Πέρασε όμως ο καιρός κι όταν πια βαδίζαμε στα μέσα του Σεπτέμβριου μήνα εκείνης της χρονιάς, δεχτήκαμε την επίσκεψη της αδελφής μου ένα απόγευμα στο σπίτι μας, όπως και του γαμπρού μου φυσικά που την συνόδευε, ο οποίος και συζητώντας ιδιαίτερα μαζί μου κάποια στιγμή, έφερε την κουβέντα μας γύρο από τις δυσκολίες που αυτός υπολόγιζε ότι έπρεπε να αντιμετωπίζω κατά την εκτέλεση των εργασιακών μου υποχρεώσεων.
Κι αφού είπαμε αρκετά σχετικά με αυτήν, εξέφρασε στην συνέχεια και την προσωπική του ανησυχία, για τις νυχτερινές διαδρομές που ήξερε ότι έκανα στα χιόνια, στις ομίχλες, στο βουνό και στην ερημιά, τα οποία και φοβόταν όπως έλεγε.
Με το δίκαιό του βέβαια τα φοβόταν όλα αυτά, δεδομένου ότι αυτός προσωπικά, την μόνη δυσκολία που αντιμετώπιζε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης της δικής του δουλειάς μέσα στην βιοτεχνία που διατηρούσε, ήταν η άρνηση των πελατών του να δεχθούν αυτά που τους έφτιαχνε, αν και ήταν φτιαγμένα σύμφωνα με την δική τους επιθυμητή παραγγελία.
Αυτός δηλαδή ήταν ο λόγος που τον έκανε να υπολογίζει ως πολύ επικίνδυνα αυτά που εγώ ήμουν υποχρεωμένος να αντιμετωπίζω, ιδικά κατά τις νυκτερινές μου διαδρομές, την στιγμή που οτιδήποτε θα μπορούσε να μου συμβούν καθ’ οδόν όπως επέμενε να λέει, οπότε, κατέληξε να μου πει συμπερασματικά στο τέλος, ότι μάλλον έπρεπε να με φοβίζει η αντιμετώπισή τους, αφού και μόνος μου ήμουν στο δρόμο.
Απαντώντας τον λοιπόν, του έλεγα κι εγώ με την σειρά μου, ότι τίποτε από όλα αυτά δεν με φοβίζει, αφού βεβαίως και δεν είμαι μόνος μου όταν ταξιδεύω. Προστατεύομαι για την ακρίβεια του τόνιζα κι αυτήν την προστασία την ζω μάλιστα από μικρό παιδί, όπως πολλές φορές έχεις ακούσει να σου αναφέρω συζητώντας μαζί σου. Είναι δυνατόν λοιπόν να φοβάμαι τώρα, από μια νυκτερινή διαδρομή, έστω κι αν την κάνω κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες μου παρουσιαστούν;
Αρνούμενος όμως αυτός να δεχθεί, το είδος της προστασίας που του ανάφερα και μάλιστα, έτσι όπως εγώ την εννοούσα, ρωτούσε μετά από λύγο να του πω, αν συνάντησα κάτι περίεργο στον δρόμο μου κι αν αυτό με τρόμαξε, ή με φόβισε ενδεχομένως, αφού πολλά θα μπορούσαν να μου συμβούν όπως επέμενε να υπολογίζει.
Απαντώντας τον λοιπόν και πάλι, του έλεγα ότι πράγματι κι έβλεπα περίεργα πράγματα στον δρόμο μου τα βράδια, τα ο ποία βεβαίως και με ξάφνιαζαν με την παρουσία τους, αλλά καθόλου και σε καμιά περίπτωση δεν με φόβιζαν.
Βλέποντάς τον όμως να περιμένει την εξιστόρηση κάποιας από αυτές τουλάχιστον, άρχισα να του αναφέρω κι εγώ στην συνέχεια, την ξαφνική εμφάνιση ενός μεγαλόσωμου και άγνωστου σ’ εμένα αγριμιού στον δρόμο μου, αφού σ’ αυτήν την ομάδα κατέληξα να το κατατάξω.
Για την ακρίβεια, στις τρεις το πρωί το συνάντησα και την ώρα που οδηγούσα το φορτηγάκι μου στον δρόμο που βρίσκετε στον ορεινό όγκο της Χαλκιδικής και στην ελεγχόμενη δασώδη περιοχή συγκεκριμένα και οδηγεί από την Αρναία προς την Ιερισσό.
Μάιος μήνας ήταν για την ακρίβεια και φορτωμένος καθώς ήμουν με ένα σωρό προμήθειες για το μοναστήρι μας, έκανα κάπως γρήγορα και πάλι την νυχτερινή μου διαδρομή, ελπίζοντας να βρω αρκετό κενό χώρο στο καραβάκι φτάνοντας στην Ουρανούπολη, προκειμένου να τις τοποθετήσω με την ησυχία μου και σε ασφαλές μέρος εντός αυτού.
Αυτό δηλαδή σκεπτόμουν εκείνη την ώρα και παρακαλούσα μάλιστα ώστε να μην βρω κανέναν άλλον εκεί σαν κι εμένα προμηθευτή να κάνει το ίδιο, γιατί το καραβάκι ήταν μικρό κι ο χώρος του δεν επαρκούσε για τις ανάγκες όλων μας.
Όποιος προλάβαινε δηλαδή, έκανε την δουλειά του σωστά όπως έκανα κι εγώ, ενώ αυτοί που καθυστερούσαν για κάποιο λόγο να βρεθούν έγκαιρα στην Ουρανούπολη, σκορπούσαν κατ’ ανάγκη πια μέσα στο καραβάκι τις προμήθειές τους κι όπου έβρισκαν κενό χώρο βέβαια, τις οποίες όμως κι έχαναν μερικές φορές.
Έχοντας λοιπόν αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου, γρήγορα μεν αλλά και με προσοχή κατέβαινα τις στροφές που υπάρχουν στον συγκεκριμένο δρόμο και το φορτηγάκι μου βογκούσε αρκετά στην προσπάθειά του να συγκρατήσει το βάρος που μετέφερε με την αδύναμη μηχανή του, οπότε, πατούσα και τα φρένα του που και που, μη τυχόν και μου έφευγε ο έλεγχός της ταχύτητας που του επέτρεπα να κινείται κι εξ αιτίας αυτού, έκανα από δική μου απροσεξία, επικίνδυνη την διαδρομή μου.
Ζοριζόταν και τα φρένα του όμως, τα οποία βεβαίως και δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν επαρκώς, γι’ αυτό κι άφηναν κατά την τριβή τους με τους δίσκους, εκείνες τις γνωστές και πολύ δυσάρεστες οσμές τους.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που εσκεμμένα κρατούσα ανοιχτό και το παράθυρό μου. Δεν ήθελα δηλαδή να τις αναπνέω, όπως κι ασφαλώς θα ήθελα να τις αποφύγω, αλλά αν δεν πατούσα τα φρένα, πράγματι έχανα τον έλεγχο της ταχύτητας του αυτοκινήτου μου.
Μαζί με το βογκητό της μηχανής του όμως, άκουγα κάποια στιγμή κι ένα δεύτερο βογκητό, το οποίο όπως υπολόγισα, από κάποιο είδους ζώου προερχόταν, μόνον που πουθενά δεν το έβλεπα, όσο κι αν το έψαχνα.
Οι στροφές αυτού του δρόμου ως γνωστόν είναι πολύ κλειστές, γι’ αυτό και δεν τις έπαιρνα εύκολα στα σκοτεινά, δεδομένου ότι τα φώτα των αυτοκινήτων φέγγουν μπροστά κι ευθεία. Δεν ακολουθούν δηλαδή επ’ ακριβώς τις στροφές του δρόμου.
Σε μια τέτοια κι αριστερή στροφή ευρισκόμενος λοιπόν, άκουγα ποιο έντονα το βογκητό του ζώου και υποθέτοντας ότι μάλλον με ακολουθούσε, έβγαλα το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο και προσπαθούσα να δω με τα μάτια μου αν έτρεχε πίσω από το αυτοκίνητό μου ή όχι, αφού με την βοήθεια του καθρέπτη δεν έβλεπα πολύ καθαρά.
Ούτε και τότε όμως είδα να με ακολουθεί κάτι, οπότε, γύρισα το κεφάλι μου ώστε να βλέπω και πάλι μπροστά μου. Εκείνη την στιγμή όμως, είδα εκείνο το αρκετά μεγαλόσωμο ζώο να πηδά πάνω από το αριστερό και υψηλό ανάχωμα και να πέφτει με πολύ θόρυβο μπροστά στο αυτοκίνητό μου.
Δεν έμοιαζε δε η θέα του, ούτε με σκυλί, ούτε με λύκο, αλλά ούτε και με αγριογούρουνο, δεδομένου ότι πολλά από αυτά διαθέτει η περιοχή. Και το αγκομαχητό του ήταν τέτοιο πάλι, που δεν μου θύμιζε αγκομαχητό κάποιο γνωστό σ’ εμένα είδος ζώου.
Έπεσε δε τόσο κοντά και μπροστά στο αυτοκίνητο, που αρχικά νόμισα ότι θα έπεφτε πάνω στο καπό του, γι’ αυτό και δεν έκανα καμιά κίνηση να το αποφύγω. Ούτε τα φρένα του δηλαδή πάτησα προκειμένου να το ακινητοποιήσω, αλλά ούτε κι έψαξα περισσότερο το θέμα. Συνέχισα τον δρόμο μου σαν να μην μου συνέβη τίποτε και το μόνο που πρόσεξα όταν έπεσαν τελικά τα φώτα μου πάνω στο ζώο, ήταν ότι το είδα να πηδά με δύναμη προς τα δεξιά μου και να χάνεται αγκομαχώντας συνεχώς προς τα δεξιά υπάρχον φαράγγι της περιοχής.
Τί ήταν λοιπόν αυτό, όπως και γιατί έτρεχε τόσο πολύ, δεν μπορούσα να εξηγήσω. Δεν είδα όμως και κάτι που να το κυνηγά, ή κάτι που αυτό κυνηγούσε προκειμένου να το πιάσει. Το αγκομαχητό του όμως, ακόμη το άκουγα καθώς κατέβαινε προς το φαράγγι.
Συνεχίζοντας την αφήγηση μου, του ανάφερα στην συνέχεια κι άλλα περίεργα περιστατικά, τα οποία βέβαια, με πολύ προσοχή και αγονία άκουγε ο γαμπρός μου, γι’ αυτό και συνεχώς έλεγε. Μετά; Τί έγινε μετά.
Πάλι βρισκόμουν νυχτιάτικα στον δρόμο του έλεγα κι εκεί στην ερημιά και στο βουνό ευρισκόμενος, ανάμεσα στον Σταυρό και στην Ολυμπιάδα δηλαδή, θυμήθηκα και τους φόβους που διατηρούσε και κάποιος άλλος από τους συγγενείς μας, για τις ίδιες νυκτερινές δυσκολίες, που κι αυτός υπολόγιζε ότι έπρεπε να αντιμετωπίζω.
Αυτά που είπα σ’ εσένα δηλαδή, τα ίδια έλεγα και σ’ αυτόν. Ότι πολλά έβλεπα στα νυχτερινά μου δρομολόγια, αλλά και σημασία δεν τα έδινα, αφού όπως και σ’ αυτόν έλεγα, καθόλου δεν με φοβίζουν, γιατί ποτέ δεν νιώθω εντελώς μόνος όταν οδηγώ, ούτε την ημέρα, αλλά ούτε και την νύχτα.
Για την ακρίβεια του λόγου πάντως, εκείνη την φορά είχα αφήσει το φορτηγάκι μου από το πρωί στο συνεργείο, προκειμένου να του κάνουν το προβλεπόμενο σέρβις, όπως και να του αλλάξουν τα τακάκια των φρένων του καθώς το χρειαζόταν.
Κι αφού μπορούσα να χρησιμοποιήσω και το λεωφορειάκι που μου διέθεταν οι πατέρες για την μεταφορά των προμηθειών τους, όταν το φορτηγάκι μου βρισκόταν στο συνεργείο, με αυτό έκανα την συγκεκριμένη νυκτερινή μου διαδρομή.
Ήσυχος ωστόσο πήγα μέχρι την Ουρανούπολη, μια κι ο Φθινοπωρινός καιρός μου το επέτρεπε κι όταν πια ξεφόρτωσα της προμήθειες που μετέφερα στο καραβάκι, επίσης ήσυχος επέστρεφα προς τον Σταυρό και σιγά, σιγά μάλιστα έκανα την διαδρομή της επιστροφής μου.
Εσκεμμένα το έκανα κι αυτό, μη τυχόν και με καλούσε ο καπετάνιος να επιστρέψω στην Ουρανούπολη, στην περίπτωση που δεν του επέτρεπε ο καιρός να ολοκληρώσει κι αυτός, την δική του διαδρομή.
Κι επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμη να καλέσω τον επίτροπο στο τηλέφωνο προκειμένου να του αναφέρω τα λιγοστά πράγματα που τους έστειλα, επίσης πολύ σιγά ανέβαινα και της ανηφόρες που υπάρχουν στην διαδρομή που σου αναφέρω.
Βεβαίως και δεν ήταν πολλά αυτά που τους άφησα στο καραβάκι κι ως εκ τούτου, καθόλου δεν κουράστηκα, οπότε και καθόλου δεν νύσταζα θα έλεγα. Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, υπολόγιζα να κοιμηθώ στον Σταυρό αν τελικά το χρειαζόμουν.
Έγινε πέντε το πρωί όμως κι αφού στάθηκα για λίγο στην άκρη του δρόμου, όταν βρέθηκα στο βουνό και πάνω από το Στρατόνι περίπου, έκανα το τηλεφώνημα μου προς τον επίτροπο για τον λόγο που έπρεπε και μέχρι να μου απαντήσει αυτός, έριξα μια ερευνητική ματιά στην γύρο περιοχή.
Αμέσως μετά, ασφάλισα καλού κακού και τις πόρτες του αυτοκινήτου μου, για τον λόγο ότι θυμήθηκα εκείνη την στιγμή τους φόβους που διατηρούσε ο συγγενή μας. Και δεν περιορίστηκα εκεί, γιατί άφησα και την μηχανή του αυτοκινήτου μου να δουλεύει.
Όταν πια όλα ήταν ασφαλισμένα, κάλεσα τον επίτροπο στο τηλέφωνο κι όπως όφειλα, του ανάφερα τι και πόσα πράγματα του άφησα μέσα στο καραβάκι. Ολοκληρώνοντας την ολιγόλεπτη αναφορά μου, χαιρέτησα τον συνομιλητή μου στην συνέχεια κι αμέσως σχεδόν έκλεισα την γραμμή.
Με το που έκλεισα την γραμμή όμως, άκουσα μια φωνή, η οποία και μονολεκτική ήταν κι από το πουθενά ερχόταν, γιατί κανέναν δεν έβλεπα. Αφεντικό? Αυτό άκουσα δηλαδή και γύρισα το κεφάλι μου να δω από τα δεξιά μου αυτόν που το έλεγε, αφού από τα αριστερά μου ήταν ο δρόμος και κανέναν δεν έβλεπα.
Απόρησα με την φωνή που άκουσα κι αφού ούτε από δεξιά μου έβλεπα κάποιον, θεώρησα προς στιγμήν ότι μάλλον παράκουσα, ή ότι μάλλον φαντάστηκα την φωνή, από κάποιον φόβο ενδεχομένως που μου μετέδωσε ο συγγενής μας.
Πριν προλάβω να αδιαφορήσω μάλλον για το περιστατικό, είδα καμιά δεκαριά ανθρώπους να περικυκλώνουν στα γρήγορα το λεωφορειάκι μου και να προσπαθούν μάλιστα να του ανοίξουν τις πόρτες.
Δεδομένου βέβαια ότι τις είχα κλειδωμένες, δεν μπόρεσαν να τις ανοίξουν, αλλά στ’ αλήθεια φοβήθηκα εκείνη την στιγμή, γιατί δεν μου ήταν εύκολο να διακρίνω τις προθέσεις τους. Από τον τρόπο πάντως που έβλεπα να το προσπαθούν, δεν πρέπει να ήταν και πολύ φιλικές.
Αυτό υπολογίζοντας λοιπόν, απορούσα και με το πώς βρέθηκαν εκεί οι Αλβανοί, αφού το σημείο που στάθηκα είναι εντελώς έρημο και αρκετά μακριά από κάποια κατοικημένη περιοχή, αλλά και ποτέ άλλοτε δεν συνάντησα κάποιον από αυτούς να περπατά στον δρόμο, ώστε να αρχίσω να φυλάγομαι τουλάχιστον από την δική τους παρουσία.
Κρίνοντας από τις φυσιογνωμίες τους βέβαια υπέθετα ότι ήταν περιφερόμενοι Αλβανοί, αλλά κι απορούσα μαζί τους. Πού ήταν κριμένοι δηλαδή και δεν τους έβλεπα, πριν ακόμη σταθώ στο συγκεκριμένο σημείο.
Από τον φόβο των ανθρώπων που πήρα πάντως, έβαλα την πρώτη ταχύτητα και γρήγορα ξεκίνησα φεύγοντας, πριν ακόμη προλάβουν να μου κλείσουν αυτοί τον δρόμο, γιατί δύο από αυτούς ήδη μπήκαν μπροστά μου. Τους έσπρωξα βέβαια με την μούρη του αυτοκινήτου μου κι αμέσως έφυγα από κοντά τους, ενώ έβλεπα μερικούς να τρέχουν για λίγο πίσω μου, στην προσπάθειά τους να με σταματήσουν.
Βεβαίως και φοβήθηκα λοιπόν από τους Αλβανούς, οπότε, από τότε και μετά, ποτέ δεν κοιμόμουν στις ερημιές, όσο κι αν νύσταζα. Προσπαθούσα να φτάσω σε κάποιο χωριό κι εκεί ξάπλωνα, ή αν δεν άντεχα, σταματούσα στην Ιερισσό για τον ίδιο λόγο και ξάπλωνα έξω από την εκκλησία τους.
Αλλά ούτε και για την ανάγκη μου σταματούσα πλέον στην ερημιά και πάντα είχα τις πόρτες μου κλειδωμένες για την αποφυγή παρόμοιων περιστατικών με περιφερόμενους Αλβανούς, αφού κατά συρροή ερχόταν κι αυτοί τότε κι ένα σωρό κακοποιήσεις έκαναν όπου μπορούσαν.
Να όμως που ένα άλογο με ανάγκασε να κατέβω από το αυτοκίνητό μου ένα παρόμοιο χάραμα, όταν κατά τις τρείς το πρωί βρισκόμουν στις στροφές του ίδιου δρόμου και στο σημείο που βρίσκετε πάνω από το Στρατόνι.
Για την ακρίβεια, καθόταν στην μέση του δρόμου αυτό και κουνούσε το κεφάλι του συνεχώς πάνω και κάτω, σαν να έκανε μετάνοιες. Άνοιξα το παράθυρο μου λοιπόν και του έλεγα αστειευόμενος, ότι στο σπίτι κάνουμε τις μετάνοιες κι όχι στον δρόμο.
Στην προσπάθειά μου να το αναγκάσω να μετακινηθεί λύγο προκειμένου να περάσω, το πλησίασα πολύ με το αυτοκίνητό μου στην συνέχεια, αλλά άδικος κόπος. Το έσπρωξα και λίγο, όσο να μην το πληγώσω βέβαια, αλλά και πάλι τίποτε δεν κατάφερα. Βλέποντας την επιμονή του λοιπόν, κατέβηκα από το φορτηγάκι μου και με ένα ξύλο που βρήκα παράμερα, το κέντρισα λίγο ώστε να φύγει επιτέλους από τον δρόμο.
Κι ενώ το κεντρούσα, πάλι του έλεγα αστειευόμενος. Εσύ καλά κάνεις τις μετάνοιες σου εδώ, εγώ όμως έχω δουλειά και πολύ βιάζομαι μάλιστα. Κάνε στην άκρη λοιπόν και συνέχισε να κάνεις εκεί τον κανόνα σου. Εγώ πάντως πρέπει να φύγω και για να φύγω εγώ, πρέπει να μετακινηθείς εσύ.
Δεν μπορώ να πω βέβαια ότι κατάλαβε το άλογο τι του ζητούσα να κάνει, αλλά όντως με άφησε χώρο να περάσω κι ενώ αυτό συνέχισε να κάνει τον κανόνα του, εγώ απομακρυνόμουν γρήγορα από κοντά του, στην προσπάθειά μου να κερδίσω τον χρόνο που έχασα.
Διηγούμενος και στους μοναχούς την περιπέτειά μου με το άλογο, έλεγε ένας από αυτούς, ότι και τα μουλάρια που έχουμε στο μοναστήρι για τις ανάγκες μας, το ίδιο κάνουν μερικές φορές για κάποιο λόγο.
Στο ίδιο βουνό είναι αλήθεια, ότι και μια γυναίκα βρήκα να περπατά μόνη της στην ερημιά. Πολύ με παραξένεψε το γεγονός, γιατί και ντυμένη καλά ήταν και με τακούνια βάδιζε και κάτι σαν ελαφρύ παλτό είχε ριγμένο στις πλάτες της, αφού Μάρτιος μήνας ήταν ακόμη.
Βάδιζε γρήγορα για την ακρίβεια και σε αντίθετη φορά από την δική μου. Βρισκόταν όμως σε πολύ έρημο μέρος και σε άλλη περίπτωση θα ήθελα να της φανώ χρήσιμος αν μπορούσα, αλλά εγώ βιαζόμουν πολύ κι αυτή με σκυμμένο το κεφάλι βάδιζε, σαν να μην της χρειαζόταν η βοήθεια, οπότε, δεν έδωσα κι εγώ μεγαλύτερη σημασία στο γεγονός.
Μια και πήρα φόρα όμως, θα σου αναφέρω κι άλλα περιστατικά. Στον συγκεκριμένο δρόμο λοιπόν κι από πολύ καιρό πριν, συναντούσα μαζί με τα υπόλοιπα και πολλά σκουπίδια πεταμένα στον δρόμο και τις περισσότερες φορές τα πατούσα χωρίς να θέλω με τις ρόδες του αυτοκινήτου μου.
Τα έβλεπα ξαφνικά μπροστά μου όπως καταλαβαίνεις, οπότε, βιαστικώς καθώς ήμουν, δεν προλάβαινα να αντιδράσω. Όταν έπεφταν τα φώτα μου επάνω τους όμως τα απέφευγα. Κι αυτό πάλι, αν μπορούσα να το κάνω, γιατί πολλές φορές κατέβαινα από το αυτοκίνητο και τα έσπρωχνα προς τις άκρες του δρόμου προκειμένου να περάσω με ασφάλεια, αφού και γυάλινα μπουκάλια έβλεπα να υπάρχουν ανάμεσά τους.
Απορούσα λοιπόν με την ανοησία του ανθρώπου που τα πετούσε στον δρόμο, γιατί εύκολα μπορούσαν να προκαλέσουν κάποιο σοβαρό ατύχημα. Ασφαλώς και δεν περνούσα μόνον εγώ τις νύχτες από τον δρόμο του Σταυρού, οπότε, πάλι έλεγα μονολογώντας. Μα δεν τα βλέπουν οι αρμόδιοι, ώστε να κάνουν κάτι για την προστασία των διερχόμενων αυτοκινήτων;
Αυτήν την απορία ενθυμούμενος όμως, την μετέφερα και σε κάποιον μοναχό που είχα μαζί μου ένα απόγευμα, όταν ακολουθούσαμε τον ίδιο δρόμο επιστρέφοντας από το Άγιο Όρος. Πάλι περνούσα από εκεί δηλαδή και λόγω της ανησυχίας μου, με πολύ επιφύλαξη έπαιρνα τις στροφές, μη τυχόν και πατούσα τα πεταμένα σκουπίδια.
Δεν μπορώ να καταλάβω, έλεγα και σ’ αυτόν, τον λόγο που κάνει κάποιος κάτι τέτοιο. Είναι επικίνδυνο να πατήσει κανείς τα σκουπίδια, γιατί δεν ξέρει τι υπάρχει ανάμεσά τους. Κι ενώ του έλεγα αυτά, είδα ξαφνικά μια τεράστια άσπρη γουρούνα μπροστά μας, η οποία μάλιστα συνοδευόταν από έντεκα ριγωτά γουρουνάκια, όπως πρόλαβε να τα μετρήσει ο μοναχός.
Ήταν ριγωτά αυτά και σαν καρπουζάκια έμοιαζαν κι όπως έπρεπε, σταθήκαμε πίσω από την γουρούνα, μη τυχών και της πατούσαμε τα γουρουνάκια της, αν κι αυτή, σημασία δεν μας έδωσε.
Έκανε όμως κάτι μετά από λίγο, που όντως μας έβγαλε από την απορία, για το ποιος ανάγωγος πετούσε τα σκουπίδια στον δρόμο. Έβαλε δηλαδή την μουτσούνα της κάτω από έναν μεγάλο κάδο σκουπιδιών, από αυτούς που διέθετε εκεί ο δήμος της περιοχής, για τις ανάγκες των μεμονωμένων κατοικιών και με απίστευτη δύναμη, τον τίναξε πρέπει να πω πολύ ψηλά.
Έκανε τούμπα στον αέρα στην συνέχεια ο κάδος και καθώς έπεφτε στην μέση του δρόμου, άνοιξε το μεγάλο καπάκι του και όσα σκουπίδια υπήρχαν στο εσωτερικό του, σκορπίστηκαν στο οδόστρωμα προς όφελος των μικρών της γουρούνας, τα οποία ρίχτηκαν με βουλιμία θα έλεγα κι έτρωγαν ότι εύρισκαν μέσα κι έξω από τον κάδο.
Δεν ξέραμε τι έτρωγαν βέβαια, αλλά μετά από λίγο, άφησαν τον κάδο στην μέση του δρόμου και χάθηκαν μέσα στους θάμνους ακλουθώντας την μητέρα τους. Αυτή δε, αδιαφορώντας για την δική μας παρουσία πρώτη μπήκε εκεί μέσα, αν και πολύ νωχελικά μπορώ να πω λόγω του βάρους της.
Βλέποντας λοιπόν αυτό το περιστατικό, έπαψα πια να κακολογώ τους ανθρώπους για ανάγωγη συμπεριφορά, αφού η γουρούνα ήταν αυτή που γέμιζε τον δρόμο με σκουπίδια. Αν τρώγονταν όλα, βεβαίως και θα έμενε μόνον ο κάδος εκεί, αλλά κι αυτός να έμενε, επικίνδυνος ήταν.
Σήκωσα ωστόσο τον κάδο προκειμένου να περάσω και τον έβαλα να σταθεί στην δεξιά πλευρά του δρόμου, αφού από εκεί τον πέταξε η γουρούνα, όπως κι έσπρωξα πάλι τα υπόλοιπα των σκουπιδιών στις άκρες του δρόμου, μη τυχόν και τα πατούσε την νύχτα κανένας βιαστικός οδηγός σαν κι εμένα.
Ένας ταξιτζής όμως, πολύ με προβλημάτισε τα ξημερώματα μια τέτοιας διαδρομής και στον ίδιο μήνα, όταν τον συνάντησα κι αυτόν να κινείτε στον ίδιο δρόμο μεν, από τον Σταυρό προς την Ολυμπιάδα δηλαδή, αλλά και πολύ νωχελικά να οδηγεί θα έλεγα.
Στο ύψος της Ολυμπιάδος τον προσπέρασα βέβαια και με την φόρα που είχα, δεν πρόλαβα να δω αν είχε ή όχι επιβάτες μαζί του, δεδομένου ότι είχα τον νου μου στην δική μου δουλειά, οπότε, ελάχιστα είδα προς το ταξί.
Έκανα δηλαδή το δικό μου δρομολόγιο τρέχοντας κατά την συνήθεια μου, αλλά και παρακολουθούσα στην συνέχεια τις κινήσεις του ταξιτζή από τον καθρέπτη μου. Ήθελα να δω για την ακρίβεια, αν θα ακολουθούσε το ίδιο δρομολόγιο μ’ εμένα, ή αν είχε πρόθεση να μπει στην Ολυμπιάδα, γιατί με παραξένεψε το γεγονός, ότι έβλεπα στις τρείς το πρωί ένα ΤΑΞΙ της Θεσσαλονίκης να κινείτε τόσο νωχελικά, σαν να μη ήθελε να πάει κάπου συγκεκριμένα.
Τον άφησα αρκετά πίσω μου βέβαια προκειμένου να απομακρυνθώ από την παρουσία του, σκεπτόμενος την ασφάλειά μου, για τον λόγω ότι πρόσεχα τα πάντα πλέον όταν οδηγούσα τις νύχτες σ’ εκείνον τον δρόμο. Έχοντας τον νου μου και σ’ αυτόν δηλαδή, παρατήρησα κάποια στιγμή ότι έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες προκειμένου να με πλησιάσει.
Δεν ήθελα μπελάδες στο κεφάλι μου, οπότε, αύξησα την ταχύτητά μου κι όπως έπρεπε, κρατούσα μια απόσταση ασφαλείας θα έλεγα από την δική του πορεία. Έβλεπε κι αυτός ότι δεν μπορούσε να με πλησιάσει και για να πετύχει τον σκοπό του, πίεζε το αυτοκίνητό του, όπως και τον εαυτό του ελπίζοντας να τα καταφέρουν, αλλά μάταιος κόπος.
Παρακολουθώντας τις κινήσεις του λοιπόν, έλεγα κι εγώ στον εαυτό μου. Δε πα να με κυνηγάς. Για να με φτάσεις, θα πρέπει να είσαι όχι μόνον καλός και ποιο γρήγορος οδηγός από μένα, αλλά θα πρέπει να ξέρεις και τον δρόμο επίσης πολύ καλύτερα από μένα.
Ενώ λοιπόν του έλεγα τα παραπάνω νοερά, έβλεπα κάποια στιγμή να μου αναβοσβήνει συνεχώς τα φώτα του ο άνθρωπος, σαν να ζητούσε βοήθεια. Κι αφού το έκανε για κάμποση ώρα αυτό τρέχοντας πίσω μου χωρίς αποτέλεσμα, σκέφτηκα να σταματήσω κάπου, ώστε να μάθω τον λόγο που με καλούσε κι αν πράγματι χρειαζόταν την βοήθειά μου, να του την προσέφερα αν μπορούσα.
Έκανα πράξη λοιπόν αυτό που σκέφτηκα, αλλά κι έκλεισα τον δρόμο έτσι με το φορτηγάκι μου, ώστε να μην μπορεί να περάσει μπροστά μου αν είχε κάποιο κακό σκοπό στο μυαλό του κι όπως έπρεπε περίμενα να με πλησιάσει.
Στην περίπτωση πάντως που έβλεπα κάποια ύποπτη κίνηση από μέρος του, είχα αποφασίσει να ξεκινήσω αμέσως και δεν θα μπορούσε να με πλησιάσει αυτός, όσο κι αν πίεζε το ΤΑΞΙ του, ή τον εαυτό του.
Ήρθε τελικά ο άνθρωπος και μέσα από το αυτοκίνητό του μου έκανε τα ερωτήματά του κι αυτά που μου έλεγε εκείνη την ώρα, με αγωνία τα έλεγε, αλλά και πολύ περίεργα μου φάνηκαν. Μήπως πηγαίνεις προς την Ουρανούπολη ρε πατριώτη; Δεν ξέρω καθόλου την περιοχή και φοβάμαι σ’ αυτήν την ερημιά. Νυστάζω και δεν μπορώ να συνεχίσω. Μήπως μπορείς να πάρεις μαζί σου έναν επιβάτη που έχω και να τον αφήσεις στην Τρυπητή;
Τί να του έλεγα λοιπόν; Τί είναι αυτά που μου λες ρε ταξιτζή; Δεν είσαι επαγγελματίας; Αφού πήρες το αγώι σου, είσαι κι εσύ όπως κι εγώ υποχρεωμένος να το ολοκληρώσεις. Γιατί λοιπόν θέλεις να το ξεφορτωθείς σ’ εμένα;
Σε παρακαλώ, έλεγε αυτός με την ίδια αγωνία. Έχω οικογένεια και δεν θέλω να τους αφήσω στον δρόμο. Φοβάμαι όπως σου είπα να συνεχίσω, αλλά και κλείνουν τα μάτια μου από την κούραση. Λυπήσουμε σε παρακαλώ και πάρε τον επιβάτη μου μαζί σου.
Αυτά και τέτοια λοιπόν συνέχιζε να μου λέει αυτός εκλιπαρώντας κι από αίσθημα ευθύνης κινούμενος στην συνέχεια για τον συνάνθρωπό μου, αυθόρμητα σχεδόν του είπα να μου τον στείλει, αλλά και του τόνιζα συγχρόνως, ότι δεν ήταν καθόλου επαγγελματικό αυτό που έκανε. Αν δεν μπορούσε να κάνει την διαδρομή του δηλαδή, θα ήταν καλύτερα να την άφηνε σε κάποιον συνάδελφό του, παρά να έφερνε μέχρι εδώ και φοβισμένος καθώς ήταν, να έψαχνε μετά σε ποιόν άλλον θα μπορούσε να τον ξεφορτωθεί.
Δεν μου έδωσε βέβαια απάντηση για όσα του είπα, αλλά κι αμέσως μου έστειλε τον πελάτη του. Μέχρι να τον ταχτοποιήσω όμως αυτόν δίπλα μου, έγινε καπνός ο ταξιτζής, χωρίς να μου πει ούτε ένα απλό ευχαριστώ. Την ενέργειά του λοιπόν μελετώντας στην συνέχεια, δεν πρόσεξα καθόλου τον επιβάτη μου, αλλά κι αν τον πρόσεχα τι θα μπορούσα να κάνω πλέον, αφού ο ταξιτζής έφυγε και μου τον άφησε αμανάτι;
Αυτόν παρατηρώντας στην συνέχεια, έβλεπα ξαφνιασμένος ότι Αλβανός ήταν. Τι σημασία είχε θα μου πεις, αν ήταν ή δεν ήταν Αλβανός, αφού άνθρωπος ήταν κι έπρεπε να πάει στον προορισμό του, αν βέβαια πλήρωσε τον ταξιτζή. Αυτά έχοντας στο μυαλό μου, έβαλα και σ’ αυτόν τις φωνές, πιέζοντάς τον να μου πει, αν πλήρωσε ή όχι την κούρσα του ταξιτζή.
Αν δεν τον πλήρωσες του έλεγα, θα σε κατεβάσω κι εγώ εδώ στο βουνό και να πας με τα πόδια μέχρι την Τρυπητή. Κατέβασέ με αν θέλεις έλεγε κι αυτός ήρεμα, αλλά τον πλήρωσα και μάλιστα προκαταβολικά. Είκοσι δύο χιλιάρικα μου ζήτησε και τόσα του έδωσα, πριν ακόμη ξεκινήσουμε.
Γιατί όμως με ξεφορτώθηκε σ’ εσένα, δεν μπορώ να καταλάβω. Μάλλον φοβήθηκε να συνεχίσει όπως φαίνεται. Τον έβλεπα λύγο ανήσυχο όταν βρεθήκαμε στην ερημιά, γι’ αυτό και προχωρούσε πολύ σιγά. Μόλις μας προσπέρασες όμως, έτρεχε να σε προλάβει όπως αποδείχτηκε.
Σταμάτησε ο άνθρωπος την αφήγησή του κι όπως έπρεπε, ξεκίνησα κι εγώ το δικό μου δρομολόγιο, αισθανόμενος ότι εξαπατήθηκα από τον κακώς συμπεριφερόμενο ταξιτζή, ο οποίος βεβαίως και με εξαπάτησε λέγοντας μου ότι νύσταζε. Φοβήθηκε μάλλον από τον Αλβανό πελάτη του και προκειμένου να γλιτώσει αυτός, φόρτωσε τον φόβο του σ’ εμένα.
Έγινε και σ’ εμένα μάθημα όμως αυτό από τότε και μετά, ώστε κανέναν και για κανένα λόγο να μην παίρνω μαζί μου από τον δρόμο, όποιος κι αν είναι, γιατί χωρίς να το υπολογίζουμε αυτό ως ενδεχόμενο, σε πολλούς μπελάδες υπάρχει περίπτωση να βρεθούμε μπλεγμένοι.
Μια και είχα μαζί μου όμως τον μπελά μου, έπιασα κουβέντα μαζί του κι έτσι έμαθα από τον ίδιο, ότι ήθελε να πάρει το καράβι από την Τρυπητή, προκειμένου να επισκεφτεί την οικογένεια του αδερφού του, ο οποίος εργαζόταν σε κάποιο ξενοδοχείο της Αμουλιανής, όπως μου εξηγούσε.
Όταν φτάσαμε τελικά εκεί, τον κατέβασα στην άκρη του δρόμου καθώς έπρεπε, από όπου και τον έβλεπα να κατευθύνεται προς την προβλήτα, προκειμένου να περιμένει εκεί την άφιξη του καραβιού της Αμουλιανής κατά τις έξη του ίδιου πρωινού δηλαδή.
Ακολουθώντας κι εγώ το δικό μου πρόγραμμα, κατευθύνθηκα προς την Ουρανούπολη στην συνέχεια, όπου και μεταφόρτωσα τις προμήθειες που μετέφερα στο καραβάκι, προκειμένου να τις αφήσει κι αυτό με την σειρά του στο μοναστήρι μας.
Μιχάλης Αλταλίκης