Ζώντας υπό την φοβεράν προστασίαν Της

Εσωτερικός μετανάστης από μικρός

 

http://sohosfm.gr/images/photoalbum/album_10/spiti_sohos_thessaloniki_t2.jpg Έφυγαν μια μέρα οι γονείς μου από το χωριό τους, το 1948, πήραν  και εμένα μαζί τους παιδάκι δύο ετών και εγκαταστάθηκαν σε ένα χωριό του νομού Σερρών, που για την εποχή εκείνη ήταν αρκετά απομακρυσμένο από την έδρα τους. Ξενιτεύτηκαν, για να ανοίξουν εκεί ένα μπακάλικο καφενείο, ένα σημείο αναφοράς δηλαδή για τους κατοίκους του χωριού και ένα μαγαζί στο οποίο να μπορούν αυτοί να βρίσκουν ότι δεν είχαν και τούς έλειπε. Αυτά βέβαια που τους έλειπαν τότε, δεν ήταν και σπουδαία πράγματα, τα υποτυπώδη. Ζάχαρη, ρύζι, όσπρια, και τίποτε ζυμαρικά, άντε και κανένα λουκούμι, ή κανένα φοντάν για να κερνούν τους επισκέπτες τους και αυτά πάλι, με τι να τα αγοράσουν, αφού χρήματα δεν υπήρχαν.

   Παραχώρησαν λοιπόν οι κάτοικοι του χωριού στο πατέρα μου, ένα χώρο κάτω από ένα

διώροφο σπίτι στην πλατεία του χωριού, με τον όρο να κάνει εκεί και στο μπροστινό μέρος του χώρου το μπακάλικο καφενείο και να συναλλάσσεται μέσα σε αυτό με τους ανθρώπους σε είδος, αφού όπως είπαμε χρήματα δεν υπήρχαν.

   Δέχτηκε λοιπόν ο πατέρας μου τους όρους που του έβαλαν και ετοίμασε το χώρο. Έβαλε δηλαδή μέσα στο μαγαζί λίγα τραπέζια, μερικές ψάθινες καρέκλες, λίγα όσπρια, ζάχαρη και τέτοια που είπαμε παραπάνω, έβαλε και την γιαγιά μου να μένει στο μπροστινό δωμάτιο, αυτό δηλαδή που επικοινωνούσε μέσα από ένα μικρό παράθυρο με το μπακάλικο, ενώ εμείς  επιλέξαμε να μείνουμε στο πίσω χώρο του σπιτιού, επειδή αυτό είχε  πρόσβαση στην αυλή και στη κουζίνα που ήταν δίπλα μας.

  Άνοιξαν λοιπόν οι γονείς μου το μαγαζί και όπως ήταν αναμενόμενο άρχισαν σιγά σιγά να δέχονται και τους λιγοστούς πελάτες τους. Αυτοί πάλι, έφερναν μαζί τους κανένα αυγό, καμιά κότα, τίποτε δημητριακά που τους περίσσευαν, πράγματα δηλαδή που τότε ήταν ανταλλάξιμα και ανάλογα με την αξία που τότε είχαν αυτά, τα αντάλλαζαν με ίσης αξίας πράγματα που χρειάζονταν και αυτά πάλι εφόσον υπήρχαν διαθέσιμα στο μαγαζί μας. Εκτός απ’ αυτό, άρχισαν να παίζουν κανένα χαρτάκι, έπιναν και κανένα καφέ, κανένα ούζο, είχαν και που να συναντηθούν όλοι μαζί, και κάπως έτσι διαβίωναν αυτοί όπως και εμείς μαζί τους.

   Έκαναν και σχέσεις οι δικοί μου με τους κατοίκους του χωριού και αντάλλασαν επισκέψεις μαζί τους. Πότε ερχόταν αυτοί στο σπίτι μας και πότε πηγαίναμε εμείς στα δικά τους και έτσι έμειναν και σε μένα μερικές ανεξίτηλες μνήμες από αυτές τις επισκέψεις. Σε μια από αυτές και σε ένα σπίτι που πήγαμε επίσκεψη μια μέρα, είδα να έχουν στον τοίχο τους κρεμασμένη μια εικόνα κάποιας Αγίας. Ήταν όρθια στην εικόνα αυτή και την έδειχνε να βαδίζει σε έναν χωματόδρομο, κρατώντας στα χέρια της έναν μεγάλο σταυρό.

   Το περίεργο στην υπόθεση είναι, ότι εγώ ήξερα ότι αυτό που έβλεπα, ήταν μια εικόνα κάποιας Αγίας. Μου έκανε εντύπωση το παρουσιαστικό της και θέλησα να μάθω πια ήταν στην εικόνα, γι’ αυτό και τους ρώτησα.

 – Ποια Αγία είναι στην εικόνα;

   Παραξενεύτηκαν αυτοί για το ενδιαφέρον που έδειξε ο μικρός, γι’ αυτό και με κοίταξαν περίεργα. Μου είπαν όμως το όνομα της Αγίας, αλλά επειδή ενοχλήθηκα από τον τρόπο που με κοιτούσαν αυτοί, δεν το συγκράτησα.

   Μαγνητισμένος από το παρουσιαστικό της Αγίας, ποτέ δεν την έχασα από τα μάτια μου, αν και ποτέ δεν γνώρισα ποια ήταν στην εικόνα. Ήμουν πολύ μικρός τότε και λογικά δεν θα έπρεπε να ξέρω αν ήταν Αγία εκείνη η γυναίκα που έβλεπα και αυτός ήταν ο λόγος που εκείνοι οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν με το ερώτημα μου.

   Από την εκκλησία του χωριού, δεν θυμάμαι παρά μόνον ότι ο προαύλιος χώρος της ήταν πολύ μεγάλος και καθαρός. Ότι είχε μαρμάρινες μεγάλες πλάκες στο έδαφος και ότι εκεί δεν είχε χώματα όπως στο υπόλοιπο χωριό. Από όσα θυμάμαι, δεν πρέπει να πήγα παραπάνω από μια, ή δύο φορές στην εκκλησία και σε αυτές πάλι, με άφησαν οι γονείς μου να παίζω έξω στην αυλή μόνος, δεδομένου ότι δεν θυμάμαι να έπαιζαν σε κείνο το χωριό άλλα παιδιά.

    Περνούσε ο καιρός ήσυχα σε εκείνο το χωριό και εγώ με το μικρό τρίτροχο ποδήλατο που μου πήρε ο πατέρας μου, έφερνα τις βόλτες μου στον χωματόδρομο μπροστά από το μαγαζί και σιγά σιγά έφτασα να γίνω τριών χρονών. Γεννήθηκε και η πρώτη μου αδελφή σε κείνο το διάστημα και πάνω που όλα φαινόταν καλά, άρχισαν οι άνθρωποι να μαλώνουν ξαφνικά και να εχθρεύονται μεταξύ τους τόσο, που όλοι φοβόταν μη δουν και τα χειρότερα. Μπροστά σ’ αυτό το ενδεχόμενο, άρχισαν να ανησυχούν και οι γονείς μου που ήταν ξένοι γι’ αυτούς, γιατί δεν μπορούσαν να απαντήσουν στο ερώτημα, τίνος το μέρος να πάρουν.

 – Μπόρα είναι και θα περάσει, έλεγαν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι.

 – Ας κάνουμε λίγο υπομονή ακόμη και θα δούμε, έλεγε και ο πατέρας μου.

    Δυστυχώς όμως, οι καβγάδες συνεχιζόταν και μέρα με την μέρα αγρίευαν.  Όπως πάντα, η αιτία που προκαλούσε εκείνους τους καυγάδες ήταν η ίδια, τα πολιτικά και η σκληρή στάση του ενός απέναντι στον άλλον. Εμφύλιος, τι καλό να περιμένει κανείς από αυτόν.

 – Ή μαζί μας φίλος σου λένε, ή εναντίον μας εχθρός.

    Άντε τώρα να αποφασίσεις εσύ, με ποιόν να γίνεις φίλος και με ποιόν εχθρός και αφού σε κάθε περίπτωση μέση οδό δεν δεχόταν κανείς από αυτούς, ό,τι και αν αποφάσιζες, είχες σίγουρα τον εχθρό έτοιμο να σε περιμένει στην γωνία.

   Μπροστά στον κίνδυνο να γνωρίσουν το θυμό του εχθρού, που δεν τον διάλεξαν για φίλο, μάζεψαν τα πράγματα τους οι γονείς μου και ένα πρωί μέσα σε μια ψαροπούλα, φορτηγό κείνης της εποχής κάποιου γνωστού ανθρώπου που πουλούσε ψάρια, επέστρεψαν πάλι στην γενέτειρα τους, στο Σοχό δηλαδή, διωγμένοι από τις καταστάσεις και παλιννοστούντες, ευρισκόμενοι και πάλι στο δύσκολο σημείο της βιοποριστικής τους αναζήτησης.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *