Αυτά εξιστορώντας μου ο μπάρμπα Χαράλαμπος λοιπόν, δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε στην αποθήκη που έπρεπε να καθαρίσει, αλλά κι εγώ να πάω στην δουλειά μου όπως το συμφωνήσαμε. Όταν σταμάτησα μπροστά της όμως, εδώ είμαστε μπάρμπα Χαράλαμπε του είπα κι αμέσως κατεβήκαμε από το αυτοκίνητου να του την ανοίξω, αλλά και τα φώτα της να του ανάψω, αφού πολύ σκοτεινά ήταν μέσα.
Όταν κι αυτός μπήκε στην αποθήκη, αυθόρμητα του έφυγε η ο λογισμός και με κάποιον θαυμασμό στην φωνή του έλεγε. Πω, πω; Τί γίνεται εδώ βρε Μιχάλη; Μη φοβάσαι όμως κι όταν έρθεις κατά τις τρείς να με πάρεις, έτοιμη και καθαρισμένη θα σου την έχω. Φύγε τώρα να προλάβεις κι εσύ τα δικά σου και τα υπόλοιπα θα τα πούμε όταν επιστρέψεις.
Ένας βιοτέχνης την χρησιμοποιούσε για πολλά χρόνια του έλεγα και κοίτα πως μας την παρέδωσε. Θέλεις όμως να σου φέρω κάτι για πρωινό; Όχι, είπε αυτός. Έχω τα πάντα μαζί μου και τίποτε δεν χρειάζομαι. Πήγαινε στην δουλειά σου.
Αυτά είπαμε μόνον και τρέχοντας πήγαινα προς το κέντρο της πόλης, προκειμένου να βρω ελεύθερο πάρκινγκ στα κοντινά καταστήματα της αγοράς κι εκεί που καθημερινά δηλαδή έβαζα το φορτηγάκι μου να περιμένει τις αγορές που προγραμματισμένα όπως πάντα είχα να κάνω κι εκείνο το πρωινό.
Απασχολημένος όμως με το πρόγραμμά μου και τα τηλεφωνήματα που άρχισαν εν τω μεταξύ να μου προσθέτουν επιπλέων αγορές, ξέχασα τον μπάρμπα Χαράλαμπο. Όταν πια είδα ότι πέρασε η ώρα και ίσα που προλάβαινα να φτάσω έγκαιρα στην αποθήκη όπως του το υποσχέθηκα, παράτησα τα πάντα κι αμέσως πήγα να τον βρω.
Όταν έφτασα στην αποθήκη βέβαια και μετά τις τρείς μάλιστα, τον είδα να την σκουπίζει ακόμη, αλλά και στο τέλος βρισκόταν. Έκανε την αποθήκη να λάμπει όμως. Πεντακάθαρη ήταν κι έτοιμη να δεχθεί τα βιβλία της μονής μας που ήθελα να αποθηκεύσω στον χώρο της.
Βλέποντας κι αυτός την άφιξή μου, έλεγε χαριτολογώντας, ότι σαν πουλάκι έτρεξα να τον προλάβω. Σε πέντε λεπτά τελειώνω πρόσθεσε κι αμέσως φεύγουμε αν είσαι ευχαριστημένος. Πώς να μην είμαι, του είπα, αφού έτσι που βλέπω την αποθήκη, ποτέ δεν την φαντάστηκα. Πάμε να φύγουμε όμως, γιατί σε ξεπάτωσα σήμερα.
Τίποτε δεν μου έκανες, έλεγε αυτός ενώ έμπαινε στο αυτοκίνητο κι αμέσως ξεκίνησα, θέλοντας να τον επιστρέψω το συντομότερο δυνατόν στο σπίτι του. Καθ’ οδόν όμως, θυμήθηκα αυτά που μου έλεγε το πρωί και την ηλικία του μελετώντας, με το δίκαιό μου του έλεγα εκείνη την στιγμή, ότι για πολύ μεγαλύτερο τον υπολόγιζα.
Όπως άκουσα να μου λες το πρωί μπάρμπα Χαράλαμπε, το τριάντα πέντε γεννήθηκες κι αφού έτσι σε αποκαλούν οι άνθρωποι στην αγορά κι εγώ ίδιο κάνω. Μπάρμπα Χαράλαμπε σε ονομάζω, αν και δώδεκα χρόνια μόνον μας χωρίζουν ηλικιακά, αφού το σαράντα επτά γεννήθηκα εγώ.
Για να είμαι ειλικρινής πάντως, για πολύ μεγαλύτερο σε υπολόγιζα λόγω της ταλαιπωρημένης παρουσία σου. Από εδώ και μετά όμως, σκέτο Χαράλαμπε θα σε ονομάζω. Κι αφού εσύ γεννήθηκες προπολεμικά κι εγώ μεταπολεμικά, κύριε Χαράλαμπε είναι καλύτερα να σε αποκαλώ.
Όχι κύριε, έλεγε αυτός. Μπάρμπα Χαράλαμπε να με λες, γιατί το συνήθισα πια και θα νομίζω ότι σε κάποιον άλλον θα μιλάς. Εμένα πάντως δεν με πειράζει που με αποκαλούν μπάρμπα, αφού και μπάρμπας είμαι, αλλά κι έτσι αισθάνομαι μετά από τις ταλαιπωρίες που πέρασα.
Από πέντε χρονών δουλεύω όπως σου είπα το πρωί και από τα δέκα, μόνος μου επιβίωνα και με τις δικές μου δυνάμεις. Στην αρχή, κουλούρια πουλούσα στους δρόμους, μαζί με κάποιο γείτονά μας. Αυτός με πήρε μαζί του δηλαδή και από τον ίδιο φούρνο έπαιρνε και για μένα σε ένα ταψί τα ίδια κουλούρια και μαζί στον ίδιο δρόμο και στο απέναντι πεζοδρόμιο τα πουλούσαμε για να με προσέχει κιόλας, αφού μικρός ήμουν κι από πολλά κινδύνευα.
Μετά από τα κουλούρια όμως, ένας ηλικιωμένος μπακάλης με προσέλαβε να δουλεύω στο μαγαζί του αντί κάποιας αμοιβής, για να πηγαίνω όπως ήθελε στα σπίτια, αυτά που αγόραζαν οι πελάτες του και δεν μπορούσαν να τα σηκώσουν.
Αρκετά χρόνια έκανα τον μπακαλόγατο λοιπόν και πολλά έμαθε σ’ αυτό ως εργαζόμενος. Ένα ολόκληρο σχολείο πρέπει να πω ότι ήταν αυτό για την περίπτωσή μου, γιατί εκεί έμαθα να διαβάζω, να γράφω, όπως και να κάνω λογαριασμούς. Και το ταμείο χειριζόμουν αφού με εμπιστευόταν ο κύριος Αλέκος, οπότε και να μετρώ σωστά ήξερα πλέων, αλλά και ρέστα ήξερα να δίνω, γι’ αυτό και σου λέω ότι ήταν ένα ολόκληρο σχολείο το μπακάλικο.
Εκεί λοιπόν γνώρισα και την Βαγγελιώ, όταν ερχόταν να αγοράσει πράγματα για το σπίτι που υπηρετούσε. Υπηρέτρια δηλαδή ήταν αυτή κι από μικρή την έστειλαν οι γονείς της από κάποιο χωριό της Χαλκιδικής στο σπίτι που σου είπα.
Κι επειδή τις περισσότερες φορές ήταν βαριά αυτά και δεν μπορούσε να τα σηκώσει αφού μικρή ήταν ακόμη, εγώ της τα πήγαινα στο σπίτι να μην κουράζεται, αλλά και την λυπόμουν που την έστειλαν τόσο μικρή να υπηρετεί μια ολόκληρη οικογένεια.
Τίποτε δεν έκαναν αυτοί. Όλα η Βαγγελιώ τα έκανε, γι’ αυτό κι έλεγα με το μυαλό μου, ότι όταν θα μεγαλώσω, αυτήν θα παντρευτώ, ώστε να την απαλλάξω από αυτή την πολύ κοπιαστική δουλειά.
Αν μπορούσα βέβαια από τότε που ήμουν μικρός θα το έκανα, αλλά εγώ δεν μπορούσα να φροντίσω μόνος μου τον εαυτό μου, θα μπορούσα άραγε να βοηθήσω την Βαγγελιώ;
Το σπίτι μου άλλωστε, τίποτε δεν είχε τότε μέσα. Ούτε νερό δηλαδή, ούτε ρεύμα αφού με μια γκαζόλαμπα την έβγαζα τις νύχτες. Κι επειδή δεν είχα ξύλα να το ζεστάνω, με τα σανίδια που εύρισκα στον δρόμο το έκαιγα κι έτσι έσπαζε για λίγο το κρύο.
Για να ζεσταθώ δηλαδή, αναγκαζόμουν να μένω μέχρι αργά στο μπακάλικο, αφού ο κύριος Αλέκος είχε σόμπα εκεί, αλλά και μαγκάλι έβαζε για να ζεσταίνει το βαρέλι με το λάδι, προκειμένου να τρέχει εύκολα τον χειμώνα.
Θα έλεγα ότι καλά περνούσα στο μπακάλικο, γιατί κι έτρωγα εκεί μαζί με τον κύριο Αλέκο τα μεσημέρια, όπως και πριν κλείσουμε το μαγαζί δηλαδή τα βράδια, αλλά και ασφαλής ένιωθα δίπλα του. Καμιά φορά ερχόταν και η γυναίκα του να μας κάνει παρέα τα απογεύματα όμως κι όπως το συνήθιζε αυτό, μας έφερνε σιμιγδαλένιο χαλβά να φάμε.
Καλή και πρόσχαρη ήταν κι αυτή, αλλά κάποιο πρόβλημα υγείας την ταλαιπωρούσε όπως καταλάβαινα, χωρίς να γίνεται κάποιος λόγος γι’ αυτό από την ίδια, ή από τον κύριο Αλέκο κι έτσι δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν αυτό που την απασχολούσε.
Είχαν δυο παιδιά βέβαια, αλλά ήταν παντρεμένα κάπου που δεν ήξερα κι ο κύριος Αλέκος τίποτε δεν έλεγε γι’ αυτά. Πολύ συχνά όμως έλεγε στην κυρία Κατίνα, ότι δεν ήθελε να πάει κοντά τους, αν και μεγάλος ήταν πια και με δυσκολία έκανε την δουλεία του.
Θα ήμουν στα δέκα επτά μου τότε, όταν πήγα στο μπακάλικο ένα πρωινό και έκπληκτος το έβλεπα κλειστό. Περίμενα να δω τον κύριο Αλέκο να έρχεται, αλλά τίποτε. Και οι πελάτες μας απορούσαν για την απουσία του όμως, οπότε πήγα στο σπίτι του να δω τι του συμβαίνει, αλλά κι αυτό ήταν κλειστό.
Τους γείτονες που ρώτησα να μου πουν τι έγινε και γιατί δεν μου άνοιγαν την πόρτα τους, μου είπαν ότι ο γιός του ήρθε από την Κατερίνη το βράδυ και με ένα αυτοκίνητο τους πήρε μαζί του. Όπως καταλαβαίνεις, πολύ στεναχωρημένος επέστρεψα στο μπακάλικο, γιατί αν δεν επέστρεφε ο κύριος Αλέκος, πάλι έπρεπε να ψάχνω για δουλειά.
Τρείς μέρες περίμενα την επιστροφή του, αλλά αυτή, ποτέ δεν έγινε. Καλά που κρατούσα εκείνα τα λιγοστά έστω χρήματα που μου έδινε, γιατί πολύ χρήσιμα μου φάνηκαν κι αυτά στην συνέχει. Με αυτά δηλαδή προσπαθούσα να επιζήσω, μέχρι να βρω κάποια δουλεία.
Κι αφού από μόνος μου έπρεπε να συντηρήσω τον εαυτό μου, από όλα τα καταστήματα της γειτονιάς μας πέρασα να ρωτήσω μήπως χρειαζόταν κάποιον μικρό να τους κάνει θελήματα, αλλά και τίποτε δεν μπόρεσα να βρω.
Άρχισα να απογοητεύομαι είναι αλήθεια, γι’ αυτό και στην Βαγγελιώ έλεγα τον πόνο μου μια μέρα, την οποία, πολύ συχνά την συναντούσα στα μπακάλικα της γειτονιάς που πριν από λίγο καιρό εργαζόμουν και δεν σου κρύβω, ότι όλο και περίμενα να δω τον κύριο Αλέκο να ανοίγει το μαγαζί του, αλλά κάτι τέτοιο, δεν έλεγε να γίνει.
Εκεί λοιπόν που λέγαμε τον πόνο μας τα δυο μας κι έκλαιγε η Βαγγελιώ, γιατί και μικρότερη από εμένα ήταν, ένας κύριος μας πλησίασε, τον οποίο πολλές φορές έβλεπα να πουλά λαχεία στους δρόμους.
Δεν χεριάζετε να στεναχωριέστε μας έλεγε κι αφού έκλεισε το μπακάλικο κι όπως φαίνεται δεν θα ανοίξει ξανά, θα έλεγα να έρθεις μαζί μου κι αφού σου πάρω λαχεία, να τα πουλάς κι εσύ μαζί μου γυρίζοντας στους δρόμους και στα μαγαζιά, όπως κάνω κι εγώ.
Θα έρθεις μαζί μου μερικές μέρες για να δεις πως γίνετε αυτό κι αφού θα ετοιμαστείς, τότε από μόνος σου θα πηγαίνεις όπου νομίζεις ότι θα μπορέσεις να τα πουλήσεις. Τα έσοδα δεν θα είναι πολλά βέβαια, αλλά θα είναι αρκετά, ώστε να ζήσεις τουλάχιστον μέχρι να μεγαλώσεις περισσότερο.
Τότε, σίγουρα θα βρεις κάτι καλύτερο να κάνεις, οπότε και σας βλέπω να παντρεύεστε τα δυο σας και οικογένεια να κάνετε με την βοήθεια του Θεού. Αυτά είπε ο άνθρωπος και περίμενε την απάντησή μου. Θα έρθω μαζί σου του είπα κι αφού έβαλες τον Θεό μπροστά, θα κάνω ότι μου πεις για το ενδιαφέρον που έδειξες για την περίπτωσή μας.
Πήρε μια βαθιά ανάσα εκεί ο μπάρμπα Χαράλαμπος και πριν συνεχίσει την αφήγησή του, έδωσε την ευκαιρία και σ’ εμένα να του πω κάτι έστω κι αυθόρμητα, κι αυτό πάλι, μόλις στάθμευσα το αυτοκίνητό μου έξω από την αυλόπορτά του το είπα.
Πολλά μαθαίνει κανείς τελικά μπάρμπα Χαράλαμπε, όταν αφήνει τους ανθρώπους να σου ανοίξουν την καρδιά τους. Κι εσύ δεν μου είπες απλώς πολλά σήμερα, γιατί και πολύ διδαχτικά ήταν πρέπει να πω.
Όλοι οι άνθρωποι βέβαια έχουν να πουν κάτι καλό από την προσωπική τους ζωή κι επειδή εγώ πράγματι μελετώ αυτά που ακούω να μου εμπιστεύονται, ασφαλώς και σπούδασα πολλά από την δική σου περιπέτεια.
Μιχάλης Αλταλίκης