Επέστρεψε Ξαφνικά Ο Σπιτονοικοκύρης Μας

  Νοικιάζαμε το σπίτι που μέναμε εκείνο το χρονικό διάστημα κι όπως σας το έχω αναφέρει, ο ιδιοκτήτης του ήταν μόνιμος κάτοικος της Γερμανίας. Όταν λοιπόν μας διέθεσε αυτός το σπίτι του, μας είπε ότι μπορούσαμε να μείνουμε σ’ αυτό, όσα χρόνια θέλαμε. Θα το θελήσω ενδεχομένως μας είπε, αν κι εφόσον ποτέ γυρίσω στην πατρίδα ως συνταξιούχος από την Γερμανία κι αυτό πάλι, δεν θα γίνει νωρίτερα από τα δεκαπέντε χρόνια, οπότε μείνετε στο σπίτι μου, όσα χρόνια θέλετε.

Αυτά μας είπε τότε βέβαια, αλλά κι εμείς, δεν είχαμε σκοπό να μείνουμε τόσα πολλά χρόνια στο σπίτι του, αφού μια ολόκληρη οικοδομή ετοίμαζε ο πεθερός μου και σ’ αυτήν θα μέναμε όταν θα ήταν έτοιμη. Το κακό για εμάς όμως ήταν, ότι καθυστερούσε αυτή να αποπερατωθεί, λόγω της δικής του αποχής από τα καθήκοντα του. Απέχοντας όμως αυτός από το μηχανουργείο τους, δε έφερνε πλέον εργασίες εκεί, οπότε μειώθηκαν κατά πολύ τα έσοδα τους, εξαιτίας των οποίων, δεν μπορούσε πλέον κι ο συνεταίρος του να αποπερατώσει γρήγορα την κοινή τους οικοδομή.

Μας προβλημάτιζε είναι αλήθεια η αργοπορία της αποπεράτωσής της, αλλά αφού τίποτε δεν μας πίεζε, ούτε κι εκείνος ο σπιτονοικοκύρης μας, μέναμε ήσυχοι στο σπίτι του, περιμένοντας με υπομονή την ημέρα που όλα θα τελείωναν ευνοϊκά για όλους μας. Με αυτόν ιδικά, τον σπιτονοικοκύρη μας δηλαδή, δεν είχαμε καμιά κουβέντα έκτοτε, εκτός από αυτήν που χρειάστηκε να του αναφέρω πριν από δύο χρόνια, ότι έπρεπε να μονώσω την ταράτσα του σπιτιού του, επειδή έπαθε ζημιά αυτή κι επέτρεπε στα νερά της βροχής να μπαίνουν στο σαλόνι μας.

Μου έδωσε βέβαια την έγκριση του αυτός τότε, όπως και σας το ανάφερα αυτό και πράγματι έκανα την μόνωση που χρειαζόταν η ταράτσα του. Μετά από αυτό το περιστατικό όμως, τίποτε άλλο δεν είπαμε μεταξύ μας και ξεχαστήκαμε θα έλεγα. Να όμως που μας θυμήθηκε αυτός ένα βράδυ και μας έκανε ένα ξαφνικό τηλεφώνημα, μέσω του οποίου μας έλεγε με στιλ τελεσίγραφου κάτι, το οποίο σαν ταμπλάς έπεσε στο κεφάλι μου.

– Αρρώστησα και σε τρεις μέρες θα έρθω να μείνω στο σπίτι μου στην Ελλάδα. Βρείτε άλλο σπίτι να μείνετε εσείς, γιατί εγώ δεν μπορώ να μείνω στον δρόμο.

– Δεν είναι δυνατόν ρε κύριε, να βρω εγώ σπίτι σε τρεις μέρες και μάλιστα να μετακομίσω κιόλας. Τι είναι αυτά που μου ζητάς;

– Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, εγώ πάντως έρχομαι.

Αυτά μου είπε και μου έκλεισε το τηλέφωνο. Και δεν το είπε απλώς, αλλά και το έκανε κιόλας ο άνθρωπος. Μετά από τρεις μέρες δηλαδή κι όπως είπε, βρήκα μια αραγμένη νταλίκα στο στενό μας, την ώρα που κατέβηκα από το σπίτι, προκειμένου να πάω το πρωί στην δουλειά μου. Έκλεινε τον δρόμο αυτή με τον όγκο της κι ο οδηγός της με τα γάντια στα χέρια, ετοιμαζόταν να ξεφορτώσει την οικοσκευή του σπιτονοικοκύρη μας.

Βεβαίως κι έκανα προσπάθειες προκειμένου να βρω άλλο σπίτι, αλλά τίποτε δεν βρήκα. Και να το έβρισκα άλλωστε, δεν θα προλάβαινα να κάνω την μετακόμισή μας. Θύμωσα με την συμπεριφορά του είναι αλήθεια και μόλις τον εντόπισα να ψάχνει τα χαρτιά του στο πίσω μέρος της νταλίκας τον άρπαξα.

– Τι νομίζεις ότι κάνεις άνθρωπέ μου; Είναι δυνατόν να ελπίζεις, ότι θα μπορούσα να βρω σπίτι σε τρεις μέρες και μάλιστα να μετακομίσω κιόλας;

– Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνεις εσύ. Εγώ ήρθα και δεν έχω που αλλού να πάω. Θα μείνω στο σπίτι μου.

Κι ενώ ετοιμαζόμουν να του πω πολλά και τέτοια που του χρειαζόταν, επενέβη η γυναίκα του κι αυτά μου έλεγε κλαίγοντας.

– Δείξε λίγη κατανόηση. Άρρωστος άνθρωπος είναι, που να τον πάω όπως είναι;

Δεν ήταν δυνατόν να βγάλω άκρη μαζί τους κι αφού αυτός ξάπλωσε στον δρόμο, δηλώνοντας ότι ήταν ανήμπορος να κινηθεί και να πάει κάπου αλλού, είχα, δεν είχα, έπρεπε να βρω λύση και μάλιστα εκείνη την ώρα. Κι αυτό που βρήκα, δεν ήταν άλλο, από το να του επιτρέψω να κατεβάσει από την νταλίκα την οικοσκευή του και να στριμώξει όλα του τα πράγματα μέσα στο ένα από τα τρία δωμάτιά που μας διέθετε το σπίτι του.

Επειδή όμως ήταν πάρα πολλά αυτά, όσα δεν χωρούσαν στο δωμάτιο, τα τοποθέτησε έξω και στο μεγάλο μπαλκόνι του ρετιρέ μας. Μετά από αυτήν την γρήγορη τακτοποίηση, έφυγε αυτός για το χωριό του κι εμείς όπως καταλαβαίνετε, του υποσχεθήκαμε ότι θα κάναμε άρον, άρον την μετακόμισή μας, εντός των ορίων της επόμενης εβδομάδας, αν και δεν είχαμε βρει ακόμη που να πάμε. Θέλαμε δεν θέλαμε λοιπόν, εντείναμε τις προσπάθειές μας για την ανεύρεση νέας κατοικίας .

Το δικό μας σπίτι θα ήταν έτοιμο σε δύο μήνες βέβαια, όπως υπολόγιζε ο συνεταίρος του πεθερού μου και με αυτό το ενδεχόμενο έψαχνα να βρω σπίτι, αν και κανένας δεν δεχόταν να μας νοικιάσει το σπίτι του για τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Έχοντας λοιπόν αυτήν την δυσκολία μπροστά μας, υποχρεώθηκε έμεσα κατά κάποιον τρόπο ο πεθερό μου, ώστε να μας προτείνει μια άλλη λύση. Να φιλοξενηθούμε δηλαδή στο σπίτι τους για το διάστημα των δύο μηνών, έως ότου θα μπορούσε να αποπερατωθεί η οικοδομή μας, σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις του συνεταίρου του.

Κι αφού όλοι μαζί αντιμετωπίζαμε το αδιέξοδο που μας προέκυψε ξαφνικά κι εκτός προγράμματος, δέχτηκα τελικά να κάνω μεν την μετακόμιση της οικοσκευής μας στο μηχανουργείο του πεθερού μου, αφού εκεί υπήρχε αρκετός χώρος στον δεύτερο όροφο, αλλά κι όταν αργότερα θα τελείωνε το δικό μας σπίτι, τότε θα έκανα και πάλι τον κόπο να μετακομίσω όλα μας τα υπάρχοντα στην μόνιμη πια κατοικία μας.

Είναι αλήθεια τώρα, ότι ήταν πολύ μεγάλος μπελάς εκείνη η μετακόμιση την οποία όμως ετοίμασα γρήγορα λόγω πείρας, αλλά και με την βοήθεια των παιδιών του γείτονά μας, σε μια μέρα τα μετέφερα όλα στον δεύτερο όροφο του μηχανουργείου. Μετακομίσαμε μεν τα υπάρχοντά μας εκεί, αλλά και μόνον με τις βαλίτσες στα χέρια, έπρεπε να κάνουμε εκείνη την αναγκαστική μας συγκατοίκηση με τα πεθερικά μου.

Κι ενώ ετοιμαζόμασταν γι’ αυτήν, έκπληκτη διαπίστωνε η γυναίκα μου, ότι ήταν έγκυος στο τρίτο μας παιδί. Όσο καλό κι αν ήταν αυτό, όντως μας έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν μας έφτανε δηλαδή που θα φορτωνόμασταν εμείς οι τέσσερις στα πεθερικά μου, με τα δεδομένα της εγκυμοσύνης της, θα τους φορτώναμε και ένα επιπλέον πρόβλημα.

Με αυτό το ενδεχόμενο λοιπόν στο προσκήνιο, μπήκαμε στην διαδικασία να σκεπτόμαστε την αναίρεση της συγκατοίκησής μας, όπως και να ψάχνουμε άλλη λύση για το που θα κατοικούσαμε, αλλά ο πεθερός μου επέμενε να αλλάξουμε το σκεπτικό μας, αν κι ακόμη δεν του είχαμε ανακοινώσει την εγκυμοσύνη της γυναίκας μου.

– Τίποτε, τίποτε από όσα λέτε δεν θα κάνετε. Θα έρθετε εδώ και μη στεναχωριέστε, μια χαρά θα βολευτούμε όλοι μαζί.

Μπροστά στην επιμονή του βέβαια, τίποτε δεν μπορούσαμε να κάνουμε, οπότε στριμωχτήκαμε τελικά στο μικρό τους σπίτι και σε ένα δεύτερο δωμάτιο που διέθετε, αλλά και όλα μας τα ρούχα ήταν στρυμωγμένα κι αυτά μέσα σε δυό βαλίτσες. Αν μας έλειπε κάτι, πήγαινα και το έφερνα από το μηχανουργείο τους, το οποίο όμως, βρισκόταν στην άλλη άκρη της πόλης μας. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, είχε μεγάλη αταξία η γυναίκα μου μέσα σ’ εκείνον τον μικρό χώρο του ενός δωματίου και μαζί με αυτήν, είχε και δυσκολία να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της οικογένειάς της.

Σκεπτόμενη όμως και τον πατέρας της, ο οποίος ήταν ασθενής τότε και χρειαζόταν ησυχία, έβαλε με το μυαλό της να στερήσει την ζωή του εμβρύου που κυοφορούσε, προκειμένου να μην του φορτωθούμε περισσότερο. Είναι αλήθεια βέβαια, ότι την απασχόλησε πολύ, πριν πάρει μια τέτοια απόφαση, αλλά αφού συμβουλεύτηκε πρώτα τον γιατρό της, μου ανακοίνωσε τελικά αν και κλαίγοντας, ότι θα το έκανε.

Πρόχειρα τοποθετημένος κι εγώ, δεν την στήριξα όπως θα έπρεπε και την άφησα να το αποφασίσει μόνη της, λες κι ότι εγώ δεν θα είχα καμιά ευθύνη. Ένιβα δηλαδή τα χέρια μου και νόμιζα ότι έτσι έκανα το χρέος μου απέναντι της και δεν σκεφτόμουν, ότι θα συμμετείχα με την ανοχή μου στον φόνο του δικού μου παιδιού και ποιος άραγε θα μπορούσε να με αθωώσει;

Δέχθηκα ως λογική με λίγα λόγια την πρόθεση της, με την δικαιολογία δηλαδή που κι αυτή πιεζόταν να το αποφασίσει. Ότι ήμασταν ήδη πολλοί μέσα σ’ εκείνο το μικρό σπίτι. Ότι με την παρουσία της εγκυμοσύνης της θα δυσκολεύαμε ακόμη περισσότερο την συγκατοίκηση μας. Κι ότι θα ταλαιπωρούσαμε ακόμη περισσότερο τον ασθενή πατέρα της.

Αφού πήρε όμως αυτή την απόφαση της κι εγώ έμεινα αμέτοχος θα έλεγα στον προβληματισμό της, ετοιμάστηκε να το κάνει και να το κάνει μάλιστα έτσι κι όπως της το υπέδειξε ο γιατρός της, ο οποίος βέβαια, μέχρι και την τελευταία προθεσμία που της έδωσε, επέμενε να της λέει με πατρική αγάπη, ότι δεν έπρεπε να το επιχειρήσει.

Παρ’ όλα αυτά λοιπόν, σηκώθηκε μια νύχτα από το κρεβάτι μας και πήγε προς στην κουζίνα του σπιτιού, θέλοντας να δώσει εκεί ένα τέλος στον προβληματισμό της. Εγώ βέβαια ήξερα τι θα έκανε, αλλά χωρείς καμιά δικαιολογία για την αποτρόπαια πράξη μου, δεν εμπόδισα την απόφαση της. Από την στιγμή που βγήκε όμως αυτή από το δωμάτιο μας και μετά, παρακαλούσα συνεχώς την Παναγία μας, να μη της το επιτρέψει.

Όσο κι αν έβλεπα δηλαδή, ότι είχε δίκαιο η γυναίκα μου, σκεπτόμενη το επιπλέον βάρος που θα φέρναμε στα πεθερικά μου, οι τύψεις που ένιωθα για το κακό που θα κάναμε στο παιδί μας, δεν με άφηναν να ησυχάσω.  Και δεν με άφηναν να ησυχάσω, αφού επί της ουσίας, κανένα δίκαιο δεν είναι άξιο μπροστά σε ένα παιδί και κανένα δίκαιο δεν μπορεί να απαλλάξει τον γονιό, που αποφασίζει να σκοτώσει το παιδί του και μάλιστα όταν αυτό εκλιπαρεί μέσα από την κοιλιά της μάνας του, να του επιτρέψουν να γευθεί κι αυτό την ζωή.

Κι εμείς ως έμβρυα, ανεπάντεχα παρουσιαστήκαμε στους γονείς μας και κανείς από αυτούς δεν σκέφτηκε να μας σκοτώσει, όταν τους ζητούσαμε να επιτρέψουν και την δική μας συμμετοχή στην ζωή. Ευτυχώς και για μας λοιπόν ως γονείς, γιατί την τελευταία στιγμή έστω, αναίρεσε η γυναίκα μου την απόφαση της, η οποία κλαίγοντας επέστρεψε στο δωμάτιό μας και κάτω από το βάρος των δικών της τύψεων, μου ανακοίνωνε ότι δεν μπορούσε να κάνει τόσο μεγάλο κακό στο παιδί της. Ανακουφισμένος κι εγώ από την απόφασή της, πετάχτηκα από το κρεβάτι μας κι αφού την αγκάλιασα, της έλεγα χαρούμενος αλλά και μετανιωμένος για όσα έπρεπε να κάνω πριν και δεν έκανα.

– Καλά έκανες. Και καθόλου να μη στεναχωριέσαι. Θα αντιμετωπίσουμε κι αυτό το πρόβλημα όπως αρμόζει κι όπως πρέπει. Και μάλλον πρέπει να χαίρεσαι για την απόφαση που πήρες, αφού έτσι, θα επιτρέψεις στο ανυπεράσπιστο παιδί μας να ζήσει.

Μετά κι από την δική μας χαρά, ανακοινώσαμε και στον πεθερό μου την ύπαρξη του τρίτου μας παιδιού όπως καταλαβαίνετε και μαζί με αυτό του αναφέραμε και τις σκέψεις που κάναμε προκειμένου να αφαιρέσουμε την ζωή από το ίδιο μας το παιδί. Χάρηκε βέβαια αυτός για τον ερχομό του, αλλά και πολύ στεναχωρήθηκε με τις δικαιολογίες που βάλαμε στον εαυτό μας, προκειμένου να το σκοτώσουμε.

Ούτε λίγο, ούτε πολύ δηλαδή, μας μάλωσε στην συνέχεια για το κακό που σκεφτήκαμε να κάνουμε στο παιδί μας βλακωδώς σκεπτόμενοι κι αυτά μας έλεγε πολύ σοβαρά.

– Όπως ζούμε εμείς, έτσι έχουν δικαίωμα να ζήσουν και τα παιδιά που ακόμη δεν σχηματίστηκαν ως τέτοια στην κοιλιά της μάνας τους, γιατί όντως είναι παιδιά και δεν είναι σκουπίδια. Κακώς λοιπόν εσείς σκεφτήκατε να το σκοτώσετε και καμιά δικαιολογία δεν είναι ικανή να σας βγάλει από αυτήν την ενοχή.

Σκύψαμε βέβαια από ντροπή τα κεφάλια μας, αλλά και χαρήκαμε για την ανθρώπινη τοποθέτηση του πεθερού μου κι αφού μας έδωσε κι αυτός το ελεύθερο, ανακοινώσαμε την άφιξη του τρίτου μας παιδιού και σε όλο μας το σόι στην συνέχεια. Από εκείνη την ανακοίνωση και μετά λοιπόν, μέναμε ακλόνητοι στην θέση μας και ομολογουμένως περιμέναμε χαρούμενοι την άφιξη του τρίτου μας παιδιού.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *