Δεκαπενταύγουστος Και Το Αυτί Μου

  Επιστρέψαμε βέβαια από τις διακοπές μας εκείνο το καλοκαίρι κι αφού μείναμε για λίγες μέρες μόνον στο σπίτι μας της Θεσσαλονίκης, για το υπόλοιπο του καλοκαιριού και μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία, μετέφερα τα μέλη της οικογένειάς μου στο Βελβεντό της Κοζάνης κατά την συνήθειά μας, τους οποίους κι επισκεπτόμουν τα Σαββατοκύριακα.

Φτάσαμε στον Δεκαπενταύγουστο όμως και αυτήν την ημέρα γιορτάζει η εκκλησία τους όπως και το Βελβεντό βέβαια κι αφού έπρεπε να επισκεφτώ την οικογένειά μου εκτός από τους δύο παραπάνω λόγους, νωρίς το απόγευμα της παραμονής της γιορτής ξεκίνησα από την Θεσσαλονίκη.

Οδηγώντας λοιπόν το αυτοκίνητό μου, κατά τις πέντε το απόγευμα, βρέθηκα στον παλιό δρόμο που συνέδεε την Βέροια με την Κοζάνη τότε κι ανεβαίνοντας το βουνό της καστανιάς, συνάντησα την αναμενόμενη για την ημέρα κίνηση, δεδομένου ότι πολλοί άνθρωποι επισκέπτονται και την Μονή της Παναγίας Σουμελά, για την γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, προκειμένου να βρεθούν από την παραμονή της γιορτής στον προαύλιο χώρο της.

Είναι αλήθεια βέβαια, ότι αρκετά χρόνια ανέβαινα αυτό το βουνό και πάντα ζητούσα την βοήθεια της Παναγίας όταν περνούσα από τα όρια της εν λόγω μονής, αλλά ποτέ δεν στάθηκα μπροστά στην εικόνα της, έτσι να την χαιρετίσω τουλάχιστον, από ευγνωμοσύνη και μόνον για όλα όσα, τόσα χρόνια Αυτή αφειδώς μου παραχωρεί.

Αυτά λοιπόν σκεφτόμουν εκείνη την στιγμή, οπότε, χωρίς δεύτερη σκέψη, έκανα στροφή δεξιά κι ακολουθώντας τα αυτοκίνητα που έκαναν το ίδιο με εμένα, βγήκα από τον δρόμο μου και πήγα μέχρι την Εκκλησία της μονής, η οποία βρίσκεται αρκετά έξω από τον κεντρικό δρόμο.

Όπως έβλεπα όμως, πολλοί άνθρωποι βρισκόταν εκεί και περίμεναν ουρά ο ένας πίσω από τον άλλον προκειμένου να χαιρετίσουν την εικόνα της Παναγίας, οπότε, στάθηκα κι εγώ πίσω από αυτούς. Όταν ήρθε η σειρά μου να Την χαιρετίσω λοιπόν, αισθάνθηκα πολύ ένοχος που για πρώτη μου φορά διέθεσα κι εγώ λίγο χρόνο από την ζωή μου, για να κάνω αυτό που τόσα χρόνια ποτέ μου δεν σκέφτηκα να κάνω.

Άρχισε ο εσπερινός όμως εκείνη την στιγμή και ντράπηκα να φύγω μέσα από την εκκλησία όπως αρχικά σκέφτηκα να κάνω. Ας καθίσω λίγο έλεγα στον εαυτό μου και δεν θα χάσω τίποτε αν φτάσω στο Βελβεντό μια ώρα αργότερα.

Στάθηκα λοιπόν στην σειρά και πίσω από τους πολλούς ομολογουμένως πιστούς που βρήκα να στέκονται όρθιοι μπροστά από το τέμπλο κι άκουγα με πολύ καλή διάθεση και πολύ προσοχή τους ψάλτες, που τόσο εύηχα έψαλλαν τα τροπάρια Της.

Να όμως που μου ήρθε να φτερνιστώ εκείνη την στιγμή κι όταν κάνω κάτι τέτοιο εγώ φωνάζω και φωνάζω μάλιστα πολύ δυνατά. Δεν ήθελα όμως να αναστατώσω το εκκλησίασμα με τις φωνές μου, γι’ αυτό κι έβαλα τα δάχτυλα μου να κλείσουν την μύτη μου, ώστε να περιορίσω κάπως τους ήχους μου.

Απέφυγα όντως αυτό που φοβόμουν να κάνω φωνάζοντας, αλλά έτσι όπως τραντάχτηκα από το εσωτερικό μου φτέρνισμα, βούλωσε το δεξί μου αυτί, αυτό δηλαδή που από μικρός το έχω προβληματικό.

Παρ’ όλα αυτά όμως, έμεινα μέχρι και το τέλος εκείνου του πανηγυρικού εσπερινού κι αφού πήρα λίγο άρτο μαζί μου, ξεκίνησα για το Βελβεντό. Το αυτί μου βέβαια, δεν έλεγε να ξεβουλώσει, αν κι έκανα πάρα πολλές προσπάθειες γι’ αυτόν τον λόγο μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου.

Έφτασα τελικά κι αφού πήγα να συναντήσω την οικογένεια μου στο σπίτι μας, βγήκαμε μετά από λίγο στην πλατεία για καφέ με την γυναίκα μου αλλά το αυτί μου, όσο κι αν το προσπαθούσα, παρέμενε βουλωμένο.

Όταν πια πήγαμε να κοιμηθούμε επιστρέφοντας, κόντευε δώδεκα η ώρα. Κι όταν κτυπούσε το ρολόι της εκκλησίας δώδεκα ακριβώς, μας βρήκε στο κρεβάτι. Εκείνη την στιγμή όμως, θαρρείς και είχα ραντεβού με τον πόνο, ο οποίος έπρεπε για κάποιον λόγο να με κάνει να μαρτυρήσω.

Με τυραννούσε αυτός θα έλεγα και σιγά, σιγά, άρχισε να γίνεται από τυραννικός, αφόρητος. Άρχισε να μου πονά με ρυθμό δηλαδή. Από πολύ σιγά, σε πολύ δυνατά, μέχρι που βόγκηξα πονώντας όλη την νύχτα κι αν δεν ντρεπόμουν για την ηλικία μου, θα έκλαιγα εξαιτίας του.

Άρχισε να με πονά το αυτί μου στις δώδεκα λοιπόν και κράτησε ο πόνος του μέχρι τις επτά το πρωί, αυξάνοντας συνεχώς την έντασή του. Και λέω επτά, γιατί τότε ήταν που άκουσα πάλι το μεγάλο ρολόι του καμπαναριού να χτυπά επτά φορές.

Εκείνη την στιγμή όμως, έκανε ένα κλακ μέσα στο αυτί μου, έτσι όπως κάνει ένα σπυρί όταν σπάζει, αλλά μετά από αυτό κι όλως παραδόξως μου πέρασε τελείως ο πόνος. Πέρασε αυτός κι ανακουφίστηκα εγώ, αλλά και δεν θα άντεχα περισσότερο τον βασανισμό μου.

Έσπασε βέβαια κάτι μέσα στο αυτί μου, αλλά κι εξαιτίας αυτού, έτρεξε ένα καφετί υγρό από το εσωτερικό του, το οποίο λέρωσε το μαξιλάρι μου. Μαζί με αυτό όμως, άκουγα φλοίσβους πλέον όταν μου μιλούσε η γυναίκα μου και δεν καταλάβαινε τι μου έλεγε.

Ωστόσο, πήγα στην εκκλησία αφού την Παναγία μας τιμούσαμε εκείνη την ημέρα κι όπως έπρεπε, παρακολούθησα την λειτουργία μέχρι και την λήξη της, αν και μετά πολύς δυσκολίας βέβαια. Κι όταν βρεθήκαμε στην πλατεία για καφέ, βρήκα την ευκαιρία κι ενημέρωσα τον φίλο μου ΩΡΛ γιατρό για όσα μου συνέβησαν.

Ακούγοντας αυτός την περιγραφή που του έκανα από την αρχή μέχρι το τέλος, μου βεβαίωσε ότι σίγουρα είχε σπάσει το τύμπανο μου κλίνοντας την μύτη μου, ο πότε, μου έδωσε την σχετική για το σπάσιμο του τυμπάνου αντιβίωση, αλλά και μου συνέστησε να επισκεφτώ αμέσως χειρούργο ΩΡΛ επιστρέφοντας στην έδρα μου, προκειμένου να επιχειρήσει αυτός την αποκατάστασή του.

Όπως μου συνέστησε λοιπόν αυτός, όταν επέστρεψα στην Θεσσαλονίκη, πράγματι πήγα κι επισκέφτηκα έναν χειρούργο νοσοκομειακό ΩΡΛ, στον οποίο κι εξέθεσα το πρόβλημα μου. Όταν κι αυτός με εξέτασε, διαπίστωσε τα ίδια με τον φίλο μου, γι’ αυτό και υποσχέθηκε ότι θα μου έκανε την επέμβαση.

Μου πρόσθεσε όμως και κάτι ακόμη αυτός, το οποίο όντως με προβλημάτισε, για τον λόγο ότι ζήτησε πρωτίστως να μου κάνει άλλη και ιδική επέμβαση στην μύτη μου, γιατί όπως το παρατήρησε, έβλεπε μια στένωση σ’ αυτήν, την οποία αν δεν ανοίγαμε το συντομότερο δυνατόν, θα μου προκαλούσε οπωσδήποτε κάποιο καρδιακό επεισόδιο αργότερα.

Κι επειδή πολύ εύκολα θα μπορούσε να εξελιχθεί και σε θανατηφόρο αυτό όπως έλεγε, επέμενε να μου κάνει αμέσως την επέμβαση στην μύτη πρώτα και μετά στο αυτί μου, από το οποίο δεν άκουγα βέβαια, αλλά και δεν κινδύνευα να πεθάνω.

Φοβήθηκα είναι αλήθεια από όσα άκουσα να μου λέει ο γιατρός, γι’ αυτό και του ζήτησα να μου εξηγήσει, τι ακριβώς θα έκανε με το πρόβλημα της στένωσής μου, αφού ήταν τόσο σοβαρό αλλά κι επικίνδυνο.

Όταν όμως τον άκουσα να μου αναφέρει, ότι έπρεπε να σπάσει πρώτα με σκαρπέλο την μύτη μου και μετά να την επαναφέρει στην πρότερή της θέση, φοβήθηκα ακόμη περισσότερο, γι’ αυτό και δεν έμεινα στο ιατρείο του, όπου και υπολόγιζε αυτός να μου κάνει την επέμβαση που υποστήριζε ως αναγκαία.

Έφυγα βέβαια από το ιατρείο του, αλλά και οι φλοίσβοι συνέχιζαν να υπάρχουν στο αυτί μου, εξαιτίας των οποίων όχι μόνον δεν άκουγα καλά, αλλά κι από αυτά που άκουγα, δεν καταλάβαινα εύκολα αυτά που μου έλεγαν.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, η ενόχληση που ένιωθα ήταν πολύ έντονη, αλλά κι ο φόβος μου επίσης πολύ μεγάλος για όσα ήθελε να μου κάνει ο χειρούργος ΩΡΛ, σκάβοντας με σκαρπέλο την μύτη μου.

Κι αφού όντως φοβήθηκα πολύ, πήρα το αυτοκίνητο μου ένα πρωινό και πήγα στο Άγιο Όρος, προκειμένου να επισκεφτώ τον πνευματικό μου εκεί αλλά και να του αναφέρω τον πόνο μου. Ακούγοντας τον αυτός, μου έλεγε και με το δίκαιό του.

– Κι εμείς όταν αρρωστήσουμε βρε παιδί μου, στους γιατρούς πηγαίνουμε να μας κάνουν καλά, γιατί φοβήθηκες; Κάνε λοιπόν κι εσύ το ίδιο και μην ανησυχείς τόσο πολύ.

Δεν πάω του απαντούσα, γιατί αυτός θέλει να μου σπάσει την μύτη μου με το σκαρπέλο κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το υποστώ. Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, αλλά στον γιατρό εγώ δεν πρόκειται να πάω μετά από όσα μου υπέδειξε να κάνω.

Για να καλμάρει όμως αυτός την αντίδρασή μου, με πέρασε μέσα στο ιερό της εκκλησίας τους στην συνέχεια κι αφού μου έβαλε πάνω στο κεφάλι μου το χέρι της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας, την οποία έχουν εκεί ως επίσης προστάτιδά τους και μου διάβασε μια σύντομη ευχή.

Αυτήν δε, καθόλου σχεδόν δεν την άκουσα, δεδομένου ότι εκ του φυσικού του αυτός την έλεγε πολύ σιγά, ενέργεια που όντως δεν ήταν καλή για την δική μου ακουστική δυνατότητα.

Μου επέτρεψε όμως να χαιρετήσω το Άγιο λείψανο της Αγίας Αναστασίας κι αμέσως μετά μου είπε ότι έπρεπε να αποχωρίσω από το ιερό, προκειμένου να το τακτοποιήσει αυτός στην κρύπτη του.

Βγήκα λοιπόν έξω από το ιερό αφού έτσι έπρεπε να κάνω κι όταν βρέθηκα στο μικρό προαύλιο της εκκλησίας, έπιασα κουβέντα εκεί με τους υπόλοιπους επισκέπτες της μονής, στους οποίους κι εξηγούσα τι μου συνέβη και δεν άκουγα καλά αυτά που μου έλεγαν, όπως πολύ γρήγορα το κατάλαβαν.

Πέρασε μια ώρα όμως από τότε που βγήκα από το ιερό κι όπως ήταν λογικό, ξέχασα τον πνευματικό μου κουβεντιάζοντας όπως σας είπα. Με πλησίασε αυτός λοιπόν εκεί που κουβεντιάζαμε, αλλά και με ρώτησε να του πω τι έγινε με το αυτή μου.

Τίποτε δεν έγινε του είπα. Ακόμη ακούω φλοίσβους. Πέρασε άλλη μια ώρα από τότε και πάλι ήρθε αυτός κοντά μου ροτόντας να του πω, τι έγινε με το αυτί μου, οπότε και του έλεγα, αυτό που μόλις εκείνη την στιγμή το συνειδητοποιούσα.

– Τώρα διαπιστώνω, ότι ακούω καλύτερα κι ότι μου έφυγε εκείνη η πολύ βαβούρα που είχα κι ενοχλούσε το μυαλό μου, αν κι ακούω ακόμη τους φλοίσβους.

– Άκουσε παιδί μου. Έλεγε αυτός συμβουλευτικά. Όταν πας αύριο στο σπίτι σου, καλό είναι να επισκεφτείς αν όχι αυτόν, τουλάχιστον κάποιον άλλον γιατρό. Δεν μπορείς όμως να αφήσεις αυτό το θέμα να χρονίζει.

Επιστρέφοντας λοιπόν στο σπίτι μου, συνάντησα στην είσοδό μας τον χειρούργο γιατρό που έχουμε ως συγκάτοικο στην οικοδομή μας, στον οποίο ανάφερα το πρόβλημά μου όπως και την επίσκεψή μου στο Άγιο Όρος.

Την επομένη το πρωί κιόλας, με πήρε μαζί του αυτός στο νοσοκομείο που χειρουργούσε, όπου και με παρουσίασε στον δικό τους ΩΡΛ, στον οποίο και μου υπέδειξε να αναφέρω το περιστατικό από την αρχή της εμφάνισης του.

Ακούγοντας αυτός την αναφορά μου, έλεγε μετά βεβαιότητος σ’ εμένα αλλά και στον συνάδελφό του, ότι εφόσον τους ανάφερα την ύπαρξη φλοίσβων, μάλλον έσπασε το τύμπανό μου κι ότι τα καφετιά υγρά που είδα να λερώνουν το μαξιλάρι μου ήταν η αιτία που τους προκαλούσαν.

Πέρασαν δηλαδή αυτά από την εξωτερική πλευρά του τυμπάνου μου στην εσωτερική, λόγω της ρήξης του, γι’ αυτό κι άκουγα φλοίσβους. Όσο για την στένωση στην μύτη μου που του ανάφερα, έλεγε και γι’ αυτήν ότι πουθενά δε έβλεπε τέτοια στένωση, που να δικαιολογείται η χειρουργική της επέμβαση.

Αυτός που μου πρότεινε να κάνω μια τέτοια επέμβαση έλεγε, ήταν γνωστός καθηγητής στον χώρο τους και για ευνόητους λόγους μονίμως πρότεινε τέτοιες εξωνοσοκομειακές επεμβάσεις.

Οπτικές ήταν όμως όλες αυτές οι παρατηρήσεις του, οπότε, ζήτησε να καθίσω στο κάθισμα του, προκειμένου να με εξετάσει λεπτομερώς μεν αλλά και με τα όργανά του στην συνέχεια. Κι αυτό που μας έλεγε, ήταν όντως παράξενο.

– Από όσα βλέπω εδώ, ούτε και το τύμπανο σου είναι σπασμένο. Δεν μπορώ να καταλάβω λοιπόν, πως γίνεται να ακούς φλοίσβους.

Θέλοντας να δώσω μια δική μου εξήγηση για την διαφοροποίηση που μας παρουσιάστηκε, έλεγα στους γιατρούς, ότι πήγα στο Άγιο Όρος κι ότι εκεί μου έβαλαν το χέρι της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας πάνω στο κεφάλι μου.

Εξαιτίας αυτού πιθανόν έγινε καλά το αυτί μου τους πρόσθεσα, αφού από τότε και μετά άκουγα καλύτερα, λόγω του ότι έφυγε εκείνη η βαβούρα που είχα κι ενοχλούσε το μυαλό μου, αλλά ένιωσα ότι μετριάστηκαν κάπως και οι φλοίσβοι στην συνέχεια.

– Ξέρω, ξέρω. Απαντούσε ο ΩΡΛ. Εσείς οι Χριστιανοί, παντού βλέπετε θαύματα. Εγώ πάντως δεν βλέπω τίποτε εδώ κι εσύ μάλλον φαντάστηκες τους φλοίσβους, οπότε ήρθες εδώ να μας δουλέψεις.

– Όχι. Όχι. Δεν είναι τέτοιος άνθρωπος. Του έλεγε ο χειρούργος που με συνόδευε. Πρόσεξε σε παρακαλώ το θέμα λίγο καλλίτερα.

– Μα αφού δεν έχει τίποτε. Έλεγε αυτός. Τί να προσέξω; Δεν ακούει μας είπε, αλλά αυτό θα το τακτοποιήσω αμέσως. Εκτός αυτού όμως, δεν έχει τίποτε άλλο.

Αφού μας είπε αυτά, έπιασε την φούσκα που είχε εκεί για να ξεβουλώνει τα αυτιά και την έβαλε στο δεξί μου αυτί πρώτα. Του έκανε την σχετική αποσυμπίεση στην συνέχεια, αλλά και μου έλεγε συγχρόνως. Ακούς καλά τώρα; Ακούω του απαντούσα, αφού πράγματι άκουγα. Αυτός όμως επέμενε να λέει τα δικά του.

– Άντε φύγε τώρα. Δεν έχεις τίποτε στο αυτί σου και μη κάθεσαι να λες δεξιά κι αριστερά ότι τάχα σου έγινε κάποιο θαύμα, γιατί θα σε κοροϊδεύουν.

Αυτά μου είπε ο ΩΡΛ κι αφού δεν είχα τίποτε, φύγαμε μαζί με τον χειρούργο που με συνόδευε, ο οποίος ευχαρίστησε τον φίλο του για την εξέταση που μου έκανε. Όταν βγήκαμε έξω από το ιατρείο του όμως, έλεγε σ’ εμένα βλέποντας με σκεπτικό.

– Μην ανησυχείς. Είναι καλός γιατρός αυτός. Αν είχε κάτι το επιλήψιμο το αυτί σου θα μας το έλεγε. Μείνε ήσυχος λοιπόν κι αφού μας είπε ότι δεν έχεις τίποτε, μη δίνεις σημασία για όλα τα άλλα που σου είπε. Είναι και αυτός σαν κι μένα κουμουνιστής κι εμείς όπως ξέρεις, δεν τα δεχόμαστε αυτά. Εσύ όμως μην ακούς τι λέμε εμείς. Κάνε ότι ξέρεις κι όπως ξέρεις.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *