Αφού λοιπόν τελείωσα και την τρίτη τάξη του γυμνασίου, τον ίδιο κιόλας μήνα, πήραμε την απόφαση να αγοράσουμε με όσα χρήματα μας απέμειναν, το πενήντα τοις εκατό μιας αρκετά μεγάλης για την εποχή εκείνη βιοτεχνίας στην Θεσσαλονίκη, με αντικείμενο την παραγωγή ειδών ζαχαροπλαστικής.
Αν και είχε αρκετά μεγάλη δραστηριότητα εκείνη η βιοτεχνία, λόγο της κακής της διαχείρισης, δεν μπορούσε να ορθοποδήσει από τα πολλά χρέη της κι αυτός ήταν ο λόγος που πουλούσαν το μισό της μερίδιό.
Ο συνεταίρος μας όπως και το ξέραμε αυτό, ήταν πολύ καλός μάστορας, αλλά δεν ήταν καθόλου καλός διαχειριστής όπως αποδείχτηκε. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που ο ίδιος ζήτησε από τον πατέρα μου να αναλάβει το πενήντα ένα τοις εκατό της βιοτεχνίας και μαζί μ’ αυτό, να αναλάβει και κείνη την πολύπαθη οικονομική της διαχείριση, αφού αυτός όπως και λογικά το ζητούσε, δεν μπορούσε να την κάνει.
Κάναμε λοιπόν την αγορά εκείνης της βιοτεχνίας και αφού αυτό μας επέβαλαν τα πράγματα, μετακομίσαμε στην Θεσσαλονίκη οι τρεις μας από την οικογένεια μου. Ο πατέρας μου, εγώ και η μεγαλύτερη από τις δύο αδελφές μου.
Την μητέρα μου την αφήσαμε στο χωριό μας, έως ότου μπορέσει να διαθέσει και το υπόλοιπο εμπόρευμα που έμενε ακόμη απούλητο στο μαγαζί, όπως και να μαζέψει αν το μπορέσει έστω και κάτι από τα χρέη των πελατών μας και μαζί με αυτά, να συντροφεύει την μικρότερη μου αδελφή έως ότου τελειώσει και αυτή το δημοτικό, αφού ακόμη ήταν μαθήτρια.
Μετακομίσαμε λοιπόν εμείς στην Θεσσαλονίκη και επιλέξαμε να μένουμε με ενοίκιο σε ένα σπίτι που ήταν κοντά στη νέα μας επιχείρηση και πολύ κοντά στο ιδιωτικό γυμνάσιο που με έγραψε ο πατέρας μου, προκειμένου να παρακολουθήσω τα μαθήματα της τετάρτης τάξης.
Μέχρι να έρθει και η μητέρα μου κοντά μας όμως, είχαμε για νοικοκυρά στο σπίτι μας, την δωδεκάχρονη τότε αδελφή μου, η οποία και όπως κάθε μέρα το βλέπαμε, μας φρόντιζε επαρκώς και με το παραπάνω μάλιστα.
Αυτήν πάλι, ήθελε να της μάθει την ραπτική ο πατέρας μου, για να έχει μια δουλειά που θα μπορούσε να κάνει και στο δικό της σπίτι αργότερα, αν βέβαια ήθελε να εργάζεται, γιατί όπως και πολλές φορές το έλεγε αυτό, οι γυναίκες είναι μόνον για το σπίτι.
– Αν θέλει να δουλεύει και όταν θα παντρευτεί, έλεγε, τότε καλό θα είναι γι’ αυτήν να μάθει μια δουλειά όπως είναι η ραπτική, ώστε να μπορεί να την κάνει μέσα στο σπίτι της και να μην είναι δεξιά και αριστερά εκτεθειμένη.
Μπήκαμε λοιπόν εμείς αν και χωρίς τεχνικές γνώσεις σε κείνη την επιχείρηση και όπως μας το ζητήθηκε, η ευθύνη της διαχείρισης ήταν στο δικό μας χέρι. Αν και αγράμματος ο πατέρας μου ήταν πολύ καλός σε αυτόν το τομέα, γι’ αυτό και αμέσως εντόπισε τα κενά που υπήρχαν και έκαναν μεγάλη ζημιά στην επιχείρηση.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που είπε μια μέρα στον συνεταίρο του όσο πιο σοβαρά μπορούσε, θέλοντας να του τονίσει και αυτός με την σειρά του, ότι όσο απαραίτητο είναι το να κάνει κάνεις καλά γλυκά, άλλο τόσο είναι απαραίτητο το να διαχειρίζεται κανείς σωστά την επιχείρηση που έχει, αν βέβαια θέλει να την έχει για πολύ καιρό.
– Συνέταιρε? Για τους λόγους που κι εσύ όπως κι εγώ καταλαβαίνω, δεν θα περάσω ποτέ την πόρτα του εργαστηρίου σου και ποτέ δεν θα γίνω εγώ εμπόδιο με τις υποδείξεις μου, αφού τίποτε δεν ξέρω από την δουλειά σου, στο πως θα κάνεις εσύ εκεί κάτω τα πολύ καλής ποιότητας γλυκά που με τόσο κόπο ετοιμάζεις.
Ούτε κι εσύ όμως θέλω να πλησιάζεις στο ταμείο μου και στον χώρο του καταστήματος μας, εκτός και αν για κάποιο λόγο, εγώ σου το ζητήσω. Για τις ανάγκες των οικογενειών μας, καλό για όλους μας θα είναι να παίρνουμε από το ταμείο τόσα μόνον, όσα θα είναι υπέρ αρκετά και τίποτε περισσότερο, γιατί όπως κι εσύ πρέπει να το χωνέψεις, τα χρήματα που έχουμε στο συρτάρι μας, δεν είναι μόνον δικά μας. Ανήκουν και στους ανθρώπους που μας προμηθεύουν τα υλικά, μέσω των οποίων κάνεις εσύ τα ωραία γλυκά σου.
Χωρίς χρήματα λοιπόν στο ταμείο μας, καμιά σοβαρή αγορά δεν θα μπορούμε να κάνουμε, αλλά ούτε και κάποιο από τα προϋπάρχοντα δικά σου χρέη θα μπορέσουμε ποτέ να εξοφλήσουμε. Έγινα σαφής;
Άκουσε ο συνέταιρος μας τον πατέρα μου και αφού δήλωσε ότι όχι μόνον συμφωνεί αλλά και ένθερμα υποστηρίζει την αξία των όσων ειπώθηκαν εκείνη την στιγμή, από την άλλη μέρα κιόλας, μπήκε τελικά με την συγκατάθεση του και η απαραίτητη οικονομική τάξη στο ταμείο της βιοτεχνίας μας. Μαζί με αυτήν βέβαια, άρχισαν να εξοφλούνται και οι προμηθευτές μας, που με την σειρά τους εμπιστεύονταν ανεπιφύλακτα πλέον την επιχείρηση μας, στο όνομα του νέου διαχειριστή της.
Τα ήδη ονομαστά προϊόντα της απέκτησαν ξανά την παλιά καλή τους φήμη, εφόσον γινόταν πλέον από καλά υλικά και αυτό ως αποτέλεσμα, έγινε αιτία ώστε να ανέβουν κατά πολύ οι πωλήσεις στην χοντρική αγορά, αφού αυτή ήταν και η κυρίως δραστηριότητα μας.
Δεκαεπτά τεχνίτες απασχολούσαμε τότε και μαζί τούς, διαθέταμε στην αγορά πολλά ήδη ζαχαροπλαστικής. Ανάμεσα σ’ αυτά, κυριαρχούσαν τα γλυκά κουταλιού, τα λουκούμια και οι βανίλιες και όλα αυτά μάλιστα, τα διοχετεύαμε στους πελάτες που είχαμε σε όλη την Ελλάδα.
Εκτός από πολύ καλός ‘’καραμελάς’’ ως προς την τέχνη του ο συνεταίρος μας, ήταν και πολύ καλός στη συσκευασία, από τον οποίο και σπούδασα εγώ την τεχνική της. Πολύ με χρειάστηκε αυτή αργότερα, όταν βρέθηκα ως εργαζόμενος, σε άλλες επιχειρήσεις.
Εν τω μεταξύ και αφού κατάφερε να εισπράξει η μητέρα μου έστω και λίγα από εκείνα τα οφειλόμενα των αγροτών πελατών μας στο χωριό, όπως και μερικά ακόμη από την πώληση των εμπορευμάτων που έμειναν στο μαγαζί μας, μας έφερε ένα ποσό που πλησίαζε τα διακόσια πενήντα χιλιάρικα σε δραχμές, εκείνης της εποχής.
Μ’ αυτά τα χρήματα, αγοράσαμε δύο σπίτια για τα κορίτσια μας και όσο για μας; Θα βλέπαμε τι θα κάναμε αργότερα, όπως έλεγε κι ο πατέρας μου.
Ωστόσο, η επιχείρηση μας πήγαινε πολύ καλά και ο πατέρας μου έτρεχε καθημερινά στην αγορά, προκειμένου να βρει περισσότερους πελάτες για την βιοτεχνία μας, όπως και νέους προμηθευτές που χρειαζόμασταν, αν θέλαμε να διατηρήσουμε την καλή μας φήμη.
Μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία, εξυπηρετούσα κι εγώ μαζί με την αδελφή μου στην λιανική πώληση όταν έλειπε ο πατέρας μου, αφού όπως είπαμε, ο συνεταίρος μας ήταν υπεύθυνος μόνον για την παραγωγή.
Όλοι μαζί όμως, είχαμε να αντιμετωπίσουμε έναν πολύ μεγάλο εφιάλτη. Τον παλεύαμε μεν αυτόν, αλλά και μας πάλευε. Δεν ήταν μακριά μας αυτός και δεν ήταν άλλος, από την γυναίκα του συνεταίρου μας. Όταν ήταν μόνη της απέναντι στον άντρα της, πήγαινε στο συρτάρι του ταμείου που είχε η επιχείρηση και έπαιρνε από εκεί μέσα ότι έβρισκε και αυτό το έκανε κάθε μέρα.
Έχοντας μια τέτοια συνήθεια αυτή και μια τέτοιου είδους ανοχή στην συμπεριφορά της ο άντρας της, δεν μπορούσαν παρά να χρεοκοπήσουν από μόνοι τους την επιχείρηση που κληρονόμησαν.
Αυτό βέβαια δεν μπορούσε να συνεχιστεί πλέον κι εφόσον ανέλαβε άλλος την κοινή μας βιοτεχνία, για ευνόητους λόγους της απαγορεύτηκε αυτή η συνήθεια. Δεν ήταν εύκολο γι’ αυτήν να δεχθεί τέτοιους όρους, αφού δική τους ήταν πρώτα η επιχείρηση, γι’ αυτό και συνεχώς μας προκαλούσε πολλά και δύσκολα προβλήματα για την μεταξύ μας σχέση.
Το τι έκανε βέβαια αυτή τα χρήματα που έπαιρνε, ούτε εμείς το ξέραμε αφού δεν μας αφορούσε, αλλά ούτε και ο άντρας της το ήξερε, αν και ήταν αυτός που τα χρεωνόταν. Τα εξαφάνιζε όλα στο λεπτό και καμιά εξήγηση δεν του έδινε, για τον λόγο που τα ξόδευε.
Εμείς βέβαια από πείρας γνωρίζαμε, ότι όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι εργατικές, υπεύθυνες, οικονόμες και ότι από το τίποτε κάνουν το κουμάντο τους αυτές και συντηρούν τις οικογένειές τους και μάλιστα, πολύ καλύτερα από τους άντρες τους και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την αξιοσύνη τους.
Από εκείνον τον εφιάλτη όμως, ούτε εμείς μπορούσαμε να βγάλουμε άκρη, αλλά ούτε και ο άντρας της. Και από όσα τον συμβούλευε ο πατέρας μου να κάνει, τίποτε αυτός δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει.
Έξι παιδιά είχε και τα έκανε όλα το ένα πίσω από το άλλο, με διαφορά ηλικίας ενός έτους. Δεν προλάβαινε να γεννήσει το ένα εκείνη η γυναίκα εφιάλτης και αμέσως ετοίμαζε το άλλο.
Τα χρήματα που της έδινε ο άντρας της μια φορά και για όλη την εβδομάδα, όπως έκαναν και όλοι οι νοικοκύρηδες του κόσμου δηλαδή και δεκαέξι παιδιά να είχε, θα μπορούσε να τα φροντίσει και με το παραπάνω μάλιστα και όχι μόνον αυτό, αλλά και να της περισσεύουν αρκετά χρήματα. Εκείνη όμως που λειτουργούσε σαν ρουφήχτρα, εξαφάνιζε τα πάντα στο λεπτό.
Στεναχωριόταν ο πατέρας μου με όσα τον προβλημάτιζε η γυναίκα του συνεταίρου του, γι’ αυτό και συνεχώς τον συμβούλευε.
– Δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις. Δεν μπορείς να τραβάς από το ταμείο τριπλάσια χρήματα από όσα οι δυο μας συμφωνήσαμε. Μη το κάνεις αυτό σε παρακαλώ, γιατί στο τέλος του χρόνου, όχι μόνον δεν θα έχεις να πάρεις τίποτε, αλλά και με τον ρυθμό που τα τραβάς, σε μένα μεν θα ανήκει ολόκληρη η επιχείρηση, ενώ εσύ από συνεταίρος μου θα είσαι πλέον εργάτης μου.
Άκουσε τι σου λέω και μη μου το κάνεις αυτό σε παρακαλώ, γιατί εγώ δεν ξέρω τίποτε από την δουλειά μας και χωρίς εσένα, δεν θα μπορέσω να την συνεχίσω. Έτσι όμως που κρατάς χαλαρά την γυναίκα σου, μας βάζεις όλους σε κίνδυνο και αν δεν κάνεις κάτι γι’ αυτό το θέμα, όπως πολύ καλά το αντιλαμβάνεσαι, θα μας καταστρέψεις. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;
– Όπως τα λες είναι, απαντούσε εκείνος. Όση περιουσία κληρονόμησα από τον πατέρα μου, την εξαφάνισε αυτή η γυναίκα. Όταν σκέφτομαι δε, το πόσα χρήματα έπρεπε να έχω σήμερα και δεν τα έχω, αν και έχω πολλά χρόνια εργαζόμενος γι’ αυτήν την επιχείρηση, δεν σου κρύβω, ότι μου έρχεται να πάω και να πνιγώ.
– Να μη πας να πνιγείς, του έλεγε ο πατέρας μου, κάνε κάτι πιο εύκολο. Πιάσε την γυναίκα σου από το μαλλί και πες της επιτέλους μια φορά δυναμικά. Μέχρις εδώ. Τι τα κάνεις τα λεφτά; Έχουμε να μεγαλώσουμε ένα σωρό παιδιά. Για πλάκα τα κάναμε; Έχουμε ευθύνες απέναντι τους. Πως θα αποκαταστήσουμε τα πέντε κορίτσια μας;
Αν της μιλήσεις έτσι λογικά, νομίζω ότι θα καταφέρεις να την συνεφέρεις. Αυτή πάντως, δεν είναι κατάσταση που τιμά έναν επιχειρηματία. Ενώ γεμίσατε το σπίτι σας από παιδιά, εσείς ζείτε αδικαιολόγητα σπάταλα, σαν να είστε τελείως ανεύθυνοι.
Άκουγε αυτός όσα του έλεγε ο πατέρας μου και συμφωνούσε μαζί του, όταν όμως πήγαινε στο σπίτι του, τα έλεγε όλα και κατά γράμμα στην γυναίκα του.
– Ξέρεις τι μου είπε σήμερα για μας ο συνεταίρος μας;
Αυτό και αυτό της έλεγε και της τα αράδιαζε όλα όπως τα άκουγε. Θυμωμένη αυτή, ερχόταν την επομένη στο εργαστήριο και ούτε λίγο ούτε πολύ, αντί να συνετίζεται, μάλωνε άσχημα τον πατέρα μου.
– Εσύ χωριάτη, να κοιτάς την δουλειά σου, του έλεγε και να κάνεις κουμάντο μόνον στο σπίτι σου. Όχι εδώ!
Έκανε πολύ μεγάλη υπομονή ο πατέρας μου μαζί της και όπως άρμοζε σε ψύχραιμο συνεργάτη, την συμβούλευε και αυτήν όπως έκανε και με τον συνεταίρο του, μη θέλοντας να χαλάσει εξαιτίας τους, αυτό που πίστεψε ότι θα ήταν, το οικογενειακό επιχειρηματικό μας μέλλον. Αφού έγινε αυτό το σκηνικό κάμποσες φορές ακόμη, ξέσπασε μια μέρα και της έλεγε όσα θα έπρεπε βεβαίως να της τα πει πρωτίστως ο άντρας της, αν το μπορούσε.
– Το τι κάνετε εσείς στο σπίτι σας, εμένα καθόλου δεν με ενδιαφέρει. Εδώ όμως κουμάντο κάνω εγώ και από σήμερα σου λέω και βάλε το καλά στο μυαλό σου, ότι δεν θα πλησιάσεις ξανά στο ταμείο, ούτε και σε απόσταση ενός μέτρου.
Απευθυνόμενος μετά στον άνδρα της, έλεγε και σ’ αυτόν.
– Πάρε την γυναίκα σου από εδώ και πήγαινε την τώρα κιόλας στο σπίτι. Προσπάθησε να την συνεφέρεις εκεί, πριν είναι πολύ αργά για όλους μας.
Πήρε εκείνος την γυναίκα του όπως το άκουσε και βγαίνοντας έξω από το κατάστημα, έλεγε στον πατέρα μου προκειμένου να τον καλμάρει.
– Μη στεναχωριέσαι, θα το τακτοποιήσω το θέμα. Σου το υπόσχομαι.
Εκείνο που τακτοποίησε όμως, φάνηκε μετά από τρεις μήνες αναμονής, όταν ήρθε μια μέρα και μας ανακοίνωσε, ότι η γυναίκα του ήταν και πάλι έγκυος στο έβδομο παιδί τους.
Μόνον αυτό μπορούσε να κάνει ο φουκαράς, αφού μπροστά στην γυναίκα του, ήταν παράλυτος. Ήταν πολύ ναζιάρα αυτή και όπως ήταν επόμενο, τον έκανε ότι ήθελε και καθόλου δεν την ενδιέφερε, για το πόσα παιδιά θα έκανε. Εκείνο που γι’ αυτήν είχε προτεραιότητα, ήταν το να έχει χρήματα στην διάθεση της και για το πως και πού τα σκορπούσε, δεν ήθελε να δίνει λόγο σε κανέναν, ούτε και στον άντρα της.
Όπως καταλαβαίνεται λοιπόν, πράγματι είχαμε να αντιμετωπίσουμε έναν γερό εφιάλτη, που δεν δίστασε να γίνει και η καταστροφή όλων μας αργότερα, όπως και θα σας το διηγηθώ στα επόμενα.
Μιχάλης Αλταλίκης