Θαυμαστή διάσωση και τρίτη περίεργη επίσκεψη από άγνωστη γυναίκα

  to_prasino_karoΖούσα στο Σχολάρι Λαγκαδά λοιπόν ως μαθητής τότε και όπως σας το ανέφερα, με φιλοξενούσε στο σπίτι τους η οικογένεια του συμμαθητή μου. Αφού έμενα στο σπίτι τους όμως, συμμετείχα μερικές φορές και στις δικές τους ανάγκες όταν το μπορούσα και όταν με καλούσαν βέβαια.

   Το ίδιο έγινε και εκείνη την ημέρα, όταν ο συμμαθητής μου και ο αδελφός του, πήραν εντολή από τον πατέρα τους να του κάνουν κάποια αγροτική δουλειά. Η εντολή βέβαια δεν ήταν δύσκολη για τα παιδιά και αυτό που έπρεπε να κάνουν, ήταν να πάρουν με την σούστα τους, λίγα ξηρά χόρτα από ένα χωράφι, για τις ανάγκες των ζώων που είχαν στο σπίτι τους.

   Θέλοντας λοιπόν να βοηθήσουν τον πατέρα τους τα παιδιά, έζεψαν το άλογο τους στην καλοδιατηρημένη σούστα που διέθεταν και όταν πια όλα ήταν έτοιμα για την δουλειά που έπρεπε να κάνουν, κάλεσαν κι εμένα να τους συνοδεύσω αν ήθελα.

   Ήταν σαν έργο τέχνης από πλευράς κατασκευής η σούστα τους και τα παραπέτα της ήταν φορτωμένα από ζωγραφιές της καθημερινότητας τους. Θέλοντας να δω κι εγώ λοιπόν, πως είναι να κάθεται κανείς πάνω σε κάρο με δυο ρόδες, όταν το σέρνει άλογο, ευχαρίστως δέχτηκα την πρόσκληση.

   Ήμουν όρθιος πάνω σ’ αυτήν, όπως και ο συμμαθητής μου άλλωστε και από φόβο μην πέσω, τον κρατούσα από τους ώμους. Από όσα μου είπαν τα παιδιά, το άλογο ήταν πολύ ήσυχο και δεν θα έκανε κάτι κακό, ώστε να βάλει σε κίνδυνο την βόλτα μας.

  Πράγματι και ήταν έτσι λοιπόν και αφού τίποτε το ανησυχητικό δεν φαινόταν εκεί, πολύ το διασκέδαζα, αφού για πρώτη μου φορά ανέβαινα σε τέτοια σούστα. Φτάσαμε καλά μέχρι την έξοδο του χωριού κι εγώ παρατηρούσα από ψιλά τους γύρω χώρους, αφού όπως είπα ήμουν όρθιος πάνω σ’ αυτήν.

   Στην έξοδο του χωριού όμως κι εκεί όπου υπάρχει μια πολύ κλειστή στροφή στον δρόμο, συναντηθήκαμε τυχαία με το παλιό λεωφορείο της γραμμής. Χωρίς να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος όμως, τρόμαξε εκείνο το  ήσυχο κατά τα άλλα άλογο και με την τρομάρα που πήρε, έφερε τα πάνω κάτω.

   Σηκώθηκε όρθιο στην θέα του λεωφορείου και στηριζόμενο στα δύο του πισινά πόδια, προσπαθούσε απεγνωσμένα να αποφύγει το λεωφορείο, λες και για πρώτη του φορά το έβλεπε. Με τον τρόπο που ανασηκώθηκε όμως, σήκωσε χωρίς να το υπολογίζει και την σούστα, με αποτέλεσμα να πετάξει εμένα κάτω από αυτήν.

  Τα χαλινάρια του αλόγου τα κρατούσε ο αδελφός του συμμαθητή μου και αυτός καθόταν στην θέση του οδηγού. Ακουμπούσε με την πλάτη του πάνω σε μια σανίδα που είχε εκεί η σούστα, γι’ αυτό και καθόλου δεν ζορίστηκε από την αντίδραση του αλόγου.

   Ο συμμαθητής μου πάλι, είδε τον ερχομό του λεωφορείο, γι’ αυτό και καλού κακού, πρόλαβε να πιαστεί από εκείνα τα δύο στηρίγματα που υπήρχαν στα πλαϊνά παραπέτα της σούστας.

   Εγώ όμως που απολάμβανα την βόλτα μας και παρατηρούσα ήσυχος τις αντιδράσεις των ανθρώπων που μας έβλεπαν, δεν είδα τον ερχομό του λεωφορείου, αλλά ούτε και τίποτε άλλο πρόλαβα να δω.

    Πιανόμουν βέβαια από τον ώμο του συμμαθητή μου, αλλά και πόσο θα μπορούσα να στηριχθώ από αυτόν; Έφυγα λοιπόν από την σούστα και χωρίς να ξέρω τον λόγο, βρέθηκα να κάνω τούμπα στον αέρα και να πέφτω με το κεφάλι προς τα κάτω και στον χωματόδρομο.

    Πέφτοντας λοιπόν με το κεφάλι προς τα κάτω, κατάλαβα ότι εκείνη η στιγμή θα ήταν πολύ κακή για μένα και ότι μάλλον δεν θα τη γλίτωνα, γι’ αυτό και προφανώς θυμήθηκα έναν ξάδελφο μου.

   Έκανε ανάποδο ψαλίδι αυτός παίζοντας μπάλα και πέφτοντας με το κεφάλι του στο έδαφος, έσπασε τον σβέρκο του. Πέθανε ακαριαία εξαιτίας αυτού και αυτή η θύμηση, με ανάγκασε τότε να πω κι εγώ μέσα μου.

 – Πάει, δεν την γλιτώνω. Θα πεθάνω και εγώ σαν τον ξάδελφο μου.

   Τσαλακώθηκε και ο δικός μου σβέρκος έτσι όπως έπεσα με το κεφάλι στον δρόμο και όπως ήταν λογικό, περίμενα να αισθανθώ και τον πόνο που θα ακολουθούσε.

   Αντί να γίνει αυτό όμως, ένιωσα να καταλήγω πάνω σε κάτι πολύ μαλακό και αυτό ήταν έτσι που μου θύμιζε μαξιλάρι, ή κάτι σαν στρώμα. Αισθανόμενος την απαλότητα εκείνου του μαξιλαριού, υπέθεσα ότι κάποιος από τους ανθρώπους που βρισκόταν εκεί το έβαλε, προκειμένου να με προστατεύσει από όσα κινδύνευα, γι’ αυτό και απόρησα μονολογώντας μέσα μου.

 – Μα πότε πρόλαβαν να το βάλουν;

   Τσαλακώθηκε όπως είπα ο σβέρκος μου πέφτοντας πάνω σε εκείνο το μαξιλάρι, αλλά αφού τίποτε δεν έπαθα από την πτώση μου, σηκώθηκα από κάτω και αφού κυλίστηκα στα χώματα πέφτοντας, σκουπιζόμουν.

   Ενώ σκουπιζόμουν όμως, κοιτούσα γύρω μου να δω, τι ήταν τελικά αυτό που μου έβαλαν κάτω από κεφάλι. Στρώμα ήταν; ή μαξιλάρι;

   Αναζητώντας λοιπόν το αντικείμενο της προστασίας μου, θέλησα μαζί με αυτό να ευχαριστήσω και αυτόν που σκέφτηκε να το τοποθετήσει στην πρόθεση του να με προφυλάξει. Έκπληκτος όμως διαπίστωσα, ότι ούτε στρώμα υπήρχε εκεί, ούτε μαξιλάρι, αλλά ούτε και κάποιος από τους ανθρώπους ήταν εκεί και τόσο κοντά, ώστε να μπορεί να βάλει εκείνο το μαξιλάρι στο κεφάλι μου.

  Με είδαν όμως οι άνθρωποι που κάτι έψαχνα, στριφογυρίζοντας αρκετές φορές πέριξ του εαυτού μου, γι’ αυτό και μου έλεγαν με απορία.

 – Τι ψάχνεις ρε; Εδώ είσαι και τίποτε δεν έπαθες.

  Ήρθαν κοντά μου ωστόσο και αφού με ψαχούλεψαν αρκετά θέλοντας να διαπιστώσουν, αν έσπασε ή όχι κάτι από μένα και επειδή τίποτε σπασμένο δεν βρήκαν επάνω μου, έλεγαν ανακουφισμένοι.

 – Φτηνά την γλίτωσες.

   Αφού λοιπόν δε είχα τίποτε που να με ενοχλεί ως αποτέλεσμα της πτώσης μου από την σούστα, ανέβηκα πάλι πάνω σ’ αυτήν και όπως ήταν στο πρόγραμμα μας, ξεκινήσαμε για τον προορισμό μας, σαν να μην μας συνέβη τίποτε.

   Φοβήθηκαν τα παιδιά από όσα μας συνέβησαν εκεί, όπως κι εγώ άλλωστε, γι’ αυτό και με κοιτούσαν μεν με απορία, αλλά και ρωτούσαν κάθε τόσο.

 – Είσαι καλά; Θέλεις να κάνουμε κάτι;

 – Τίποτε δεν θέλω, τους απαντούσα. Πάμε να κάνουμε την δουλειά μας.

   Δεν πέρασε και πολύς καιρός από τότε κι εγώ ακολουθούσα με χαρά το σχολικό πρόγραμμα εκείνης της χρονιάς, αλλά οι προβληματισμοί και τα ατυχήματα που μας προέκυψαν, δεν μου επέτρεπαν να το χαρώ και τόσο πολύ.

   Ανάμεσα σ’ όλα αυτά, χάσαμε και την γιαγιά μας τότε και αυτό πολύ με στεναχώρησε. Πήγα στο χωριό μας εκείνη την ημέρα, προκειμένου να την συνοδεύσω στην τελευταία της κατοικία και επειδή οι ημέρες ήταν τέτοιες που μου το επέτρεπαν, συντρόφευα για λίγο τους οικείους μου.

   Απουσίαζα από την καθημερινότητα τους αφού έμενα αλλού ως μαθητής, γι’ αυτό και χαιρόμουν εκείνη την ολιγοήμερη παραμονή μου στο σπίτι μας. Τους επισκεπτόμουν τακτικά βέβαια και όταν γινόταν αυτό, μάθαινα τα δικά τους νέα, όπως και τα νέα των συγχωριανών μας, αλλά όπως ήταν και λογικό, λόγο της απουσίας μου, έχανα και πολλά επεισόδια από την δύσκολη ούτως ή άλλως ζωή τους.

   Στην επίσκεψη που αναφέρομαι όμως, τους είδα όλους να είναι πολύ προβληματισμένοι. Τόσο οι οικείοι μου, όσο και οι συγχωριανοί μου, ήταν όλοι τους αρκετά λυπημένοι και αυτό δεν ήταν μόνον εξαιτίας της γιαγιάς που μας άφησε χρόνους. Ήταν μεγάλη σε ηλικία αυτή και το ότι μας άφησε χρόνους, ήταν κάτι το φυσικό.

   Εκείνο λοιπόν που έκανε τους οικείους μου, όπως και όλους τους  συγχωριανούς μου να είναι φανερά λυπημένοι, ήταν αυτό που προερχόταν από τις συνεχείς και αναποτελεσματικές προσπάθειες που έκαναν για την επιβίωσης τους και αυτό ούτε λίγο ήταν, αλλά ούτε και τελειωμό είχε.

   Εξαιτίας της ανομβρίας, δεν υπήρχαν καρποί στα χωράφια. Εξαιτίας της ακαρπίας, δεν μπορούσαν να έχουν εισόδημα οι αγρότες. Χωρίς εισόδημα αυτοί, δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη που προκαλούσαν στον μπακάλη τους, για την επιβίωση τους. Εξαιτίας των ανεξόφλητων χρεών τους όμως, χρεωνόταν όλο και περισσότερο ο πατέρας μου και αυτό από μόνο του δήλωνε, ότι σε λίγο καιρό και τα δικά μας αποθέματα θα εξανεμίζονταν.

   Εξαιτίας όλων αυτών λοιπόν ήταν λυπημένοι οι άνθρωποι, αφού όλοι τους ήταν αλληλένδετα δεμένοι με κείνη την κοινή και άκαρπη αλυσίδα, από την οποία κανένα καλό πλέον δεν μπορούσαν να περιμένουν.

    Και δεν ήταν απλώς λυπημένοι, αλλά άρχισαν από τότε να σκέφτονται και πολύ σοβαρά μάλιστα, το πως και που θα βρουν αλλού και σε άλλον τόπο και με άλλο τρόπο την συντήρηση των οικογενειών τους. Δεν ήταν μόνον οι γονείς μου που έψαχναν λοιπόν το που και τι να κάνουν, αλλά και όλοι οι πελάτες μας άρχισαν να το σκέφτονται αυτό για τον ίδιο λόγο.

    Από τότε λοιπόν και μετά, σιγά σιγά και ένας ένας, άρχισαν όλοι τους να εγκαταλείπουν τους οικείους τους και τα υπάρχοντα τους και να φεύγουν για την ξενιτιά, μη μπορώντας να υποφέρουν άλλο την ανέχεια που τους συνόδευε τα τελευταία χρόνια.

    Αναζητώντας μια καλύτερη τύχη για τους εαυτούς τους και τις οικογένειες τους, πήραν την απόφαση να ξενιτευτούν οι άνθρωποι, γι’ αυτό και άλλοι για την Γερμανία, άλλοι για το Βέλγιο, έφευγαν τότε από τον τόπο τους, ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω τους όπως έβλεπα να κάνουν. Υπονοώντας βέβαια με αυτόν τον τρόπο, ότι μάλλον, δεν ήθελαν να γυρίσουν ξανά σ’ εκείνον τον άκαρπο γι’ αυτούς τόπο.

   Όσο για τα χρέη τους; Μη τα ρωτάτε. Μερικοί από αυτούς υπόσχονταν, ότι όταν ποτέ επιστρέψουν από τα ξένα, τότε θα μας εξοφλήσουν. Άλλοι πάλι, μαζί με αυτές τις υποσχέσεις, ζητούσαν να στηρίζουμε εμείς τις δικές τους οικογένειες, όσο αυτοί θα λείπουν. Πολλοί όμως από αυτούς, έφυγαν από το χωριό μας νύχτα, χωρίς να πουν κουβέντα για τα χρέη τους.

    Επηρεασμένος λοιπόν και ο πατέρας μου από τα παραπάνω, μπήκε στην διαδικασία του να ψάχνει στα σοβαρά πλέον το ενδεχόμενο να βρει κάποια εναλλακτική επαγγελματική λύση για μας. Τον ήξεραν οι έμποροι της Θεσσαλονίκης και πολλές φορές στο παρελθόν του έλεγαν να διαλέξει μια ανάμεσα σε πολλές που του πρότειναν, αυτός όμως, ποτέ του δεν το αποφάσιζε.

  Να όμως που ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε ήμασταν υποχρεωμένοι  πλέον να διαλέξουμε μία λύση, ανάμεσα σ’ αυτές που ήταν στα μέτρα μας τουλάχιστον. Βεβαίως και έπρεπε να το κάνουμε αυτό τότε και μάλιστα το συντομότερο δυνατόν, αν δεν θέλαμε περιμένοντας άσκοπα, να πάθουμε καμιά μεγαλύτερη ζημιά.

   Όποια απόφαση κι αν εξετάζαμε όμως, καταλήγαμε πάντα στο ίδιο και ανεπιθύμητο για μας αποτέλεσμα, αφού σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να εγκαταλείψουμε το χωριό μας. Όταν ήρθε η ώρα βέβαια και τα πράγματα έγιναν έτσι που δεν είχαμε άλλα περιθώρια χρόνου, αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε μεν το χωριό μας, αλλά να κρατήσουμε το σπίτι μας.

   Δεν θέλαμε να χάσουμε και εκείνο το σπίτι, δεδομένου ότι ο πατέρας μου διέθεσε το πατρικό του σε κάποιον συγγενή της μητέρας μου, προκειμένου να στεγάσει εκείνος την δική του οικογένεια, αφού δεν είχε δικό του σπίτι.

  Ψάχνοντας λοιπόν ο πατέρας μου να βρει την καταλληλότερη για μας λύση στην Θεσσαλονίκη, την επισκεπτόταν πολύ πιο συχνά εκείνον το χρονικό διάστημα. Αν και εξέταζε πολλές από αυτές όμως, πουθενά δεν κατέληγε, γιατί όπως έλεγε, φοβόταν την πρωτευουσιάνικη νοοτροπία των ανθρώπων που θα έκανε συνεταίρους.

   Ενώ λοιπόν αυτός καθυστερούσε να πάρει κάποια απόφαση γι’ αυτό το θέμα και ενώ ο καιρός περνούσε αμείλικτος για όλους μας, εγώ βρέθηκα έστω και μετά βασάνων όπως πάντα, στην λήξη σχεδόν της σχολικής περιόδου εκείνης της χρονιάς.

   Φοιτούσα στην τρίτη γυμνασίου ως μαθητής και βρισκόμουν στο ίδιο ιδιωτικό γυμνάσιο, στο Σχολάρι Λαγκαδά. Εκεί λοιπόν και τότε ήταν που δέχτηκα για τρίτη φορά επίσκεψη από άγνωστη και περίεργη γυναίκα.

  Αναφέρω περίεργη, όχι γιατί ήθελε αυτή όπως και οι προηγούμενες να ικανοποιήσουν την περιέργεια τους, ζητώντας από μας πληροφορίες, αλλά για να τονίσω τον τρόπο, όπως και τον λόγο της παρουσίας τους, αφού δεν μπορούσα να τις συνταιριάσω με κάτι φυσιολογικό, δικαιολογημένο και προπαντός καθημερινό, έχοντας μάλιστα τέτοια μάτια, που όπως και στα προηγούμενα το ανέφερα, κανένας καθημερινός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει, όσο άδολος και αν είναι.

    Βρισκόμουν στο διάλυμα εκείνη την στιγμή και όπως συνήθως γίνεται στα σχολεία, κάναμε ένα μικρό πηγαδάκι με μερικούς από τους συμμαθητές μου, γύρω από το οποίο και λέγαμε τα δικά μας μέχρι να μπούμε ξανά στην τάξη μας. Κάτι τους έλεγα εγώ και γελούσαν αυτοί, όταν μπήκε ανάμεσα σε μας και από το πουθενά μια ηλικιωμένη και φτωχικά ντυμένη γυναίκα. Τα ρούχα που φορούσε ήταν μεν φτωχικά αλλά ήταν πολύ καθαρά και το παρουσιαστικό της γυναίκας ήταν τέτοιο, που καθόλου δεν έμοιαζε όπως και οι προηγούμενες με ζητιάνα.

  Αναφέρω ότι ήρθε από το πουθενά και αυτή, αφού από πουθενά δεν φάνηκε να έρχεται. Μπήκε ανάμεσα μας, από την απόσταση του ενός μέτρου, την στιγμή που όποιος κι αν βάδιζε στον δρόμο, από όπου και αν ερχόταν, θα φαινόταν ακόμη και αν βάδιζε εκατό μέτρα μακριά από μας.

   Ανέφερα δε τον όρο ζητιάνα όπως είπα, αφού επαιτούσε όπως και οι προηγούμενες. Μπήκε δηλαδή ανάμεσα μας και αφού στάθηκε μπροστά μου αμίλητη, επαιτούσε όπως και το δήλωνε με το προτεταμένο χέρι της.

  Αδιαφορώντας θαρρείς για τους άλλους συμμαθητές μου, περίμενε να της δώσω κάτι και όσο περίμενε αυτή, με κοιτούσε με κείνα τα ίδια νεανικά και πολύ χαρακτηριστικά πεντακάθαρα μάτια.

   Αναγνώρισα το στυλ κι εκείνης της επισκέπτριας και αφού δεν ήξερα τι άλλο θα μπορούσα να κάνω γι’ αυτήν, της έδωσα ως χαιρετισμό κάτι από τα κέρματα που είχα στην τσέπη μου. Αφού το πήρε αυτή, έφυγε από εκεί όπως ήρθε αμίλητη και δεν μπορούσα να την ακολουθήσω, αφού χτύπησε το κουδούνι εν τω μεταξύ και έπρεπε να μπούμε στην τάξη.

  Τίποτε δεν κατάλαβαν οι συμμαθητές μου από εκείνη την επίσκεψη, γι’ αυτό και με πείραζαν βλέποντας την γυναίκα να επαιτεί μόνον από μένα.

 – Από μακριά κατάλαβε η θεία το ποιος έχει λεφτά, γι’ αυτό και ήρθε ανάμεσα από όλους μας κατευθείαν σε σένα. Κατάλαβε και ότι εμείς τίποτε δεν είχαμε να της δώσουμε, γι’ αυτό και αμέσως έφυγε. Πάμε λοιπόν στο μάθημα είπαν και όποιος έχει, έχει. Όποιος σαν και μας δεν έχει, τι μπορεί να δώσει;

   Μπήκαμε αμέσως στην τάξη μας κι εγώ τίποτε δεν τους είπα τότε, αλλά ούτε και αργότερα τους είπα κάτι, αφού και τίποτε δεν μπορούσα να τους πω ως εξήγηση των επισκέψεων που δεχόμουν. Και αν πάλι τους έλεγα κάτι, τι θα καταλάβαιναν άραγε;

  Ωστόσο, τρία πράγματα σπούδασα τότε από εκείνες τις επισκέψεις. Το ένα ήταν ότι ήξεραν αυτές, όποιες και αν ήταν, το που βρισκόμουν ανά πάσα στιγμή. Το άλλο ήταν, ότι μπορούσαν να μου κάνουν επίσκεψη όποια στιγμή ήθελαν χωρίς να με ρωτήσουν. Και το τρίτο ήταν, ότι μάλλον με παρότρυναν να δίνω στους συνανθρώπους μου αδιακρίτως, όποιοι και αν είναι αυτοί που μου το ζητούν, αφού αυτό είναι προφανώς το κυρίως ζητούμενο μεταξύ συνανθρώπων.

   Επειδή δεν είχα καμιά αντίρρηση επ’ αυτού, πείστηκα στο τέλος, ότι καλά κάνω και δίνω και καλά κάνω και συμπονώ τους συνανθρώπους μου, έστω και αν αυτοί δεν θα είναι σε θέση να μου το ανταποδώσουν, αν ποτέ βρεθώ κι εγώ στην ίδια με αυτούς δυσμενή θέση να επαιτώ.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *