Διακοπές Με Την Βάρκα Μου Στο Βελβεντό

%ce%b7  Εμείς βέβαια, στην θάλασσα ετοιμαστήκαμε να πάμε εκείνο το καλοκαίρι για τις διακοπές μας, αλλά αφού μας χάλασαν τα σχέδια, ο σεισμός και οι φόβοι των φίλων και γνωστών μας, πήρα την γυναίκα μου όπως σας είπα, το αυτοκίνητο μου και την συναρμολογημένη βάρκα μου και ξεκινήσαμε για το Βελβεντό.

 Αφού θα συνεχίζαμε εκεί το υπόλοιπο της αδείας μου λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο, δικαιολογημένα σκέφτηκα να πάρω μαζί μου και την βάρκα.

 Βεβαίως και δεν υπήρχε θάλασσα στο Βελβεντό, αλλά προκειμένου να γλιτώσω από τους φόβους του επερχόμενου σεισμού, που τελικά ποτέ δεν ήρθε, αλλά και για μην αποχωριστώ την βάρκα μου, σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να την ρίξω στην λίμνη που διαθέτει η περιοχή.

 Αυτή δε και μεγάλη ήταν και πολύ βαθιά ήταν και σ’ αυτήν άνετα θα μπορούσα να κάνω την προπόνησή μου ως μαθητευόμενος ακόμη ιστιοπλόος, δεδομένου ότι τα νερά της ήταν πολύ πιο ήπια από αυτά της θάλασσας.

 Με όλα αυτά στο μυαλό μου λοιπόν, χαρούμενος μπήκα στο Βελβεντό, όπως και χαρούμενοι με χαιρετούσαν οι άνθρωποι που συναντούσα στον δρόμο μου μέχρι να φτάσω στο σπίτι μας, αν και απορούσαν με την βάρκα που έβλεπαν να έχω φορτωμένη στην σχάρα του μικρού μου αυτοκινήτου.

 Αφού τακτοποιηθήκαμε εκεί και μετά, την επομένη κιόλας, έβαλα στο ημερήσιό μου πρόγραμμα, την επιθυμία μου να ασχοληθώ με την βάρκα, αλλά και με το χόμπι μου, την ιστιοπλοΐα δηλαδή.

 Κι εφόσον γι’ αυτόν τον σκοπό έπρεπε να πάω στην λίμνη, πέρασα κατ’ ανάγκη μέσα από την πλατεία του χωριού, στην προσπάθειά μου να συντομεύσω κάπως την διαδρομή μου.

 Όπως ήταν φυσικό όμως, είδαν οι μπαρμπάδες που καθόταν έξω από το καφενείο εκείνη την ώρα, τόσο εμένα, όσο και την βάρκα που είχα δεμένη στην σχάρα του αυτοκινήτου μου, γι’ αυτό και μου έκαναν νόημα να σταματήσω.

 Σηκώθηκαν στην συνέχεια από τις καρέκλες τους κι αφού με πλησίασαν, περιεργάζονταν εκεί, την μεγαλύτερη από το αυτοκίνητό μου βάρκα, όπως και το πεντάμετρο κατάρτι της, το οποίο, ήταν μακρύτερο και από το αυτοκίνητό μου, αλλά και από την βάρκα μου.

 Και μην έχοντας ιδέα για το τι θα μπορούσαν να είναι όλα αυτά, με το δίκιο τους ζητούσαν να πληροφορηθούν για όσα έβλεπαν, αλλά και με τον δικό τους ιδιόρρυθμο τρόπο το έκαναν.

 – Τι είνι αυτό α που μας ίφιρις; Αϊ. Αϊ. Το’ χουμι χαμένου. Πού θα παέν’ ς μ’ αυτό α;

 – Βάρκα είναι όπως βλέπετε. Θα την ρίξω στην λίμνη και θα κάνω βόλτες εκεί μ’ αυτήν.

 – Κι αυτό του κουμματιασμένου ξύλου, που είνι ξαπλουμένου στ’ μέσ’ στ’ βάρκα, τι είνι α;

 – Αυτή η βάρκα κινείται με πανιά. Κι αυτό στην μέση είναι το κατάρτι της. Τώρα που θα πάω να την ρίξω στην λίμνη, ελάτε να δείτε τι είναι και τι δουλειά κάνει.

 – Αϊ, καλά. Πήγινι να κάν’ς ισί στην λίμνη ότι έχ’ς κατά νου σ’ κι όταν τιλιώς απου κει, έλα ιδώ να πιούμι καμιά ρακή.

 Αυτά είπαμε εκεί χαριτολογώντας με τους μπαρμπάδες κι αμέσως μετά έφυγα για την λίμνη, αυτήν δηλαδή που σχηματίστηκε από τα νερά του ήσυχου ποταμού Αλιάκμονα, όταν τα περιόρισε εκεί το φράγμα που η ΔΕΗ σήκωσε για τους δικούς της λόγους στην περιοχή του Πολυφύτου, εκ του οποίου απέκτησε και η συγκεκριμένη λίμνη το όνομα της.

 Όταν έφτασα εκεί λοιπόν, έψαχνα να βρω που θα μπορούσα να επιχειρήσω την ρίψη της βάρκας μου και γι’ αυτόν τον σκοπό, χρειάστηκε να αλλάξω πολλά σημεία στις παραλίες της, από αυτές που εκ του μηδενός εμφανίστηκαν στην περιοχή.

 Κι εμφανίστηκαν εκ του μηδενός αυτές, αφού τα συγκεντρωμένα νερά του ποταμού διάβρωσαν μέρα με την μέρα τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις, με αποτέλεσμα να καταλήξουν τα χωράφια σε αμμουδιές.

 Και δεν σκεπάστηκαν εκεί μόνον οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, αλλά και το  πολύ μικρό χωριό της περιοχής, η Νεράιδα δηλαδή, η οποία βρίσκεται δια παντός σκεπασμένη κάτω από τα νερά αυτής της λίμνης.

 Παρ’ όλα αυτά όμως, οι παραλίες που εμφανίστηκαν εκεί ήταν όντως φανταστικές, τόσο για την άπλα τους, όσο και για την καθαρότητα της ψιλής αμμουδιάς που διέθεταν, αλλά και για τα πεντακάθαρα νερά που τις έβρεχαν.

  Αυτό βλέποντας και οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, σκέφτηκαν να μετατρέψουν τις παραλίες σε πλαζ, όπου κι έκαναν τα μπάνια τους, αφού η θάλασσα βρισκόταν αρκετά μακριά από την δική τους περιοχή.

 Στην πλαζ που κι εγώ τελικά επέλεξα να ρίξω την βάρκα μου, βρήκα να κάνουν τα μπάνια τους πολλοί από τους κατοίκους του Βελβεντού και ανάμεσα σ’ αυτούς, μερικοί εκ των συγγενών της πεθεράς μου.

 Όταν λοιπόν άρχισα να πατώ την ψιλή της αμμουδιά, πλησίασα όσο γινόταν πλησιέστερα προς το σημείο που βρεχόταν αυτή από την λίμνη, με το απαλό άλλωστε κυματάκι της.

 Κι αφού στάθμευσα το αυτοκίνητό μου εκεί, επιχειρούσα μετά και να κατεβάσω την βάρκα μου από την σκάρα του. Βλέποντας την προσπάθεια μου οι λουόμενοι, προθύμως έτρεξαν να με βοηθήσουν.

 Όπως ήταν όμως εντελώς φυσικό κι αυτό, στάθηκαν ύστερα παράμερα να παρατηρούν, τι έκανα εγώ μ’ εκείνα τα πανιά και τα σχοινιά που κρεμόταν από το κατάρτι της βάρκας μου.

 Όταν ποια ήταν έτοιμη αυτή για την βόλτα που ήθελα να κάνω, την έσυρα με την βοήθεια μερικών εξ αυτών στην λίμνη και μόλις πήγα να μπω κι εγώ μέσα, άκουσα κάποιον να μου λέει.

 – Να έρθου κι γω μέσα;

 Απόρησα με το ερώτημά του, γι’ αυτό και του είπα κάτι αποτρεπτικό, προκειμένου να κόψω την αυθόρμητη επιθυμία του, αλλά τίποτε.

 – Ξέρεις κολύμπι;

– Στην βάρκα θέλου να μπω α. Όχι στου νιρό.

 Κι ενώ έλεγε αυτά, έβαλε το πόδι του στην βάρκα και πριν καλά, καλά συμπληρώσει τον λόγο του, μπήκε ολόκληρος μέσα και κάθισε πάνω στην δεξιά κουπαστή της, σαν να ήταν από παλιά μέλος της ιστιοπλοϊκής μου βάρκας, παραβλέποντας ότι για πρώτη του φορά την έβλεπε.

 Διατηρώντας μετά την στάση και το ύφος του ανθρώπου που διακατέχεται από πλήρη άγνοια του κινδύνου, μια κοιτούσε εμένα περιμένοντας να μπω στην βάρκα και μια έψαχνε στο πάτωμά της να βρει πού θα βάλει τα πόδια του να πατούν, αφού το εσωτερικό της όπως το έβλεπε, ήταν εν μέρει καλυμμένο από τον ξύλινο σκελετό της.

 Πριν τον δω να μου κάνει καμιά τρύπα πατώντας πάνω στο λαστιχένιο της περίβλημα, του έλεγα με αγωνία, ότι έπρεπε να προσέχει που πατάει κι όπως ήταν αναπόφευκτο πια αυτό, τον άφησα να καθίσει.

 Έγερνε βέβαια η βάρκα από την πλευρά που κάθισε, γι’ αυτό κι εγώ στρώθηκα στην απέναντί του κουπαστή, αν κι ακόμη σκεφτόμουν τι να κάνω μ’ εκείνον τον αυθόρμητο, αλλά κι εκ συμπτώσεως ιστιοπλόο συγγενή της γυναίκας μου.

 Δικαιολογούσα την ενέργειά του, αφού κι αυτός επιθύμησε να κάνει μια βόλτα με βάρκα στην λίμνη και να βλέπει την παραλία της από μέσα, μια και δεν θα μπορούσε να κάνει το ίδιο κολυμπώντας, λόγω του ότι δεν φορούσε μαγιό, αλλά και κολύμπι δεν ήξερε.

 Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, πως μπορούσα να τον κατεβάσω από την βάρκα απογοητεύοντάς τον; Λίγο που με βρήκε αμέσως όμως ο αέρας, λίγο που έσπρωξαν δυνατά την βάρκα μου οι παραβρισκόμενοι στην παραλία, έπλεα στα νερά της λίμνης πριν ακόμη αποφασίσω τι θα έπρεπε να κάνω μ’ εκείνον τον απρόσμενο συνεπιβάτη μου.

 Δεν ήταν και η πρώτη φορά στην ζωή μου που δεχόμουν απρόσμενα κάτι, οπότε συνέχισα την δική μου βόλτα χωρίς να του πω τίποτε περισσότερο. Αλλά κι αν του έλεγα όσα έπρεπε να γνωρίζει για τον κίνδυνο που διέτρεχε; Τι λέτε; Θα μπορούσε να τα αφομοιώσει, αλλά και να τα εφαρμόσει; Δεν νομίζω.

 Τον άφησα λοιπόν στην θέση του, σαν να μην υπήρχε κι εγώ έκανα όσα έπρεπε, αν και συγκρατημένα βέβαια, γιατί ούτε και για μένα ήταν γνωστή η συμπεριφορά της λίμνης.

 Όπως και δεν ήταν γνωστά σ’ εμένα τα επιφανειακά της όρια, δεδομένου ότι κάτω από αυτήν, μπορούσαν να κρύβονται τα κλαδιά, αλλά και οι κορμοί δένδρων, που σκεπάστηκαν κάτω από τα νερά της.

 Φοβόταν κι αυτός όμως μέσα στην άγνοιά του, αφού όπως το έβλεπα κι αυτό, κρατούσε σφικτά την κουπαστή που καθόταν με τα δύο του χέρια, νομίζοντας ότι έτσι θα στηριζόταν καλύτερα.

 Όταν επιτέλους απομακρύνθηκα από την ακτή, έδωσα μια τέτοια πορεία στην βάρκα, που να δέχεται στα πανιά της όσο γινόταν λιγότερο αέρα, θέλοντας να κρατήσω ισορροπημένη την πορεία μου, αλλά και τον συνεπιβάτη μου ασφαλή στην θέση του, πριν μου πέσει στην λίμνη και χρειαστεί να τον ψάχνω, αλλά και που να τον εύρισκα;

 Αφού δεν ήξερε αυτός κολύμπι κι αφού δεν ήξερα εγώ πως θα αντιδρούσε η βάρκα μου στο νερό της λίμνης, όπως δεν ήξερα και τι θα μπορούσε να κρύβει αυτή κάτω από την επιφάνειά της, όντως και δεν απομακρύνθηκα πολύ από την ακτή.

 Κι εκεί που έκανα την πρώτη βόλτα μου σιγά, σιγά κι όπως πάντα ελεγχόμενα, είδα να υπάρχει μπροστά μου και στα πέντε μέτρα απόσταση από την μύτη της βάρκας μου, ένα ολόκληρο χωράφι με δέντρα, τα κλωνιά των οποίων ήταν ελάχιστα κάτω από την επιφάνεια της λίμνης.

 Αν έπεφτα πάνω σε κείνα τα δέντρα, σίγουρα θα έκανα μεγάλη ζημιά στο λαστιχένιο περίβλημα της βάρκας μου, αλλά κι εξαιτίας αυτού βέβαιο ήταν πια και το ότι θα βυθιζόμασταν μαζί της.

  Βλέποντας τον κίνδυνο μπροστά μου όντως φοβήθηκα, όχι τόσο μη πνιγώ εγώ, όσο μη τυχόν και τραυματιστώ σοβαρά από τα δέντρα, αλλά και για εκείνον τον επιβάτη μου ανησυχούσα, ο οποίος και κολύμπι δεν ήξερε και άγνοια είχε και καμιά ελπίδα δεν είχε να ζήσει.

 Για να προλάβω λοιπόν το κακό που μας περίμενε στο συγκεκριμένο σημείο, έστριψα απότομα το τιμόνι της βάρκας μου προς τα αριστερά κι όπως με βόλευε δηλαδή το έκανα αυτό, υποχρεώνοντας την να αλλάξει την πορεία της, προκειμένου να αποφύγουμε τα δένδρα.

 Σ’ αυτήν την φάση όμως ευρισκόμενοι, το μόνο που πρόλαβα να πω στον συνεπιβάτη μου, ήταν να σκύψει, δεδομένου ότι μετά από την στροφή που πήρε η βάρκα, θα ακολουθούσε η αλλαγή θέσης που έπρεπε να πάρουν τα πανιά της.

 Μαζί με τα πανιά όμως, θα άλλαζε θέση και το οριζόντιο κατάρτι της βάρκας, αυτό δηλαδή που κρατά το μεγάλο της πανί οριζόντια στο κάτω μέρος του, αλλά και τεντωμένο.

 Ανίδεος όμως αυτός καθώς ήταν, δεν ήξερε τον λόγο για τον οποίο του έλεγα εγώ να σκύψει, γι’ αυτό κι έφαγε μια γερή ξυλιά από το οριζόντιο κατάρτι στο κεφάλι.

 Έπρεπε να σκύψει λοιπόν όπως έβλεπε να κάνω κι εγώ για τον ίδιο λόγο, αλλά αφού δεν το ήξερε ο άνθρωπος και απρόσεκτος καθώς ήταν, την έφαγε και την έφαγε γερά.

 Υπολόγισα βέβαια εγώ αυτό που οπωσδήποτε θα του συνέβαινε αν δεν προλάβαινε να σκύψει, γι’ αυτό και μόλις πέρασε το πανί πάνω από το δικό μου κεφάλι, σηκώθηκα από την θέση μου και τον άρπαξα από το πουκάμισο, μην τυχόν κι από το χτύπημα που θα έτρωγε, μου έπεφτε στην λίμνη.

  Γέλασα όμως και με την αφέλειά του, γιατί την στιγμή που του έλεγα εγώ να σκύψει, εκείνος ξεκίνησε να μου ζητάει τον λόγο για τον οποίο έπρεπε να το κάνει, αγνοώντας όπως είπαμε τις υποχρεώσεις που έχει κάποιος όταν είναι μέλος πληρώματος μιας ιστιοπλοϊκής βάρκας κι αυτά έλεγε.

  – Γιατί να σκύψου α;

 Έφαγε λοιπόν την ξυλιά και την έφαγε, όταν έφτασε η φράση του στο α, με την διαφορά ότι έλεγε το α παρατεταμένα πλέον, από τον πόνο που ένιωσε.

  Χτύπησε άσχημα ο άνθρωπος όπως καταλαβαίνετε, αλλά κι από τον πόνο που αισθανόταν έλεγε στην συνέχεια με απορία.

 – Τι είνι αυτό που μη χτίψειν στου κιφάλι α; Ζαλίζουμι συ λέου. Βγάλιμι α γρήγουρα όξου. Τι ήταν αυτό;

  Γέλασα βέβαια με το πάθημα του, αλλά και του έλεγα ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα.

– Ευτυχώς που κρατούσες σφιχτά τις κουπαστές. Αλλιώς; Θα σε έψαχνα στο νερό τώρα.

  Αυτός όμως τίποτε δεν καταλάβαινε, γι’ αυτό και δεν σταματούσε να μου ζητά να τον βγάλω έξω και σαν είδε μετά από λίγο να απέχουμε καμιά εκατοστή μέτρα από την παραλία, τότε ήταν που το απαιτούσε με δυνατή φωνή, γιατί του φάνηκε ότι ήμασταν πολύ μακριά από την παραλία.

 Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, έληξε άδοξα εκείνη η πρώτη και τελευταία βόλτα που έκανα με την ιστιοπλοϊκή μου βάρκα, από φόβο μη πέσω ξανά πάνω σε κριμένα κάτω από την επιφάνια της λίμνης δένδρα.

 Ωστόσο, πήγα κι άλλες φορές εκεί, αλλά όχι για βόλτα. Για ψάρεμα πήγα με την βάρκα μου κι αυτό το κάναμε χωρίς τα πανιά και το κατάρτι της, παρέα με ένα από τους γείτονές μας.

 Για την ακρίβεια, παραγάδια ρίχναμε στην λίμνη, ευελπιστώντας να πιάσουμε γουλιανούς. Γι’ αυτόν τον σκοπό βέβαια, επισκεφτήκαμε πολλές φορές την λίμνη, δεδομένου ότι υπήρχαν αλλά κι ακόμη υπάρχουν πολλοί και τεράστιοι γουλιανοί στα βαθιά και καθαρά νερά της.

 Αλλά κι αυτό ακόμη έπαψα να κάνω μετά από λίγες μέρες, αφού συνεχώς βρίσκαμε τα παράμαλλά μας κομμένα. Όχι από το τράβηγμα που κάνουν τα ψάρια όταν πιάνονται σ’ αυτά, αλλά όπως αυτό που κάνει κάποιος όταν κόβει την πετονιά με το ψαλίδι.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *