Ζαλισμένος κι εγώ σαν τους μπαρμπάδες από τα ποτά, μπέρδεψα τα δύο κτίσματα και τα έκανα ένα, γι’ αυτό και νόμιζα ότι διασκέδαζα κάτω από το Ιερό της εκκλησίας, όπως σας ανέφερα στο προηγούμενο.
Αυτό μελετώντας στην συνέχεια λοιπόν, κατηφόρισα σιγά, σιγά και προσεκτικά από το μετόχι προς το Βελβεντό, αφού δεν ήταν λίγα αυτά που έφαγα και ήπια εκεί όλη την νύχτα.
Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι του φίλου τους όμως, σκεφτόμουν ότι όλοι τους ήξεραν ποιον έψαχναν να βρουν οι μπαρμπάδες όλη την νύχτα αν και πουθενά δεν τον έβρισκαν, αλλά κι εντελώς αδιαφορούσαν αυτοί, για το ότι ξημέρωσε σχεδόν κι ακόμη τον έψαχναν.
Κι ο ίδιος βέβαια ήξερε ότι τον ψάχνουν, γι’ αυτό και κρυβόταν. Αν τον έβρισκαν οι μεθυσμένοι και χασομέρηδες φίλοι του, ήταν παραπάνω από σίγουρο ότι δεν θα τον άφηναν να εκπληρώσει της επαγγελματικές του υποχρεώσεις όπως καταλαβαίνετε.
Έμπλεξαν κι εμένα αυτοί στις εμμονές τους όπως σας ανέφερα κι όλη την νύχτα με τραβολογούσαν μαζί τους. Αν έβρισκαν τον επαγγελματία φίλο τους; Τι λέτε; Θα τον άφηναν να κάνει την δουλειά του; Δεν νομίζω.
Ήταν αδύνατον λοιπόν να γλιτώσει κανείς από τις συνήθειες εκείνων των απλών ανθρώπων της εποχής που αναφέρομαι και πώς να το έκαναν αυτό, όταν όλοι τους ήταν συνυφασμένοι με αυτές τις συνήθειες και κανείς τους δεν ήθελε να τις χαλάσει όσα κι ότι του στοίχιζε;
Κανένας από αυτούς δηλαδή δεν ήθελε να χαλάσει το χατήρι των φίλων του, όταν αυτοί έκαναν τέτοιες κι ακόμη χειρότερες υπερβολές, θεωρώντας τες αυτές ένδειξη αγάπης από φίλους προς φίλους. Κανείς τους λοιπόν δεν τις καταδίκαζε, αφού όλοι τους τις χαιρόταν όπως έβλεπα να κάνουν τότε, έστω κι αν αυτές τους έφερναν προβληματισμούς.
Ο συγκεκριμένος φίλος λοιπόν, ήξερε ότι τον ψάχνουν οι δύο μπαρμπάδες και για τους δικούς του λόγους δεν ήθελε να τον βρουν εκείνη την νύχτα. Και για να γλιτώσει από τα επακόλουθα μιας τέτοιας συνάντησης, πήγε να κρυφτεί στο σπίτι του και σ’ εκείνο το σημείο του σπιτιού του μάλιστα, που όσο κι αν τον έψαχναν, να μην μπορούν ποτέ να τον βρουν.
Αν δεν τον έβρισκαν αυτοί, θα πήγαινε ανενόχλητος στην δουλειά του. Αν τον εύρισκαν όμως, τότε ήταν σίγουρο ότι θα την έχανε και μαζί με αυτήν, θα έχανε και το ανάλογο εισόδημά του.
Καλά το σκέφτηκε αυτός και καλά έκανε σαν επαγγελματίας που αγαπάει την δουλειά του, μόνον που δεν υπολόγισε τις δυνατότητες των δύο φίλων του, αφού αυτοί ενεργούσαν σαν τα κυνηγόσκυλα που πήραν εντολή από το αφεντικό τους να τον βρουν, όπου κι αν ήταν κρυμμένος.
Ξημέρωσε σχεδόν όπως είπα την ώρα που φτάσαμε κάτω από το διώροφο σπίτι του κι όταν βγήκαν έξω από το αυτοκίνητο μου οι μπαρμπάδες, άρχισαν αμέσως να του τραγουδούν, το τραγούδι που λέει. ’’ έβγα στο παραθύρι σου’’.
Μετά από αυτό, του τραγούδησαν το ‘’άνοιξε το παραθύρι σου’ και μετά από αυτό, το ‘’δεν πάω σπίτι μου απόψε’’ , όπως κι ένα σωρό άλλα από τέτοια τραγούδια.
Είχε δεν είχε η γυναίκα του κρυμμένου φίλου τους, βγήκε έξω από το σπίτι και στάθηκε για λίγο στην κορυφή της σκάλας, κρατώντας στα χέρια της ένα μεγάλο δίσκο, γεμάτο από μεζέδες κι ένα μπουκάλι τσίπουρο.
Αφού τους κοίταξε καλά, καλά, κατέβηκε μετά τα σκαλοπάτια, και τους τα προσέφερε. Προσπαθούσε στην συνέχεια να τους ξεγελάσει ώστε να φύγουν και ν’ αφήσουν ήσυχο τον άντρα της, γιατί όπως είπαμε, έπρεπε να πάει στην δουλειά του ανενόχλητος αυτός κι αυτά τους έλεγε.
– Έφυγιν. Δεν ίντους ιδώ. Μ’ ίπιν όμους, να σας κυράσου ένα τσίπουρο αν έρθιτι στου σπίτ’.
Άκουσαν αυτοί όσα τους είπε η γυναίκα, αλλά δεν το έχαψαν. Έκαναν το κορόιδο για λίγο κι αφού ήπιαν κάμποσες ρακές εκεί κάτω και στα όρθια κι αφού έφαγαν όλους τους μεζέδες που τους έβγαλε εκείνη την ώρα η γυναίκα, έπιασαν πάλι να τραγουδούν τον φίλο τους και του έλεγαν το τραγούδι που λέει, ‘’Στα σκαλοπάτια σου εγώ γυρίζω’’.
Είπαν κι άλλα τέτοια τραγούδια οι μεθυσμένοι μπαρμπάδες κι όπως ήταν λογικό, ξύπνησαν με τα τραγούδια τους όλη την γειτονιά. Αφού βγήκαν όλοι στα παράθυρα, περίμεναν υπομονετικά να δουν, πως θα κατέληγε εκείνο το πρωινό.
Η αλήθεια είναι, ότι εγώ προσωπικά στεναχωρήθηκα με την συμπεριφορά τους, γιατί ανάγκασαν εκείνη την ώρα την γυναίκα του αλλά και τους γείτονές του να τους υποστούν, γι’ αυτό και προσπαθούσα να τους πάρω από εκεί έστω και με το ζόρι.
Είδαν οι γείτονες, αλλά και γυναίκα του φίλου τους την προσπάθειά μου αν και άκαρπη, είδαν και την ανησυχία μου, γι’ αυτό και με ένα στόμα μου έλεγαν.
– Άστις. Έτσι κάνουν αφνοί. Μη στιναχουριέσει κι μις ίμιστι μαθ’μένι σ’ αυτά.
Από όσα έβλεπα όμως να γίνονται εκεί, ένα πράγμα διαπίστωνα, ότι πράγματι και χαιρόταν οι άνθρωποι με τις εκδηλώσεις των φίλων τους, όσο μεθυσμένες κι αν ήταν, αφού αυτό και μόνον δήλωναν με την συμπεριφορά τους, την αγάπη που είχαν προς τους φίλους τους.
Οι μπαρμπάδες βέβαια, τίποτε από όσα έβαζα εγώ με το μυαλό μου δεν σκεφτόταν, γι’ αυτό κι όταν τελείωσε τα τραγούδια τους, έλεγαν προς τον φίλο τους με δυνατή φωνή.
– Αφού δεν κατιβέν’ς μι του καλό, θα κατέβ’ς τώρα μι του ζόρ’.
Και πριν πάρουν κάποια απάντηση από αυτόν, έκαναν στην άκρη την γυναίκα του κι ανέβηκαν τα σκαλοπάτια. Μάταια προσπαθούσε εκείνη να τους εμποδίσει. Μπήκαν μέσα στο σπίτι στην συνέχεια και δεν άφησαν μέρος εκεί που να μην το ψάξουν με επιμονή.
Όσο κι αν έψαχναν όμως, πουθενά δεν μπορούσαν να βρουν τον φίλο τους κι επειδή εγώ ήθελα να συμπαρασταθώ στην γυναίκα που πάσχιζε να τους ξεφορτωθεί, έλεγα στους μπαρμπάδες.
– Πάμε να φύγουμε, αφού από ότι φαίνεται, μάλλον έφυγε αυτός. Μας είπε και η γυναίκα του άλλωστε ότι δεν είναι εδώ, πάμε λοιπόν να φύγουμε.
Τίποτε όμως απ’ όλα αυτά δεν άκουγαν αυτοί, παρά μόνον έλεγαν ο ένας μετά από τον άλλον.
– Τουν μυρίζου ιγώ.
– Ιγώ τουν ακούω που αναπνέει.
Κι ενώ έλεγαν τέτοια, λεπτό δεν σταματούσαν. Έκαναν συνεχώς βόλτες μέσα στο σπίτι, αναζητώντας τον ακόμη και στα ποιο απίθανα σημεία.
Χωρίστηκαν κάποια στιγμή κι ο ένας τον έψαχνε στα δωμάτια, ενώ ο άλλος περιόρισε τις έρευνές του στον χώρο της κουζίνας, στην πόρτα της οποίας στεκόταν όρθια η γυναίκα, η οποία και τους καλούσε να καθίσουν στο τραπέζι, προκειμένου να τους προσφέρει κι άλλο τσίπουρο.
Αυτός που τον έψαχνε στην κουζίνα όμως, φώναξε ανακουφισμένος κάποια στιγμή, αλλά και ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα των ερευνών του, δεδομένου ότι τον εντόπισε να ξαπλώνει κάτω από τον πάγκο της κουζίνας.
– Νάτους α. Απου κατ’ του νιρουχίτ κρύφκιν. Σήκου απάν α. Τι κρύφκις ιδώ; Νόμισις ότι δεν θα συ βρω;
Τον βρήκαν λοιπόν και τον σήκωσαν από εκεί που ήταν ξαπλωμένος κι έκανε πως κοιμόταν. Ξάπλωνε πάνω σε ένα ράντζο όπως έβλεπα, το οποίο είχε βάλει κάτω από τον πάγκο της κουζίνας.
Ήλπιζε βέβαια, ότι εκεί κάτω, κανείς τους δεν θα μπορούσε να τον βρει όσο κι αν έψαχνε, αλλά να που τον βρήκαν οι φίλοι του κι αφού τον βρήκαν, ήταν επόμενο μετά, ότι και δεν θα τον άφηναν να πάει στην δουλειά του.
Αυτό φοβόταν κι αυτός όπως είπαμε, γι’ αυτό και κρύφτηκε εκεί που κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να σκεφτεί, αν βέβαια δεν ήταν μεθυσμένος και τέτοιου είδους φίλος, όπως εκείνοι οι δύο μπαρμπάδες φίλοι του.
Αφού τον βρήκαν λοιπόν, δεν τον άφησαν ήσυχο. Τον αγκάλιαζαν και του έλεγαν εκεί στην κουζίνα καθισμένοι, ένα σωρό άλλα τραγούδια κι αφού τους κέρασε ξανά και ξανά η γυναίκα του, τότε μόνον πείστηκαν ότι έπρεπε να φύγουν, δικαιολογώντας τον λόγο για τον οποίο τους το ζητούσε ο φίλος τους.
Εκείνος πάλι, τότε μόνον είδε ότι ήμουν κι εγώ εκεί, ή τότε μόνον του έμεινε χρόνος να με προσέξει, γι’ αυτό και μου έλεγε με απορία.
– Τι δλιά έχ’ς ισί μ’ αφνούς α;
Τι μπορούσα να του απαντήσω όμως; Μήπως εκείνο το μπλέξιμο έγινε με την δική μου επιλογή; Ή μήπως θα μπορούσα εγώ να σκεφτώ ή να κάνω κάτι παρόμοιο σε κάποιον από τους δικούς μου φίλους;
Υπάρχουν πολλοί άραγε γύρω μας, που θα επέτρεπαν στους φίλους τους να τους κάνουν κάτι παρόμοιο; Δεν νομίζω.
Μετά από λίγο όμως και με την δική του βοήθεια, έβαλα τους δύο μεθυσμένους φίλους του στο αυτοκίνητο μου κι αφού τους πήγα στα σπίτια τους, έληξε κι εκείνη η νυχτερινή πολλαπλή όσο και περίεργη διασκέδαση.
Μεσημέριασε πια όταν έφτασα στο σπίτι κι όπως μου έλεγε αργότερα ο παθών και μη εξαιρετέος κύριος Κλίγκος, άργησε να πάει στον προορισμό του το πρωί, με αποτέλεσμα να χάσει την δουλειά που ήλπιζε να πάρει ως μεταφορέας, αλλά και μου έλεγε με κατανόηση για τα καμώματα των μεθυσμένων φίλων του.
– Δεν πιράζ’ α. Γίνουντι αυτά. Όπους ήρθαν αφνοί στου θ’κό μ’ του σπίτ’
σήμιρα τα χαράματα, έτσ’ πήγα κι’ γω στα θ’ κάτ’ς. Κι στου σπίτ’ του Τρίχα πήγα ιγώ κι στου Θουμά του Γιαννούλη πήγα μιθυσμένους.
Κι δεν πήγα αδ’ έτσ’, όπως ήρθαν αφνοί. Μι τα όργανα πήγα κι τις σήκουσα απ’ τα κριβάτια τ’ς. Μπουρούσα λοιπόν να θυμώσου μ’ αυτά που μ’ έκαναν εκί’ν ώρα; Φίλοι ίντις αφνοί κι μας αγαπούν κι αφού ιμίς έτσ’ τόχουμι ιδώ, ότι ώρα θέλουν μπουρούν να μας ξυπνήσουν.
Μ’ αυτά χέρουμέστι α. Τι νουμίζ’; Άμα χέριτι ου φίλους, χιρόμαστι κ’ ιμίς.
Κι θα πεις ισί τώρα, οι γινέκις; Κι οι γινέκις του ίδιου μι μας κάνουν α. Χαίρουντι μ’ αυτά τα καμώματα κι ας σηκώνουντι απ’ τα κριβάτια τ’ς να βάζουν ρακές κι μιζέδις στα πιάτα στις τρεις τα χαράματα κι ας έχουν να παένουν μαζί μι τις άντρις στα χουράφια.
Μας αρέσουν αυτά, γι’ αυτό κι τα κάνουμι. Αν δεν μας άριζαν; Ισί τι λες; Θα τα έκανάμι; Κι η Τρίχας μαζί μη τουν Γιαννούλη, μι τα όργανα ήθιλαν να έρθουν του προυί στου θ’κό μ’ του σπίτ’, αλλά ήταν κλισμένα αυτά πάν’ ικι στου Μιτόχι. Κατάλαβις;
Κατάλαβα του είπα και συνεχίσαμε να πίνουμε το απογευματινό μας τσίπουρο.
Μιχάλης Αλταλίκης