Αφού δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά λοιπόν, ήθελα δεν ήθελα, έμεινα στον μικρό συνοριακό σταθμό της Γευγελή και για να περάσουν με ενδιαφέρον κάπως οι πολλές ώρες που έπρεπε να περιμένω εκεί, μέχρι να έρθει η επιβατική αμαξοστοιχία των πέντε και τριάντα, σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα στον χώρο του σταθμού, έτσι για να δω πως είναι και πως περνούν οι άνθρωποι που εργάζονται στις συνοριακές υπηρεσίες.
Έτσι περιφερόμενος όμως, πέρασα χωρείς να το υπολογίζω στην απέναντι πλευρά, αυτήν που τότε ανήκε στην παλιά Γιουγκοσλαβία, με αποτέλεσμα να δέχομαι τις παρατηρήσεις, τόσο των Γιουγκοσλάβικων υπηρεσιακών οργάνων, όσο και των δικών μας βεβαίως, αλλά και του σταθμάρχη πρωτοστατούντος.
Επέστρεψα βέβαια, αλλά και δεν ήξερα πού να πάω και πώς να περάσω τόσες πολλές ώρες, χωρίς να κάνω κάτι. Και τι μπορούσα να κάνω, αφού η αμαξοστοιχία αργούσε τόσο πολύ;
Πέρασε λοιπόν μια ώρα από τότε που έφτασα σ’ εκείνον τον σταθμό κι εγώ άρχισα πια να στεναχωριέμαι. Κάτι έπρεπε να βρω, ώστε να φύγω σύντομα, αλλά και λύση στο πρόβλημα μου δεν έβρισκα.
Και όλη την μέρα καφέδες να πίνω εδώ, έλεγα στον εαυτό μου, δεν πρόκειται να περάσουν ήρεμα οι ώρες μου μέχρι τις πέντε το απόγευμα, γι’ αυτό κι άρχισα πάλι να περιφέρομαι ανάμεσα τις διάφορες υπηρεσίες, αλλά και στον χώρο των γραμμών του μικρού Σταθμού.
Εκεί περιφερόμενος λοιπόν, είδα να βρίσκεται παράμερα σταματημένη μια ολόκληρη και ειδική αμαξοστοιχία μεταφοράς ζώντων ζώων κι από απλό ενδιαφέρον γι’ αυτήν, ρώτησα τον σταθμάρχη να μου πει, ποιας εταιρείας μεταφορών ήταν ο συρμός των βαγονιών που έβλεπα.
Απαντώντας αυτός στο ερώτημα μου, ευχαρίστως μου έδωσε τις πληροφορίες που του ζήτησα, αν και μου έκανε εντόπιση η προθυμία που έδειξε.
– Βάση των φορτωτικών τους εγγράφων, στην δική σας εταιρεία ανήκει αυτή η μεταφορά κι από όσα εγώ μπορώ να ξέρω, αυτή μας έδωσε και την εντολή να ξεκουράσουμε για λίγες ώρες εδώ τα κουρασμένα ζώα από το μακρύ ταξίδι τους, δεδομένου ότι αυτά ερχόταν από την Ρουμανία σιδηροδρομικώς.
Αυτήν την στιγμή τα ζώα σας βρίσκονται έξω από τα βαγόνια τους και βολτάρουν στην αλάνα που υπάρχει πίσω από τις γραμμές. Μετά από λίγο όμως θα τα μαζέψουμε και πάλι θα τα βάλουμε σ’ αυτά όπως είμαστε υποχρεωμένοι, οπότε και θα τα δρομολογήσουμε για τον σταθμό της Θεσσαλονίκης.
Άκουσα τις πληροφορίες που μου έδωσε ο κατά τα άλλα περίεργος ο σταθμάρχης και τότε μόνον δικαιολόγησα την προθυμία του, αφού εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκε να μου τις δώσει, γνωρίζοντας την ιδιότητα μου.
Αφού έτσι είχε το πράγμα λοιπόν κι αφού της δικής μας εταιρείας ήταν η ευθύνη μεταφοράς των ζώων, σκέφτηκα να ρίξω κι εγώ μια ματιά σ’ αυτά. Αυτό πάλι; Από μακριά θέλησα να το κάνω και με μοναδικό σκοπό μάλιστα, το να διοχετεύσω κάπως και κάπου το δικό μου γενικό ενδιαφέρον, για να μην σπαταλώ άσκοπα την ώρα μου.
Βγήκα λοιπόν από τα γραφεία του σταθμού και βαδίζοντας προς τα βαγόνια, είδα ότι πράγματι ήταν άδεια αυτά, αλλά και τα ζώα είδα να βρίσκονται συγκεντρωμένα στην αλάνα όπως είπε ο σταθμάρχης.
Από όσα έβλεπα εκεί, ένα ολόκληρο κοπάδι ήταν τα βοοειδή κι όπως από πείρας μπορούσα να τα υπολογίζω αυτά, τα ζώα ξεπερνούσαν σε αριθμό τα διακόσια κεφάλια.
Τα περισσότερα εξ αυτών, έπιναν νερό από τις ποτίστρες εκείνη την ώρα, από αυτές δηλαδή που υπήρχαν στην μέση της αλάνας γι’ αυτόν τον σκοπό, με την μόνη διαφορά, ότι δεν υπήρχε κανείς δίπλα τους, ώστε να ελέγχει την ποσότητα νερού που έπρεπε να πιούν, αφού τα βόδια ως γνωστόν, δεν είναι σε θέση να ελέγξουν την συγκεκριμένη ανάγκη.
Εκείνο που επίσης παρατήρησα αλλά και μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν ότι γύρω, γύρω από εκείνο το κοπάδι υπήρχαν και μάλιστα αρκετοί άνθρωποι και αυτοί μάλλον πρόσεχαν μόνον μην τους φύγουν τα ζώα κι αν τους έφευγαν; Που θα τα έβρισκαν μετά;
Σωστά ενεργούσαν γι’ αυτό το θέμα, αλλά για το νερό που έπρεπε να πιούν αυτά τίποτε δεν έκαναν, αλλά και επικίνδυνο ήταν το να τα αφήνουν εκεί ανεξέλεγκτα και να πίνουν μόνα τους, όσο νερό ήθελαν.
Από την συμπεριφορά τους λοιπόν, εύκολο ήταν για μένα να καταλάβω, ότι κανείς από αυτούς δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει κι αυτός ήταν ο λόγος που σκέφτηκα να τους πλησιάσω, έχοντας ως στόχο το να προστατέψω τα ζώα μάλλον, από την δική τους άγνοια, αλλά και υποχρεωμένος πλέον ήμουν να το κάνω, αφού τα ζώα στην δικαιοδοσία της δικής μας εταιρείας ήταν.
Κατευθυνόμενος προς αυτούς όμως, θυμήθηκα αυτό που πριν από λίγο καιρό ζήτησε ένας Σαουδάραβας από τα γραφεία μας. Να αναλάβουμε εμείς δηλαδή τις μεταφορές των ζώντων ζώων του.
Μέχρι και τότε, η εταιρία μας δεν διέθετε καμιά πείρα γύρω από αυτού του είδους τις μεταφορές κι επειδή το θεώρησε πρόκληση αυτό το αίτημα η γενική μας διεύθυνση, ανέθεσε σ΄ εμένα να κάνω την σχετική με αυτήν την μεταφορά έρευνα.
Μου ζήτησαν δηλαδή, να επισκεφτώ το αρμόδιο τμήμα των στάβλων, που τότε έδρευε στους χώρους του λιμένος και να πάρω από εκεί το κοστολόγιο τους, αυτό δηλαδή που αφορούσε την ημερήσια δαπάνη παραμονής και συντήρησης ζώντων ζώων.
Όταν θα είχαν στα χέρια τους αυτόν τον κοστολόγο, τότε θα μπορούσαν εύκολα και αυτοί να ετοιμάσουν την γενική προσφορά μας προς τον άμεσα ενδιαφερόμενο Σαουδάραβα να γίνει πελάτης μας.
Πήγα λοιπόν στους στάβλους κι όπως ήταν απαραίτητο αυτό, έψαχνα να βρω τον προϊστάμενο τους, αλλά πουθενά δεν τον έβρισκα. Υποθέτοντας ότι κάπου εκεί γύρω θα ήταν απασχολημένος, έμπαινα προς αναζήτηση του, σε όποια πόρτα από τους στάβλους έβλεπα μπροστά μου.
Και αυτόν να μην βρω έλεγα στον εαυτό μου, κάποιον άλλον από αυτούς που εργάζονται εδώ θα συναντήσω. Άλλωστε, ούτε και ποιος ήταν ο προϊστάμενος τους ήξερα, αφού ποτέ μου δεν είχα πάει στον χώρο τους, αλλά και λόγο δεν είχα να κάνω κάτι τέτοιο, αν και οι συγκεκριμένοι στάβλοι βρισκόταν πολύ κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό.
Αναζητώντας αυτόν λοιπόν, ή οποιονδήποτε άλλον στους χώρους τους, είδα κάποια στιγμή έναν άνθρωπο να κρατά μια σκούπα στα χέρια του και να καθαρίζει με αυτήν το δάπεδο του στάβλου που βρισκόταν.
Αφού τον χαιρέτισα πρώτα, ζήτησα μετά να μάθω από αυτόν και το που θα μπορούσα να βρω τον προϊστάμενο του, αφού όπως και του το έλεγα αυτό, δεν τον βρήκα στο γραφείο που υπήρχε η πινακίδα με την επιγραφή προϊστάμενος.
Θα επιστρέψει σε δέκα λεπτά μου είπε αυτός και μου πρότεινε αν δεν με πείραζε, να επιστρέψουμε στο γραφείο του και εκεί να τον περιμένουμε μαζί. Μέχρι να έρθει όμως αυτός, προθυμοποιήθηκε να μου κάνει καφέ ο εν λόγω εργάτης, την προσφορά του οποίου δέχτηκα βέβαια, γιατί από κάπου μου φάνηκε γνωστός αυτός, αλλά και δεν μπορούσα να θυμηθώ, ούτε το από πού, αλλά ούτε και το πότε.
Έως ότου επιστρέψει ο προϊστάμενος του, θα τον εντοπίσω σκέφτηκα, γι’ αυτό και πίνοντας τον καφέ μου, όλο και τον κοιτούσα προσεκτικά, αλλά και λαμόγιο μου θύμιζε. Τον θυμήθηκα όμως. Κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό για μένα, δεν του την χάρισα. Του ανέφερα αμέσως και το που και το πότε τον γνώρισα, έστω κι αν ήταν νύχτα τότε.
– Σε θυμήθηκα του είπα. Εσύ, μαζί με μια παρέα οκτώ ανθρώπων και πριν από τρία χρόνια ένα βράδυ, με σταματήσατε στην γειτονιά μου και μου ζητούσατε την ταυτότητα μου, αυτήν που δεν είχα τότε μαζί μου.
Εσύ δε, είπες στους υπόλοιπους της παρέας σου, ότι ήξερες τον πατέρα μου και έτσι με την δική σου μαρτυρία, γλίτωσα εγώ από ανεπιθύμητες εξελίξεις.
Έως ότου επιστρέψει ο προϊστάμενος σου λοιπόν, θέλω να μου πεις ποιος είσαι; Όπως και τι δουλειά είχες εσύ να ψάχνεις μαζί με τους άλλους, αν είχα εγώ ταυτότητα ή όχι;
Κι αφού είσαι εργάτης εδώ και μάλιστα στους στάβλους, βεβαίως και δεν είσαι αστυνομικός. Λέγε λοιπόν.
Θορυβήθηκε αυτός, αλλά και προσπάθησε να το αρνηθεί. Σαν είδε όμως ότι δεν υπήρχε περίπτωση να υποχωρήσω από τα ερωτήματα που του έθετα, αναγκάστηκε στο τέλος να το παραδεχθεί και αυτά μου έλεγε χαμηλόφωνα, σαν να μην ήθελε να μας ακούσουν άλλοι, αν και μόνοι μας ήμασταν εκεί.
– Ανήκω σε μια ομάδα ανθρώπων, που σκοπό έχουν να προστατεύσουν την πατρίδα μας από ανατρεπτικά στοιχεία κι αυτός είναι ο λόγος που γυρίζουμε την νύχτα στους δρόμους.
Καλά θα κάνεις όμως να ξεχάσεις τόσο εμένα, όσο κι αυτά που σου είπα, γιατί όπως και πρέπει να σε προειδοποιήσω, όσα ξέρεις για μας, μάλλον δεν θα είναι εις όφελος σου.
Αυτά είπε ο εργάτης των στάβλων και σταμάτησε, γιατί ήρθε εν τω μεταξύ ο προϊστάμενος του κι έτσι δεν πρόλαβα να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν, αλλά και για τις δραστηριότητες της ομάδας τους.
Αφού επέστρεψε όμως αυτός, ευχαρίστως μου έδωσε τις πληροφορίες που του ζήτησα, οπότε και έφυγα από τους στάβλους, για να μεταφέρω το αποτέλεσμα των ερευνών μου στα γραφεία μας.
Όταν οι διευθυντές μας πήραν τις πληροφορίες μου στα χέρια τους, έδωσαν στην συνέχεια την προσφορά που τους ζήτησε ο Σαουδάραβας κι αφού συμφώνησε αυτός μαζί τους, έμαθα λίγο αργότερα ότι μας έδωσε τελικά την εντολή να ενδιαφερθούμε για τις μεταφορές των ζώντων ζώων του, όταν βέβαια θα ήταν αυτός έτοιμος.
Την διεκπεραίωση αυτής της δουλειάς όμως, την ανέθεσαν οι διευθυντές μας σε έναν άλλο από τους συναδέλφους μου, λόγω του ότι εγώ ήμουν υπερφορτωμένος τότε. Κι αφού εγώ δεν είχα πλέον κανένα λόγο να ενδιαφερθώ περισσότερο γι’ αυτήν την δουλειά, δεν ήξερα όπως είναι κατανοητό αυτό και το αν άρχισαν να την διεκπεραιώνουν ή όχι ακόμη.
Τα ζώα λοιπόν που έβλεπα να πίνουν ανεξέλεγκτα νερό στον σταθμό της Γευγελής εκείνο το πρωινό και συμπτωματικά τα παρακολουθούσα, ήταν αυτά που για πρώτη φορά μας εμπιστεύτηκε ο Σαουδάραβας, όπως την επομένη μου το βεβαίωσαν αυτό από τα γραφεία μας.
Αφού βρέθηκα όμως εγώ εκεί και είδα αυτά που σας ανέφερα, ήμουν υποχρεωμένος πλέον να ενδιαφερθώ για την υγεία των ζώων, γι’ αυτό και πλησίασα εκείνους τους υποτυπώδεις φύλακες, από τους οποίους και ζητούσα να μου πουν απευθυνόμενος προς όλους, ποιος ανάμεσα τους ήταν ο άμεσα υπεύθυνος.
– Ποιος από σας είναι υπεύθυνος εδώ ρε παιδιά;
Άκουσαν την ερώτηση μου αυτοί, αλλά κανένας τους δεν απάντησε, γιατί κανείς τους δεν ήξερε ότι κι εκεί όπως παντού, έπρεπε να υπάρχει ένας υπεύθυνος, για να εξασφαλίζετε το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Για να είναι κανείς υπεύθυνος όμως, θα πρέπει να ξέρει τι χρειάζεται να κάνει σε κάθε περίπτωση. Αν πάλι και δεν ξέρει τι να κάνει, δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος για τίποτε, όσο και αν τον ονόμασαν, ή ονομάστηκε από μόνος του έτσι.
Ένας από αυτούς όμως με κοιτούσε περίεργα, γι’ αυτό και μου έλεγε με θάρρος θα έλεγα μετά από μια μικρή σιωπή.
– Σ’ μένα ανέθεσε η εταιρία μεταφορών να φροντίσω, ώστε αυτά τα ζώα να ξεκουραστούν εδώ για λίγο, να τα ποτίσω και μετά να τα φορτώσω πάλι στα βαγόνια για να πάνε στην Θεσσαλονίκη. Εσύ όμως ποιος είσαι και γιατί κάνεις ερωτήσεις;
Μου άρεσε που κάποιος απάντησε, αλλά κα δεν μπορούσα να τον αφήσω αναπάντητο.
– Εγώ είμαι εργαζόμενος για τα συμφέροντα της εταιρία που σου ανέθεσε αυτήν την επίβλεψη. Απ’ ότι φαίνεται όμως ούτε εσύ ξέρεις, αλλά ούτε και κανείς από την εταιρεία μας ήξερε να σου πει το αυτονόητο.
Ότι όταν τα βόδια πίνουν νερό, τα σφυρίζουν επίτηδες, για να πιούν αρκετό απ’ αυτό. Μαζί με αυτό, έπρεπε να σου πουν και το πόσο νερό πρέπει να επιτρέψεις στα ζώα να πιούν, ώστε να σταματήσεις εγκαίρως εσύ τον ποτισμό τους και πριν σκάσουν αυτά πίνοντας ανεξέλεγκτα, γιατί από μόνα τους θα πρέπει να το θυμάσαι αυτό, δεν γνωρίζουν πότε να σταματήσουν.
Επειδή μάλλον και δεν είσαι τώρα σε θέση να ξέρεις πόσο νερό ήπιαν μέχρι στιγμής, θα ήταν καλύτερα για τα ζώα, το να τα απομακρύνεις το συντομότερο από τις ποτίστρες κι αφού τα αφήσεις για λίγο ακόμη να ανασάνουν ελεύθερα στην αλάνα, αμέσως μετά να τα βάλεις στα βαγόνια, ώστε να φτάσουν στον προορισμό τους όντως ζωντανά.
Να ανοίξεις δε και όλα τα παράθυρα των βαγονιών, γιατί όπως κι εσύ το βλέπεις αυτό, κάνει πολύ ζέστη σήμερα. Αν παραμείνουν κλειστά αυτά, δεν θα αντέξουν τα ζώα που έχουν γεμάτες τις κοιλιές τους από το πολύ νερό και από ζώντα ζώα, θα καταλήξουν στον προορισμό τους ψόφια ζώα.
Αν δεν κάνεις έτσι ακριβώς κι όπως άκουσες, μάλλον θα τα ψοφήσει η δική σου αδιαφορία, πολύ πριν φτάσουν αυτά στα σφαγεία.
Αυτά του είπα για τα ζώα και καλά έκανα, αφού δική μας ήταν η ευθύνη της μεταφορά τους κι αφού τους είδα να ενεργοποιούνται, έφυγα από κοντά τους, ελπίζοντας να ανταποκριθούν πλήρως για όσα άκουσαν.
Από όσα διαπίστωσα λοιπόν μετά από λίγο, συμμορφώθηκε δεόντως εκείνος ο ανίδεος υπεύθυνος κι αφού έκανε όσα έπρεπε, ανέβασε τελικά τα ζώα στα βαγόνια, όπου και περίμεναν υπομονετικά αυτά την αναχώρησή τους.
Για να βεβαιωθώ δε εγώ, ότι δεν θα καθυστερούσε πολύ η αναχώρηση τους, πάλι πήγα μέχρι στον σταθμό, προκειμένου να ζητήσω από τον σταθμάρχη την άμεση με αυτό το θέμα μέριμνα του.
Με αυτήν την ευκαιρία όμως, του ζήτησα και την άδεια να ταξιδέψω κι εγώ μαζί τους μέχρι την Θεσσαλονίκη, για να μην περιμένω μέχρι το απόγευμα και στις πεντέμισι όπως μου είπε, την επιβατική αμαξοστοιχία.
Για τυπικούς λόγους όμως, μου το αρνήθηκε αυτός. Δεν μου το επέτρεπε.
– Δεν σου το επιτρέπω έλεγε. Απαγορεύεται, να ταξιδεύει ένας επιβάτης με την αμαξοστοιχία των ζώων.
Να περιμένεις αυτήν που έρχεται από το εξωτερικό στις πέντε και τριάντα και με αυτήν να επιστρέψεις, ως κανονικός επιβάτης.
Μπορεί να είχε και δίκαιο ο άνθρωπος για όσα επέμενε να λέει, αλλά εμένα πολύ με πείραζε εκείνη την στιγμή η εμμονή που έδειχνε προς τα τυπικά, επειδή δεν ήθελα να περιμένω στην Γευγελή μέχρι το απόγευμα.
Κι αφού υπήρχε τρόπος να διευκολυνθώ και κανέναν δεν θα ενοχλούσα κατά την επιθυμία μου, αν έκανα για μισή ώρα παρέα στον μηχανοδηγό έστω, μένοντας κοντά του μέχρι την Θεσσαλονίκη, του έλεγα τα υπόλοιπα πολύ ενοχλημένος μαζί του.
– Είναι δέκα το πρωί και μου λες ότι είναι καλύτερα να περιμένω έως τις πέντε και τριάντα το απόγευμα, την στιγμή που ξέρεις ότι κι εγώ είμαι κάπως εργαζόμενος για τα συμφέροντα της δικής σου υπηρεσίας;
Ο σταθμάρχης όμως επέμενε να λέει τα δικά του.
– Αφού δεν επιτρέπεται αυτό; Τι μπορείς να κάνεις;
Βλέποντας την εμμονή του, προσπάθησα να του δώσω άλλη λύση.
– Αν μπω στην καμπίνα του μηχανοδηγού, είπες ότι απαγορεύεται. Αν μπω σε ένα από τα φρένα; Αυτό θα μου το επιτρέψεις;
– Όχι επέμενε να λέει αυτός κατηγορηματικά. Βάση του κανονισμού. Κανείς δεν επιτρέπεται να ταξιδεύει με εμπορικό τρένο.
Καθόλου δεν μου άρεσε η απάντηση του, γι’ αυτό και επιθετικά ήταν όσα του έλεγα εκ των υστέρων.
– Αν εγώ τώρα αποφασίσω να φύγω. Τι θα κάνεις εσύ; Θα με στήσεις στην γωνιά κα θα με πυροβολήσεις; Ή μήπως θα με κρεμάσεις; Άφησε με άνθρωπε μου να φύγω ως να μη με είδες, γιατί έχω δουλειά και πρέπει να βρίσκομαι στην Θεσσαλονίκη όσο γίνεται νωρίτερα. Κι από τώρα σου το λέω αυτό, ότι εγώ θα φύγω, όσο και αν εσύ επιμένεις να μου το αρνείσαι.
– Δεν φεύγεις με την εμπορική αμαξοστοιχία επέμενε να λέει αυτός, όσο κι αν το θέλεις. Και να ξέρεις πρόσθεσε, ότι όπου κι αν κρυφτείς, εγώ θα σε βρω και θα σε κατεβάσω.
Άρχισα να βλέπω το θέμα σαν κόντρα πλέον, γι’ αυτό και του την μπήκα με πλεονέκτημα θα έλεγα, γνωρίζοντας τις δικές μου δυνατότητες, αυτές που αυτός, ούτε και να τις φανταστεί δεν θα μπορούσε.
– Μου θύμισες το κρυφτό που παίζαμε μικροί του είπα και μου αρέσει η κόντρα σου. Σου το λέω και πάλι όμως. Εγώ θα φύγω. Και δεν θα μπορείς εσύ να με βρεις, όσο κι αν το προσπαθήσεις.
Μετά από αυτήν την κόντρα ρελάνς στιχομυθία μας, κάθισα εγώ στην άκρη και περίμενα να δω, το πως θα μπορέσει να με σταματήσει αυτός, όταν θα δει να λείπω από τον σταθμό.
Και δεν πήγα μακριά του, γιατί καθόμουν σε μια ψάθινη καρέκλα που μου έβγαλε αυτός έξω από τον σταθμό του, ελπίζοντας να ελέγχει από εκεί και ανά πάσα στιγμή τις κινήσεις μου, πράγμα βέβαια που επίτηδες εγώ φρόντισα να του το επιτρέπω.
Όταν όμως ήρθε επιτέλους η στιγμή να αναχωρήσει εκείνη η εμπορική αμαξοστοιχία και όλα τα βαγόνια πήραν θέση στην γραμμή που υπήρχε μπροστά από το γραφείο του, στάθηκε ο σταθμάρχης στην άκρη της ράμπας, αυτής που είναι παράλληλα με τις γραμμές δηλαδή, για να δώσει από εκεί το σήμα στον μηχανοδηγό, ώστε να δρομολογήσει κι αυτός την αναχώρηση του.
Κρατώντας λοιπόν στα χέρια του την ειδική γι’ αυτόν τον σκοπό σημαιούλα, κοίταξε πρώτα προς το μέρος μου κι αφού βεβαιώθηκε ότι εγώ καθόμουν αναπαυτικά ακόμη στην καρέκλα μου, την σήκωσε ψηλά, δίνοντας έτσι το σήμα στον μηχανοδηγό για τα υπόλοιπα, σίγουρος πια, ότι εγώ δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτε, αφού η αμαξοστοιχία ξεκίνησε.
Καθισμένος εγώ στην καρέκλα μου έδειχνα τον αδιάφορο, αλλά και μελετούσα παράλληλα, το πώς θα μπορούσα να δραπετεύω μπροστά από τα μάτια του και έτσι μάλιστα, που να είναι δύσκολο γι’ αυτόν να το πιστέψει.
Αυτήν μελετώντας λοιπόν, έλεγα στον εαυτό μου, ότι όλο κι όλο, τρία μέτρα μακριά από τα βαγόνια του συρμού βρίσκομαι καθισμένος. Μια απόσταση δηλαδή, που πολύ εύκολα μπορώ να μηδενίσω γρήγορα. Τα υπόλοιπα; Είναι καθημερινό παιχνίδι για μένα και θα τα επιχειρήσω όταν αυτός θα κοιτάει προς το μέρος του μηχανοδηγού.
Όπως το υπολόγιζα ενήργησε ο σταθμάρχης, γι’ αυτό και πετάχτηκα την δεδομένη στιγμή από την καρέκλα κι όπως ήμουν εκπαιδευμένος να το κάνω αυτό, έτρεξα μέχρι τις γραμμές και πατώντας πάνω στα ταμπούρα των εν κινήσει βαγονιών, βρέθηκα σε μηδέν χρόνο από την άλλη πλευρά του συρμού, περνώντας ανάμεσα από τα συνδεδεμένα μεταξύ τους βαγόνια.
Αυτό που έκανα; Ούτε να το δει πρόλαβε αυτός, αλλά ούτε και να το υποψιαστεί μπορούσε. Αφού βρέθηκα όμως εγώ εκεί που δεν μπορούσε αυτός να με δει, πιάστηκα στην συνέχεια από την χειρολαβή της πόρτας του βαγονιού που με ακολουθούσε και με ένα πήδημα βρέθηκα μέσα σ’ αυτό παρέα με τα μοσχάρια.
Χαμπάρι δεν πήρε ο άνθρωπος για το τι έγινε εκεί, αλλά ούτε και να το φανταστεί μπορούσε, ότι ήταν δυνατόν να κάνει κανείς αυτό που έκανα εγώ και μάλιστα, τόσο γρήγορα.
Για μένα βέβαια, όντως και ήταν καθημερινό παιχνίδι αυτό, πράγμα που και στα προηγούμενα σας το ανέφερα και αρκετά εκπαιδευμένος ήμουν ώστε να το επαναλαμβάνω οπουδήποτε θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμο.
Αυτό λοιπόν ήταν το μυστικό πλεονέκτημα που διέθετα εγώ, απέναντι στην στατική τυπικότητα του σταθμάρχη, τις αντιδράσεις του οποίου όντως και παρακολουθούσα ενώ απομακρυνόμουν από τον σταθμό του.
Τις έβλεπα από την ανοικτή πόρτα του βαγονιού, γι’ αυτό τον είδα να με ψάχνει δεξιά και αριστερά του, απορώντας για το πώς έγινε και χάθηκα έτσι ξαφνικά από τα μάτια του.
Όλα μπορούσε να τα σκεφτεί αυτός, εκτός από το ότι έφυγα, γι’ αυτό και μπήκε στα γραφεία του σταθμού να με αναζητήσει. Βγήκε αμέσως από εκεί και μη μπορώντας να δικαιολογήσει την απουσία μου, τον είδα να πηγαίνει τρέχοντας σχεδόν προς το καφενείο, πιθανολογώντας μάλλον ότι θα πήγα να πιώ καφέ.
Εγώ όμως δεν ήμουν εκεί. Έφυγα με την αμαξοστοιχία των ζώντων ζώων όπως του το είχα υποσχεθεί και όταν πλέον βρέθηκα μακριά από τον σταθμό του, δεν μπορούσα να δω ούτε τον σταθμάρχη, αλλά ούτε και τις περεταίρω αντιδράσεις του.
Μπήκα λοιπόν εγώ ως λαθρεπιβάτης στο βαγόνι με τα μοσχάρια, αλλά και πολύ δύσκολο για μένα ήταν, το να αναπνεύσω όπως καταλαβαίνεται εκεί μέσα, λόγο της υπερβολικής κακοσμίας.
Βεβαίως και ήταν ανοιχτές οι δύο πόρτες του βαγονιού, όπως και τα οκτώ παράθυρα του άλλωστε, αλλά και η δυσοσμία παρέμενε εγκλωβισμένη θαρρείς εκεί και όντως ήταν έντονη.
Αυτήν σκεπτόμενος, δικαιολογούσα τον λόγο που έβγαζαν τις κανονικές πόρτες από αυτά τα βαγόνια και καλώς έκαναν και έβαζαν στην θέση τους άλλες και πιο κοντές σε ύψος από την εσωτερική τους πλευρά, για τον λόγο ότι και τα ζώα πρέπει να αναπνέουν καθαρό αέρα.
Και δεν το έκαναν αυτό μόνον γι’ αυτόν τον λόγο, αλλά και για να εμποδίσουν την διάθεση που έχουν αυτά να πηδούν έξω και από τα κινούμενα βαγόνια ακόμη, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που διατρέχουν.
Λόγο της κακοσμίας προφανώς επιχειρούν να κάνουν κάτι τέτοιο, πράγμα που κι εγώ το σκεπτόμουν εκείνη την στιγμή, αλλά και πού να πήγαινα; Για να μπορέσω να ικανοποιήσω αυτήν την ανάγκη όμως, αναγκάστηκα να σταθώ όρθιος μπροστά στην δεξιά πόρτα του βαγονιού και από εκεί αναπνέοντας έβλεπα έξω από το βαγόνι αλλά και μέσα σ’ αυτό.
Παρατηρούσα και τις διαθέσεις των ζώων δηλαδή και πώς να μην τις παρατηρούσα άλλωστε, αφού αυτά έχουν κέρατα και με αυτά προτεταμένα, πολύ ζημιά μπορούν να προκαλέσουν αν τους δοθεί η ευκαιρία.
Τα δένουν πολύ καλά βέβαια από τις ειδικές υποδοχές που έχουν γι’ αυτόν τον λόγο τα βαγόνια και τα δένουν έτσι μάλιστα, που να μην μπορούν να λυθούν από μόνα τους, γιατί αν για κάποιο λόγο το καταφέρουν, τότε πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να σκοτώσουν όποιον παρείσακτο σαν κι εμένα βρουν μπροστά τους, αλλά και μεταξύ τους κινδυνεύουν να πάθουν κάτι τέτοιο, πολύ πριν ακόμη φτάσουν στα σφαγεία για τους ίδιους λόγους.
Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό όμως, αλλά ένα από αυτά τα ζώα λύθηκε κάποια στιγμή όπως το πρόσεξα από μακριά και αυτό ήταν αρκετά μεγαλόσωμο. Από τον όγκο του, υπολόγιζα ότι θα πλησίαζε τον ένα τόνο σε βάρος και αυτό; Πολύ επικίνδυνο μου φάνηκε και σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να το δω περιφερόμενο στο βαγόνι με προτεταμένα τα κέρατα του.
Θέλοντας να προστατεύσω τον εαυτό μου, από το ενδεχόμενο να βρεθώ αντιμέτωπος μ’ εκείνο το θηρίο, παρακολουθούσα συνεχώς τις κινήσεις του, ώστε να κάνω κι εγώ κάτι πριν αυτό με πλησιάσει.
Παρατηρώντας το προσεκτικά λοιπόν, είδα ότι το σχοινί που πριν λίγο το κρατούσε δεμένο στην θέση του, δεν ήταν λυμένο, αλλά κομμένο. Αυτό βέβαια δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να το απασχολεί, γιατί μόλις διαπίστωσε την ελευθερία που απέκτησε, άρχισε να περιφέρεται μέσα στο βαγόνι, διανύοντας το από την μια άκρη έως την άλλη.
Έτσι περιφερόμενο όμως, δεν ενοχλούσε μόνον τα υπόλοιπα ζώα, αλλά κι εμένα βεβαίως, που αναγκαζόμουν να ανεβαίνω πάνω στην πόρτα κάθε φορά που με πλησίαζε, από φόβο μη το ερεθίσω εγώ με την παρουσία μου και έμενα εκεί πάνω ακίνητος, έως ότου περάσει από δίπλα μου.
Μερικές φορές μάλιστα τόλμησα να το διώξω, πιστεύοντας ότι θα πάει πίσω και θα μείνει εκεί στην πρότερη του θέση, αλλά τίποτε. Αυτό έκανε ανενόχλητο ότι ήθελε. Από ότι παρατήρησα όμως, το ενοχλούσε εκείνο το σχοινί που κρεμόταν μεν από τα κέρατα του, αλλά και σαν εκκρεμές κουνιόταν μπροστά από τα μάτια του, ακολουθώντας το ρυθμό του βηματισμού του.
Έχοντας μια τέτοια ενόχληση όμως, μια στο ένα και μια στο άλλο μάτι του, ήταν επόμενο ότι θα έχει και την ανάλογη νευρικότητα και αυτή ήταν που το ανάγκαζε στο τέλος να ενοχλεί πολύ περισσότερο τα υπόλοιπα ζώα.
Σπρωγμένα αυτά από τον μεγαλόσωμο συνταξιδιώτη τους, έπεφταν κάτω κι ενώ προσπαθούσαν μετά να σηκωθούν, περνούσε εκείνος ο ελεύθερος αδιάφορος από πάνω τους και τα πατούσε όπου κι όπως το βόλευε.
Σκέφτηκα να το πλησιάσω και τραβώντας το σχοινί από τα κέρατα του να το ελευθερώσω από το πρόβλημα του, ή να το δέσω πάλι από τον κρίκο του, αλλά φοβήθηκα να το κάνω, μη βρεθώ κι εγώ κάτω να με πατάει αδιάφορο.
Βάση της τακτικής που επιβάλλεται για τέτοιες μεταφορές, στο πάτωμα του βαγονιού ρίχνονται εσκεμμένα πολλά άχυρα, για να συγκρατούνται με αυτά τα απόβλητα των αναγκών τους, όταν τα ζώα αφοδεύουν κατά την διάρκεια της διαδρομής τους.
Από μια πρόχειρη ματιά που έριξα στο πάτωμα, είδα ότι τα άχυρα που έριξαν εκεί μέσα από την πρώτη στιγμή της αναχώρησης τους ήταν όντως πολλά, αλλά δεν ήταν δυνατόν να συγκρατήσουν όλες τις ανάγκες τους επαρκώς.
Αυτός ήταν ένας επιπλέον λόγος που ανάγκαζε τα ζώα να γλιστρούν πάνω σ’ αυτά κι όταν έπεφταν; Ήταν πολύ δύσκολο μετά να σηκωθούν και όπως έβλεπα, έπεφταν συνεχώς και με την παραμικρή ενόχληση που τους έκανε εκείνος ο άτακτος συνεπιβάτης τους.
Τα μεγαλόσωμα ζώα, κινδυνεύουν περισσότερο στην περίπτωση που πέσουν κάτω γλιστρώντας στο υγρό πάτωμα, γι’ αυτό και δένουν επίτηδες τα πίσω πόδια τους με σχοινιά όταν τα φόρτωναν στα βαγόνια.
Δένουν βέβαια τα πόδια τους, αλλά τα δένουν έτσι που να μπορούν μεν να περπατούν, αλλά και να προστατεύονται βεβαίως από το ενδεχόμενο να βρεθούν στο πάτωμα κάνοντας ΄΄σπαγκάτο΄΄, πράγμα που θα έχει σαν αποτέλεσμα, το να βρεθούν σχισμένα από πίσω μέχρι και την μέση τους, όπως αρκετές φορές το έχω δει.
Εκείνος λοιπόν ο άτακτος και μεγαλόσωμος ταύρος που γυρόφερνε μέσα στο βαγόνι, για κάποιο λόγο δεν είχε δεμένα τα πίσω πόδια του, γι’ αυτό και κινδύνευε από σοβαρό ατύχημα αν έπεφτε, αν και δεν έδειχνε να έχει τέτοια πρόθεση.
Εγώ όμως τίποτε δεν μπορούσα να κάνω όπως καταλαβαίνεται κι επειδή δεν άντεχα άλλο εκείνη την έντονη δυσοσμία, έψαχνα να βρω τρόπο, ώστε να βγω το συντομότερο από εκείνο το βαγόνι με τα ζώα.
Από την ώρα που πήρα την απόφαση να δραπετεύω με την εμπορική αμαξοστοιχία, είχα εντοπίσει την ύπαρξη ενός φρένου σε κάποιο από τα βαγόνια του συρμού, το οποίο όμως δεν με βόλεψε να χρησιμοποιήσω την στιγμή που εξαφανίστηκα στα γρήγορα από τα μάτια του σταθμάρχη.
Επειδή ήξερα ότι αυτό βρισκόταν πίσω μας και στο δεύτερο από τα βαγόνια που μας ακολουθούσαν, άρχισα να μελετώ τον τρόπο που θα μπορούσα να μετακομίσω εκεί αν μου δινόταν η ευκαιρία.
Στον πρώτο σταθμό της διαδρομής μας λοιπόν προς την Θεσσαλονίκη, έκοψε για ευνόητους λόγους ο μηχανοδηγός την ταχύτητα του συρμού του κι αυτό ήταν που έδωσε σ’ εμένα την ευκαιρία που περίμενα.
Κατέβηκα στα γρήγορα από το βαγόνι και ακολουθώντας την ταχύτητα του συρμού, εύκολα μπήκα στο φρένο που με πλησίασε τρέχοντας πλάι μου.
Αφότου μπήκα στο φρένο και μετά όμως, είχα πλέον άνεση. Πολύ ησυχία, καθαρό αέρα και προπαντός, μπορούσα να καθίσω κάπου. Κάθισα λοιπόν στην θέση μου κι ετοίμαζα εκεί το υπόλοιπο εργασιακό μου πρόγραμμα, περιμένοντας την στιγμή που θα έφτανα στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.
Όταν μετά από κάμποση ώρα μπήκαμε σ’ αυτόν και πλησιάσαμε στο σημείο που είχα εγώ τις δουλειές μου, έκοψε από τακτική και πάλι την ταχύτητα του συρμού του ο μηχανοδηγός, για να μπει με πολλή προσοχή και σιγά, σιγά στον χώρο των στάβλων, που όπως σας είπα ήταν στην απέναντι πλευρά του σταθμού και στον χώρο του λιμένος.
Κατέβηκα με προσοχή λοιπόν από το βαγόνι που διέθετε το φρένο και μετά από λίγο πήγα στις δουλειές μου, αρκετά ενοχλημένος από την συμπεριφορά των ανθρώπων της ανταγωνίστριας εταιρείας, που γελούσαν μαζί μου για τον λόγο που αναγκάστηκα να βρεθώ στα σύνορα.
Κατά πάσα πιθανότητα, αυτοί έκαναν την καταγγελία, για την ύπαρξη λαθραίας φόρτωσης στο δικό μας βαγόνι, γι’ αυτό δεν τους πίστευα, όταν με διαβεβαίωναν ότι δεν ήξεραν τίποτε γι’ αυτήν. Απορούσαν μάλιστα, για το ποιος κακόβουλος άραγε να έκανε κάτι τέτοιο, ώστε να βρεθώ εγώ υπόλογος στο Τελωνιακό συνοριακό σταθμό.
Μιχάλης Αλταλίκης