Η Συνάδελφος Μου, Ξέχασε Το Παιδί Της Στον Κινηματογράφο

  Ήταν λίγο αλλοπαρμένη η συγκεκριμένη συνάδελφός μου κι εφόσον ήταν ελεύθερη, ζούσε αρκετά χρόνια μόνη στο σπίτι της. Ήρθε ο καιρός όμως και παντρεύτηκε, αλλά και πάλι σαν μόνοι ζούσαν με τον άντρα της. Ζούσαν δηλαδή ανέμελα, όπως ακριβώς έκαναν, όταν ήταν φοιτητές.

Να όμως, που μετά από τον γάμο τους κι αφού πέρασαν δυό χρόνια, τους προέκυψε ένα παιδάκι όπως συνηθίζετε σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το οποίο βέβαια, είχε απόλυτη ανάγκη από την φροντίδα των δύο γονιών του, σαν όλα τα παιδιά του κόσμου δηλαδή.

Μετά από τόσα χρόνια φοιτητικής ζωής κι ανεμελιάς όμως, δεν ήταν εύκολο γι’ αυτούς τους δύο ανεύθυνους όχι και τόσο νεαρούς ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν, ότι ήταν πλέον γονείς κι ότι έπρεπε να διαθέτουν ζωή από την δική τους, προκειμένου να ζει με ασφάλεια και φροντίδα το παιδί που τους προέκυψε.

Έκαναν την κοινή ζωή τους όπως τους βόλευε δηλαδή και το μικρό τους παιδάκι, το είχαν μάλλον σαν ζωντανό μπιμπελό στο σπίτι τους, ή κάτι σαν ζωντανό σουβενίρ, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων.

Από συνήθεια κι αυτό όμως, οι εν λόγω γονείς δεν έβγαιναν συχνά έξω από το σπίτι τους για μια βόλτα, οπότε εύκολα θα λέγαμε σήμερα, ότι έκαναν μια πολύ κλειστή ζωή, αν και κανείς από τους δυό δεν έδενε την προσωπική του ζωή με αυτήν του συζύγου του.

Όποιος με λίγα λόγια ήθελε να βγει έξω από το σπίτι τους για κάποιο λόγο, το έκανε βέβαια με την συγκατάθεση του άλλου, αλλά και μέχρι να επιστρέψει, καθόλου δεν τον απασχολούσε τι έκανε το παιδί του, αφού αυτός που έμενε στο σπίτι υποτίθεται ότι το πρόσεχε.

Το πρόσεχε βέβαια αυτός όσο μπορούσε, αν κι εφόσον του περίσσευε χρόνος δηλαδή από την ενασχόλησή του με το διάβασμα. Το διάβασμα ιδικά ήταν το χόμπι τους και τα βιβλία που διέθεταν στην μικρή τους βιβλιοθήκη, από επιλογή κι αυτό όπως μου επέτρεπαν να το ξέρω, ήταν λίγα μεν, αλλά αποκλειστικά και μόνον από κουλτουριάρηδες συγγραφείς.

Βαρέθηκαν όμως το συνεχές διάβασμα κι αφού αισθάνθηκαν μια μέρα ότι μάλλον για αρκετό χρονικό διάστημα βρισκόταν εξαιτίας του κλεισμένοι στο σπίτι τους, σκέφτηκαν να βγουν το ίδιο κιόλας απόγευμα από αυτό, προκειμένου να κάνουν μια κοινή βόλτα στους δρόμους της γειτονιάς τους.

Υπολογίζοντας στην συνέχεια ότι μάλλον θα τους έκανε πολύ καλό η βόλτα τους, αμέσως σχεδόν ετοιμάστηκαν να την πραγματοποιήσουν, αλλά και τότε μόνον θυμήθηκαν ότι είχαν κι ένα παιδάκι, το οποίο βέβαια έπρεπε να πάρουν μαζί τους, αφού δεν είχαν σε ποιόν από τους γονείς τους να το αφήσουν, μέχρι να επιστρέψουν αυτοί από την έξοδό τους.

Εφόσον λοιπόν ήδη ετοιμάστηκαν, έβαλαν γρήγορα, γρήγορα και το μωρό τους μέσα στο παιδικό καλάθι που διέθεταν για τέτοιες περιπτώσεις και χαρούμενοι στην συνέχεια, βγήκαν οι τρείς τους από το σπίτι, ελπίζοντας βέβαια να χαιρόταν και το μωρό τους εκείνη η απογευματινή τους βόλτα, που από το πουθενά του προέκυπτε.

Δεν είχαν καταστρώσει όμως κάποιο πρόγραμμα για το που συγκεκριμένα θα πήγαιναν βολτάροντας, γι’ αυτό και ρωτούσαν ο ένας τον άλλον προς τα που να κινηθούν όταν βρέθηκαν στον δρόμο.

Εκείνη την στιγμή δηλαδή άρχισαν να σκέφτονται, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταλήξουν βαδίζοντας, αλλά και καμιά κοινή απόφαση δεν έβγαζαν για τον συγκεκριμένο λόγο. Βαδίζοντας όμως έτσι άσκοπα, χαμπάρι δεν πήραν ότι πέρασε τελικά η ώρα κι ότι σκοτείνιασε πια και για τα καλά μάλιστα.

Αδιαφορώντας όμως αυτοί, τόσο για την ώρα που τους έφυγε, όπως και για το μωρό που κουβαλούσαν μαζί τους, τους ήρθε ξαφνικά η ιδέα να μπουν τουλάχιστον σε κάποιον από τους κινηματογράφους της περιοχής που έμεναν.

Ψάχνοντας μετά, σε ποιόν από αυτούς να μπουν, προτίμησαν αυτόν που πρόβαλε μια πολύ κουλτουριάρικη ταινία, στην οποία βέβαια, ίσα, ίσα που προλάβαιναν να κόψουν εισιτήρια για την τελευταία του προβολή, αυτήν δηλαδή που έκανε έναρξη στις έντεκα και τελείωνε στις μία μετά τα μεσάνυκτα, ξεχνώντας εντελώς βέβαια, ότι είχαν μαζί τους ένα μωρό, το οποίο όλως παραδόξως κοιμόταν ήσυχο μέσα στο καλάθι του.

Όπως σας είπα, δεν είχαν σε ποιον να το αφήσουν, προκειμένου να κάνουν μόνοι τους την βόλτα που τους χριζόταν, αλλά και καθόλου λογικό δε ήταν, να υποχρεώνουν σε ένα μωρό να βλέπει μεταμεσονύκτια ταινία, μέσα σε έναν κινηματογράφο.

Μπήκαν ωστόσο στον κινηματογράφο κι όπως τους βόλευε, άφησαν το καλάθι με το μωρό τους στην διπλανή θέση από αυτές που τους υπέδειξε η ταξιθέτης να καθίσουν κι αμέσως μετά, αφοσιώθηκαν καθώς έπρεπε στην προβολή της ταινίας που επέλεξαν να δουν.

Κι αφού καθόλου δεν τους ενοχλούσε το μωρό τους, καθόλου κι αυτοί δεν δυσκολεύτηκαν να θυμηθούν εκεί ότι ήταν νέοι, οπότε χαιρόταν ήσυχοι την νεανική τους διάθεση. Φορτωμένοι στην συνέχεια κι από την επιζήμια για όλους εναπομείνασα φοιτητική ανεμελιά στο υποσυνείδητό τους, ξέχασαν όλες τις υποχρεώσεις τους.

Όπως ήταν αναμενόμενο όμως κι αυτό, μαζί με αυτές, ξέχασαν εντελώς πια και την ύπαρξη του παιδιού τους. Αγκαλιασμένοι καθώς ήταν, με πολύ ενδιαφέρον παρακολουθούσαν τα δρώμενα της ταινίας στην συνέχεια και καμιά σημασία δεν έδιναν, σ’ αυτόν που καθόταν στο διπλανό τους κάθισμα.

Συνεπαρμένοι λοιπόν από το θέμα της ταινίας, πολύ ξαφνιάστηκαν όταν έγινε κάποια στιγμή διάλυμα, αλλά κι όταν έγινε αυτό, τίποτε άλλο δεν θυμόταν, εκτός από τον εαυτό τους. Όντως ευχαριστημένοι από τις δυνατότητες των πρωταγωνιστών δηλαδή, σχολίαζαν μόνον τις σκηνές του έργου και ούτε ματιά δεν έριξαν προς το παιδί τους, το οποίο συνέχιζε να κοιμάται του καλού καιρού.

Όταν επιτέλους εκεί κατά τις μία δηλαδή μετά τα μεσάνυχτα τελείωσε το έργο, βγήκαν στα γρήγορα έξω από τον κινηματογράφο κι αφού έβλεπαν ότι η ώρα ήταν όντως περασμένη, αγκαλιάστηκαν ξανά κι όπως έπρεπε, ζαρώνοντας ο ένας δίπλα στον άλλον πήγαιναν στο σπίτι τους, αφού χειμώνας ήταν και έκανε αρκετό κρύο εκείνη την ώρα.

Μπήκαν στο σπίτι τους ωστόσο εκείνοι οι ανεύθυνοι γονείς κι όπως ήταν αρκετά πεινασμένοι συν τοις άλλοις, έπεσαν με τα μούτρα θα λέγαμε να τρων, ότι πρόχειρο βρήκαν εκείνη την ώρα να υπάρχει στο ψυγείο τους.

Αφού ήπιαν και μπόλικο από το νερό τους, έλεγαν μετά ο ένας προς τον άλλον, ότι κάτι αισθανόταν να του λείπει κι επειδή δεν μπορούσαν να βρουν, τι θα μπορούσε να ήταν αυτό, σηκωνόταν πότε ο ένας και πότε ο άλλος από την καρέκλα του κι έψαχνε μέσα στο ψυγείο, γιατί η όρεξη τους εκεί τους έστελνε.

Αφού λοιπόν δεν έβρισκαν, τι να ήταν άραγε αυτό που τους έλειπε και το υποσυνείδητό τους τους το θύμιζε, άρχισαν ποιο συχνά να ρωτούν ο ένας τον άλλον, ότι φανταζόταν. Την ζακέτα σου την πήραμε; Μήπως ξέχασες την τσάντα σου στον κινηματογράφο;

Τέτοιες ερωτήσεις κάνοντας λοιπόν, θυμήθηκαν επιτέλους, ότι εκτός από ζακέτες και τσάντες, είχαν κι ένα μωρό παιδί, το οποίο όμως έψαχναν μέσα στο σπίτι τους.

Αυτό ενθυμούμενοι δηλαδή, έτρεξαν μαζί προς το κρεβατάκι του, με την ελπίδα βέβαια ότι θα το εύρισκαν εκεί, αφού εκεί το είχαν πριν ξεκινήσουν για την απογευματινή τους βόλτα. Επειδή δεν το βρήκαν όμως, αυτό τους έκανε να θυμηθούν επιτέλους, ότι το είχαν μαζί τους όταν μπήκαν σ’ εκείνον τον κινηματογράφο.

Πω, πω? Έλεγαν με μια φωνή. Εκεί το ξεχάσαμε μάλλον, όταν το ακουμπήσαμε μαζί με το καρεκλάκι του στο διπλανό μας κάθισμα. Με αυτήν την σκέψη στο μυαλό, αμέσως κατέβηκαν από το σπίτι τους στον δρόμο και τρέχοντας στην συνέχεια πήγαιναν προς τον κινηματογράφο, ελπίζοντας βέβαια να τον βρουν ανοικτό.

Προκειμένου να πετύχουν τον σκοπό τους όμως, λαχανιασμένοι έφτασαν στην πόρτα του όπως καταλαβαίνετε, αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς, βρήκαν κλειστό τον κινηματογράφο. Στην σκέψη και μόνον, ότι το μωρό τους ήταν μόνο του μέσα σ’ εκείνη την σκοτεινή αίθουσα κι ότι μάλλον θα σήκωνε τον κόσμο από το κλάμα, αναστατώθηκαν και για τα καλά μάλιστα.

Αναστατωμένοι λοιπόν καθώς ήταν, όποιον έβρισκαν μπροστά τους τον ρωτούσαν να τους πει αν ήξερε, πού θα μπορούσαν να βρουν τον ιδιοκτήτη του, ώστε να τους απεγκλωβίσει το συντομότερο δυνατόν το μωρό τους.

Κανείς όμως δεν μπορούσε να τους βοηθήσει όπως καταλαβαίνετε κι αφού δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά, κάλεσαν την αστυνομία εκεί, προκειμένου να ζητήσουν από τα όργανα της τάξης την πολυπόθητη βοήθεια.

Όταν έφτασαν βέβαια αυτοί στον κινηματογράφο με το περιπολικό τους κι άκουσαν από κοντά ότι εκείνοι οι όχι και τόσο νεαροί όπως είπαμε, ξέχασαν το μωρό τους μέσα στον κινηματογράφο, τους έβαλαν γερή κατσάδα και αρκετά τους επέπληξαν για την επιπολαιότητα που έδειξαν ως γονείς μωρού παιδιού.

Ωστόσο όμως, δεν τους εγκατέλειψαν μόνους, αναγκάζοντάς τους να βράζουν μέσα στην αγωνία τους όπως θα τους ταίριαζε και καθώς έπρεπε αποφάσισαν να τους βοηθήσουν, αφού έβλεπαν κι αυτοί ότι εμφανίστηκε επιτέλους η αγονία μέσα στο ανεύθυνο μυαλό εκείνων των πρόχειρων γονιών, οι οποίοι άρχισαν και να κλαίνε πια.

Χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα τους στην συνέχεια και μετά από πολλές προσπάθειες είναι αλήθεια, εντόπισαν τελικά τον ιδιοκτήτη να μπαίνει στο σπίτι του, οπότε πήραν τους δυό γονείς μαζί τους και πήγαν όλοι μαζί να τον παρακαλέσουν, προκειμένου να τους ανοίξει τον κινηματογράφο και να πάρουν το παιδί τους, το οποίο ασφαλώς και κινδύνευε να πάθει πολύ μεγάλο κακό, αν ξύπνησε εν τω μεταξύ κι έκλαιγε ασταμάτητα φοβισμένο.

Όταν τους είδε μπροστά του όμως, καθόλου δεν χάρηκε ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου, αλλά και δυσανασχετούσε από αυτά που του ζητούσαν να κάνει εκείνη την ώρα, δεδομένου ότι έγινε τρείς το πρωί πια, αλλά αφού επρόκειτο για ένα μωρό παιδί, πήρε τα κλειδιά του νωχελικά κι έτσι τους ακλούθησε.

Έλεγε όμως και κάτι προς τους αστυνομικούς, το οποίο μάλλον έμοιαζε με αγανάκτηση, για όσους από τους ανθρώπους ζουν με μια ανεξήγητη αφηρημάδα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε, τι πράγματα ξεχνούν στα καθίσματα τους οι άνθρωποι, όταν φεύγουν από την αίθουσα του κινηματογράφου. Αλλά και πρώτη μου φορά ακούω να μου λένε, ότι μια μάνα, ξέχασε μέσα σ’ αυτόν το παιδί της.

Αυτά έλεγε και κοιτούσε πολύ υποτιμητικά την συνάδελφο μου και με το δίκαιό του βέβαια το έκανε ο άνθρωπος. Ωστόσο όμως, πήγε μαζί τους κι όπως έπρεπε άνοιξαν τον κινηματογράφο του. Ευτυχώς για το παιδί τους βέβαια, το βρήκαν να κοιμάται ήσυχο κι εκεί ακριβώς που το άφησαν οι δύο ανεύθυνοι γονείς του.

Επειδή το θέμα ήταν όντως πολύ σοβαρό για την αστυνομία, πήγαν και πάλι όλοι μαζί όπως ήταν υποχρεωμένοι στο τμήμα της περιοχής τους, προκειμένου να δώσουν εκεί τις σχετικές καταθέσεις. Η συνάδελφος μου, όπως κι ο άντρας της βέβαια, κινδύνεψαν να χάσουν την επιμέλεια του παιδιού τους, από της ευθύνες που τους καταλόγιζε ο αξιωματικός υπηρεσίας, όταν θυμωμένος κι αυτός από την συμπεριφορά τους, τους αποκαλούσε απερίφραστα ανεύθυνους και ανάξιους να λέγονται γονείς.

Πήραν ωστόσο το παιδί τους αυτοί και καταντροπιασμένοι πλέον πήγαν στο σπίτι τους, μόνον που από τότε και μετά συνειδητοποίησαν τελικά τις ευθύνες που τους αναλογούσαν, οπότε έγιναν καλοί γονείς μετέπειτα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *