθαν και κείνοι οι χουντικοί που τόλμησαν να κλείσουν αυτά τα σπίτια, αλλά είδαμε την κατάληξη τους, όπως και το όνομα που από τότε τους απέδωσαν και μέχρι σήμερα δεν άλλαξε και χουντικούς τους αποκαλούν κι από όλους είναι κατακριτέοι, για να μην τολμήσει ποτέ κανείς να τους κλείσει το κολαστήριό τους.

Όσο κι αν κρύβονται όμως αυτοί, οι ενδοτικοί τουλάχιστον φαίνονται και μπορεί κανείς εύκολα να τους διακρίνει, αν παρατηρήσει, πόσο πολύ εύκολα διαγράφουν, μειώνουν και απαξιώνουν κάθε Ελληνικό κι όσα συνεπάγονται σ’ αυτό, από όποια θέση κι αν βρίσκονται στην διάθεση των πίσω από όλους κι όλα ευρισκομένους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *