Χιλιάδες ήταν, οι σαν κι εμένα εγγεγραμμένοι στον μακρύ κατάλογο των προστατευόμενων Της και όλοι αυτοί, ερχόταν από παντού να τιμήσουν την εικόνα Της, όταν γιόρταζε της Ζωοδόχου Πηγής, την Παρασκευή της διακαινησίμου δηλαδή.
Καραβάνια ερχόταν οι άνθρωποι και από παντού. Άλλοι πάνω στα ζώα τους. Άλλοι ανεβασμένοι πάνω στα κάρα τους, που τα έσερναν βόδια και άλλοι περπατώντας με τα πόδια την απόσταση που τους χώριζε από την εικόνα Της, προερχόμενοι από τα κοντινά χωριά.
Περισσότεροι όμως ήταν αυτοί που ερχόταν τότε από μακριά και με τα πράσινα λεωφορεία της εποχής. Χαιρόμασταν εμείς που τόσοι πολλοί άνθρωποι ερχόταν με τα λεωφορεία στην γιορτή Της, γι’ αυτό και σαν παιδιά που ήμασταν, μετρούσαμε τα λεωφορεία. Εξήντα! Ογδόντα! Εκατόν δέκα λεωφορεία! φωνάζαμε ο ένας στον άλλον από χαρά και περιμέναμε μέχρι αργά το βράδυ της παραμονής στον δρόμο, να δούμε να έρχεται και άλλο λεωφορείο.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι γνώρισαν την προστασία Της και ερχόταν να Την ευχαριστήσουν, με τον τρόπο του βέβαια ο καθένας. Έμεναν από βραδύς εκεί και φιλοξενούνταν σε φιλικά, ή και συγγενικά τους σπίτια. Όσοι όμως από αυτούς δεν έβρισκαν κάποιο κατάλυμα, έστρωναν και κοιμόταν κάτω. Άλλοι μέσα στην εκκλησία και άλλοι έξω από αυτήν, στο προαύλιο.
Ακόμη και αυτός ο χώρος γέμιζε από επισκέπτες και μάλιστα ασφυκτικά, γι’ αυτό και πολλοί από αυτούς ξάπλωναν μέσα στα χαντάκια του δρόμου, έχοντας την αγωνία για το τι θα γίνει αν βρέξει, πράγμα που δεν θυμάμαι να έγινε ποτέ.
Όσο διαρκούσε όμως εκείνο το καλοκαίρι, εγώ ήμουν πάντα σκεπτικός, γιατί δεν ήταν και μικρό πράγμα για μένα, αυτό που έζησα τότε και όταν στηριζόμουν στον στερεό αέρα.
Μιχάλης Αλταλίκης