Εκπαίδευση στη Θήβα

mixail-150x1501  Στην Θήβα έμεινα τρεις βασανιστικούς μήνες, όχι τόσο από την ειδική όσο και προβλεπόμενη εκπαίδευση μου ως οδηγός και μάλιστα σε όχημα ρυμουλκό, αλλά από την υστερία κάποιου παλιού στρατιώτη, που έκανε χρέη λοχαγού. Μας μάζευε στην γραμμή τρεις φορές την ημέρα και ήθελε να μένουμε σε θέση προσοχής και να φωνάζουμε παρών όταν αυτός φώναζε τα ονόματα μας, από φόβο μη χάσει κάποιον από τους στρατιώτες.

 Αν κάποιος απ’ αυτούς κουνιόταν για οποιονδήποτε λόγο έστω και για λίγο, τότε μας τάραζε στις μεταβολές ο εκτελών χρέη λοχαγού και εμείς γυρίζαμε σαν τις σβούρες γύρω από τον εαυτό μας, όσο χρόνο ήθελε αυτός να φωνάζει.

 – Μετάβολη, μετάβολη, μετάβολη, μετάβολη!

 Για να διαβάσει δε εκείνος ο άνθρωπος, εκατόν ογδόντα ονόματα με κείνη την διαδικασία, μέναμε κατ’ ανάγκη όλη την ημέρα και όλη την νύχτα όρθιοι στην γραμμή και συνεχώς γυρίζαμε πέριξ του εαυτού μας σαν σβούρες. Και δεν μας έφτανε αυτό μόνο, αλλά ήρθαν να μας βασανίσουν επιπλέον και δύο λοιμώξεις.

  Ταλαιπωρημένοι και κακοποιημένοι από κείνες τις ατέλειωτες αναφορές, δεν άντεχαν μερικοί από μας και την ώρα της αναφοράς άρχισαν ένας, ένας, να πέφτουν κάτω σαν τα κοτόπουλα. Έπεσαν αρκετοί κάτω, γι’ αυτό κι όλους αυτούς τους μετέφεραν αμέσως στο ιατρείο του στρατοπέδου, όπου και διαπιστώθηκαν, περίεργα όσο και κοινά συμπτώματα σ’ όλους.

 Για ευνόητους λόγους λοιπόν, όλους αυτούς τους έστειλαν στο νοσοκομείο, προκειμένου να διευκρινισθούν εκεί τα αίτια των κοινών συμπτωμάτων τους.

 Κανείς βέβαια από το στρατόπεδο δεν είχε υποχρέωση να μας ενημερώσει για την τύχη εκείνων των στρατιωτών, γι’ αυτό κι εμείς καταφύγαμε στους γονείς τους. Απ’ αυτούς μάθαμε ότι μας περικύκλωσαν δύο σοβαρές όσο και άγνωστες σε μας λοιμώξεις. Η πολιομυελίτιδα και η μηνιγγίτιδα. Εξαιτίας αυτών των λοιμώξεων, δεν άντεξαν μερικοί στρατιώτες, γι’ αυτό και πέθαναν μέσα στο νοσοκομείο.

 Στον θάλαμο που είχα κι εγώ το κρεβάτι μου, μαζί με άλλους σαράντα πέντε Θεσσαλονικείς στρατιώτες, πέθαναν πέντε πριν προλάβουν να τους μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Άλλους τόσους, τους έστειλαν μεν στο νοσοκομείο για εξετάσεις, αλλά εμείς ποτέ δεν μάθαμε κάτι που να αφορά την τύχη τους.

 Φοβούμενοι την εξάπλωση των επιδημιών σε όλο το στρατόπεδο, που τότε απαριθμούσε δύο χιλιάδες στρατιώτες, έκλεισαν οι αξιωματικοί όλους εμάς τους Θεσσαλονικείς στον θάλαμο μας. Και δεν μας έκλεισαν μόνον, αλλά σφράγισαν και κάρφωσαν με σανίδες την πόρτα του θαλάμου από την εξωτερική της πλευρά, έτσι ώστε να μη μπορούμε εμείς να βγούμε έξω για κανένα λόγο, έως ότου αποφασίσουν τι θα μας κάνουν.

 Περίμεναν τον θάνατο μας μάλλον, αφού σε μας ήταν η εστία της μόλυνσης, γι’ αυτό και όλες μας τις ανάγκες φρόντισαν να τις κάνουμε εκεί πάνω και σε αυτοσχέδιο χώρο. Το φαγητό μας, το έφερνε κάποιος μέχρι την πόρτα μας και έφευγε από εκεί τρέχοντας μετά. Μέσα από ένα μικρό παραθυράκι που άφησαν ανοιχτό γι’ αυτό το λόγο, το έπαιρνε ο λοχίας του θαλάμου και από εκεί μας το μοίραζε στις καραβάνες.

 Μέχρι να έρθει στο στρατόπεδο η προβλεπόμενη για εκείνες τις λοιμώξεις αντιβίωση, χρειάστηκε να μείνουμε εμείς εσώκλειστοι για αρκετές μέρες ακόμη σ’ εκείνον τον θάλαμο. Μας έβγαλαν όμως στο τέλος και αφού μας επέτρεψαν να αναμιχθούμε με τους υπόλοιπους στρατιώτες, παίρναμε όλοι μαζί πλέον την αντιβίωση, αξιωματικοί και στρατιώτες, ασθενείς και μη.

 Παίρναμε γι’ αυτό το σκοπό, τρία διαφορετικά χάπια την ημέρα και ένα ζεστό υγρό σαν τσάι το βράδυ που είχε μπλε χρώμα. Εκείνη η αγωγή συνεχίστηκε για αρκετό καιρό ακόμη και για όσο χρόνο ήμασταν σ’ εκείνο το στρατόπεδο.

 Όπως ήταν και λογικό όμως αυτό, απαγορευόταν η έξοδος μας στην πόλη της Θήβας, γι’ αυτό και μείναμε τρεις μήνες σχεδόν εσώκλειστοι σ’ εκείνο το στρατόπεδο. Μείναμε δε εκεί, μέχρι τότε που έφυγαν και οι τελευταίοι οδηγοί για τις μονάδες που τους έστειλαν να υπηρετήσουν.

 Δεν ξέρω για ποια σύμπτωση, αλλά εγώ και πάλι έμεινα αμανάτι εκεί να περιμένω μαζί με άλλους επτά οδηγούς ρυμουλκού του ιδίου θαλάμου, την διαταγή που να ορίζει και την δική μας διάθεση σε κάποια μονάδα.

 Δεν είχα καμιά προτίμηση για το που θα μ’ έστελναν, αφού το μόνο που μ’ ενδιέφερε ήταν να τελειώσω την στρατιωτική μου υποχρέωση όσο γινόταν ποιο γρήγορα και ασφαλέστερα για μένα, γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα όταν το φύλο πορείας που μου έδωσαν επιτέλους, με υποχρέωνε να παρουσιαστώ σε μια μονάδα της πόλης του Κιλκίς.

 Όπως διαπίστωσα ρωτώντας τους αξιωματικούς, όχι μόνον κοντά στο σπίτι μου θα υπηρετούσα, αλλά θα πήγαινα να ενταχθώ στην δύναμη της καλύτερης μονάδας του Ελληνικού στρατού, πράγμα βέβαια που δεν ήξερα αλλά ούτε και το υπολόγιζα.

 Μάζεψα τα πράγματά μου όταν ήρθε η ώρα και μαζί με κείνους τους υπόλοιπους επτά, μπήκαμε σε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο και μ’ αυτό μας παρέδωσαν αυθημερόν και τους οκτώ, όχι μόνο στην ίδια μονάδα, αλλά και στην ίδια πυροβολαρχία.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *