Να όμως που μπήκαμε και στην μεγάλη εβδομάδα κι όπως κάναμε πάντα, την τελευταία στιγμή σκεφτόμασταν που να περάσουμε τις Άγιες μέρες του Πάσχα κι αφού δεν βρήκαμε που αλλού να πάμε, καταλήξαμε και πάλι τελικά να πάμε στο Βελβεντό, όπου και σπίτι είχαμε και την γιαγιά μας είχαμε εκεί, η οποία με πολλή χαρά μας περίμενε.
Μόλις δε μας είδε μπροστά της, δεν ήξερε τι να κάνει από την χαρά της κι όλα μαζεμένα μου τα έλεγε.
– Άντι βρε πιδίμ. Είπα κι γώ. Δε θα νάρθουν αφνοί;
Καλώς τους μας είπε χαρούμενη για την άφιξη μας κι αμέσως μου πρόσθεσε τα προβλήματά της.
– Έχου πουλλές δλιές να σι βάλου να κανς. Να. Μι χάλασιν ου θερμουσύφουνας κι δεν ζιστένι του νιρό. Του καζανάκι τρέχει κι δεν σταματάει ντιπ.
Κι αυτήν η σκάλα? Είνι πουλί ψηλιά κι δεν μπουρώ να την ανέβου. Δεν μπουρώ να σκώσου τα πόδια μ’ τα παν. Ηλάτι όμους μέσα κι δα στα πω όλα μη την σειρά.
Δεν ήταν δυνατόν ν’ αφήσω την γιαγιά μας να στεναχωριέται με τα προβλήματα που μου ανέφερε, γι’ αυτό και την ίδια ώρα κιόλας της τα διόρθωσα. Ήταν μεγάλο Σάββατο όμως όταν πήγαμε στο Βελβεντό κι εγώ είχα στο πρόγραμμα μου να μείνω εκεί και την τρίτη μέρα του Πάσχα, προκειμένου να επισκεφτώ ένα πελάτη μας στην Πτολεμαΐδα.
Πέρασαν ευχάριστα οι πρώτες μέρες του Πάσχα, τόσο για μας, όσο και για την γιαγιά μας αφού λύθηκαν τα προβλήματα της και την τρίτη μέρα σύμφωνα με το πρόγραμμα μου, έλεγα στην γυναίκα μου ότι μάλλον ήταν καλύτερα να μείνει εκεί μέχρι να επιστρέψω από την Πτολεμαΐδα και τότε να τους πάρω μαζί μου για την Θεσσαλονίκη.
Άκουσε την κουβέντα μας η αδελφή της πεθεράς μου, η οποία και ζήτησε να έρθει μαζί μου στην ίδια πόλη. Δεν είχα καμιά αντίρρηση βέβαια, αλλά ζητώντας της τον λόγο, μου είπε ότι ήθελε να επισκεφτεί ένα χωριό για την ακρίβεια, το οποίο βρισκόταν λίγο πριν από την Πτολεμαΐδα.
Και για να δικαιολογήσει την επίσκεψη της σ’ εκείνο το χωριό, μου έλεγε ότι ήθελε να μιλήσει με μια γιαγιά εκεί, η οποία ήξερε πάρα πολλά και μέσα από αυτά, ήθελε να μάθει η θεία μας, τι θα γίνει με κάτι που αυτήν πολύ την στεναχωρούσε. Της είπα βέβαια, ότι ήταν χαζομάρες αυτά που σκεφτόταν να κάνει, δεχόμενη συμβουλές, ή υποδείξεις ενδεχομένως από μια γιαγιά, αλλά αφού επέμενε να την επισκεφτεί, την πήρα τελικά μαζί μου.
Κι επειδή φοβόταν να την συναντήσει μόνη της, μου ζήτησε να έρθει μαζί μου μέχρι να κάνω εγώ την δουλειά μου κι επιστρέφοντας από αυτήν, τότε να την συνοδεύσω στο χωριό της επιθυμίας της.
Πήγαμε λοιπόν πρώτα στην Πτολεμαΐδα κι αφού τελείωσα εγώ την δουλειά μου, όντως και μπήκαμε επιστρέφοντας στο χωριό που ζούσε εκείνη η πολύξερη γιαγιά. Όταν επιτέλους φτάσαμε στο σπίτι της, ρωτώντας τους συγχωριανούς της, είδα να την περιμένουν σε ουρά και σειρά ευρισκόμενοι οι άνθρωποι έξω από την πόρτα της.
Όπως διαπίστωνα λοιπόν, όλοι εκείνοι οι άνθρωποι, βρισκόταν εκεί για τον ίδιο λόγο. Να ακούσουν δηλαδή την απάντηση εκείνης της γιαγιάς, για όσα θέματα τους αφορούσαν και ήθελαν να της τα ανακοινώσουν. Απόρησα με την αφέλεια, αλλά και την ανοησία των επισκεπτών της και χωρείς να το θέλω, μου έφυγε αυθόρμητα κι από μόνο του προς τα έξω, το ερώτημα που από πολύ ώρα γύριζε μέσα στο μυαλό μου.
– Καλά; Τι είναι αυτή η γιαγιά που τα ξέρει όλα;
– Δεν ξέρω. Είπε η θεία. Άκουσα όμως, ότι όλα τα ξέρει αυτή κι όπως σου είπα, θέλω κι εγώ να την ρωτήσω κάτι, γι’ αυτό μη κάνεις έτσι, περίμενε να έρθει η σειρά μας και θα δούμε.
Όταν μετά από πολύ ώρα ήρθε επιτέλους και η δική μας σειρά, μπήκαμε στο εσωτερικό του σπιτιού της, όπου μας υποδέχτηκε μια συνηθισμένη χωριάτισσα γιαγιά, η οποία και μας έλεγε κάτι, αφού πρώτα μας κοίταξε καλά, καλά.
– Περιστέρια φέρατε;
– Όχι. Της είπε η θεία μας.
– Να πάτε να φέρετε πρώτα τέσσερα περιστέρια ο καθένας από σας κι όταν τα φέρετε, τότε να μπείτε μέσα.
Αυτό που άκουγα, μου φάνηκε ακόμη ποιο χαζό, αλλά αφού η θεία μας επέμενε να ολοκληρώσει την επίσκεψη της, την συνόδευσα και στο σπίτι κάποιου συγχωριανού της γιαγιάς. Αυτός δε. Διατηρούσε κοπάδια από περιστέρια γύρο από το σπίτι του, τα οποία πουλούσε βεβαίως, για τις περίεργες ανάγκες της γιαγιάς, η οποία, πολύ απλά, έτυχε να είναι συγγένισσα του.
Αφού τέσσερα περιστέρια έπρεπε να πάρουμε για την θεία μας, δεν δίστασα να πάρω και για εμένα τόσα και με αυτά στα χέρια, πήγαμε να δούμε ξανά την γιαγιά κι εγώ ήμουν πολύ περίεργος να δω, τι επιτέλους θα μπορούσε να κάνει αυτή με την συμμετοχή τους. Όταν φτάσαμε εκεί, μπήκε η θεία μας πρώτα στο δωμάτιο που δεχόταν τους πελάτες της η γιαγιά κι εγώ έμεινα έξω στην αυλή του σπιτιού να περιμένω την σειρά μου, ψάχνοντας να βρω, τι θα μπορούσα να της ρωτήσω, ώστε να δω τι θα μου πει.
Περιμένοντας λοιπόν εκεί, είδα έναν παππού να κάθεται πάνω σε μια καρέκλα και λίγο παράμερα έξω από το σπιτάκι της γιαγιάς, τον οποίο και πλησίασα στην πρόθεση μου να μάθω απ’ αυτόν τουλάχιστον, τι επιτέλους ήταν εκείνη η γιαγιά που τα ήξερε όλα και χωρείς κανένα ενδοιασμό, του έκανα το ερώτημα μου. Δεν πρόλαβα καλά, καλά, να ολοκληρώσω την φράση μου όμως κι άκουσα τον παππού να μου λέει αγανακτισμένος σχεδόν.
– Αυτή η γιαγιά παιδί μου είναι τρελή. Αλλά πιο τρελοί από αυτήν, είναι όλοι αυτοί που έρχονται εδώ να τις κάνουν ερωτήσεις. Και μόνον να ήξερες ποιοι περνούν από δω. Γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, παπάδες, ακόμη και δεσποτάδες δεν ντρέπονται, έρχονται εδώ. Εσύ, όμως; Τι δουλειά έχεις εδώ και γιατί ήρθες να την δεις; Εκείνο που σου συμβουλεύω πάντως, είναι να φύγεις τώρα κιόλας και να μην πατήσει ποτέ ξανά το πόδι σου εδώ.
Ήθελα να του κάνω κι άλλες ερωτήσεις, αλλά από σύμπτωση, βγήκε και η θεία μας εκείνη την στιγμή έξω από το δωμάτιο της γιαγιάς, η οποία με καλούσε να μπω κι εγώ στο ιδιαίτερο, αφού ήρθε η σειρά μου, αλλά και τα περιστέρια της είχαμε δώσει. Πριν κάνω οτιδήποτε όμως εγώ, βγήκε έξω από το ιδιαίτερό της η γιαγιά, η οποία κι έλεγε σε μένα καθώς πλησίαζε στο σημείο που μιλούσα με τον παππού.
– Περίμενε λίγο να ξεκουραστώ και μετά να έρθεις κι εσύ μέσα.
Άρπαξε στην συνέχεια, την δεύτερη καρέκλα που υπήρχε δίπλα από τον παππού, στην οποία και κάθισε βέβαια, αλλά και πολύ κουρασμένη μου φάνηκε. Όπως την έβλεπα από κοντά όμως, ήταν αρκετά προχωρημένης ηλικίας, αλλά και μόλις κάθισε, έβαλε αμέσως τις φωνές στον παππού, για όσα άκουσε να μου λέει αυτός νωρίτερα κι αυτά του έλεγε θυμωμένη.
– Εσύ να κοιτάς την δουλειά σου και να μην ανακατεύεσαι στις δικές μου. Κι αφού πιάσανε έντονη κουβέντα μεταξύ τους, της έλεγε κι ο παππούς.
– Αυτό θέλεις; Να κοιτώ εγώ την δουλειά μου κι εσύ να αλωνίζεις εδώ, εξαπατώντας όλους αυτούς τους χαζούς που σου κάνουν επισκέψεις;
Απευθυνόμενος και σ’ μένα μετά, μου έλεγε.
– Τα βλέπεις; Φύγε από δω και δεν έχεις να μάθεις τίποτε καλό από αυτήν.
Θυμωμένη όμως η γιαγιά μαζί του, του επαναλάμβανε το ίδιο.
– Πάψε. Πάψε. Πάψε επιτέλους.
Κι επειδή δεν ήθελε να γίνεται φασαρία μάλλον μπροστά στους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι με πολύ υπομονή περίμεναν την σειρά τους, σηκώθηκε από την θέση της και πηγαίνοντας προς το ιδιαίτερό της, μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. Την ακολούθησα από περιέργεια, αλλά και την ρωτούσα να μου πει, ποιος ήταν εκείνος ο παππούς που την μάλωνε.
Ο άντρας μου είναι είπε η γιαγιά και μπήκα μαζί της στο εσωτερικό του σπιτιού τους. Μπαίνοντας εκεί όμως, ξαφνιάστηκα μπροστά στην θέα τόσων πολλών εικόνων που είδα να είναι κρεμασμένες στους τοίχους των δωματίων της κι αυτές ήταν τόσες πολλές, που καθόλου σχεδόν δεν φαινόταν οι τοίχοι.
Όπως έβλεπα όμως, υπήρχαν δύο συνεχόμενα δωμάτια σ’ εκείνον τον χώρο από την μια πλευρά κι ένα μικρότερο από την άλλη. Ακολουθώντας την, καταλήξαμε στο δεύτερο συνεχόμενο δωμάτιο, όπου και μου ζήτησε να ξαπλώσω πάνω σ’ ένα ντιβάνι που υπήρχε εκεί. Ξάπλωσα αφού μου το ζήτησε, αλλά και δεν είχα βρει ακόμη, τι να την ρωτήσω, γι’ αυτό και την άφησα να κάνει αυτή όσα ήξερε, ή όσα ήθελε. Πήρε λοιπόν στα χέρια της ένα από τα περιστέρια που κρατούσε κλειστά μέσα σε ένα κουτί και μου το έβαλε στο στήθος λέγοντας.
– Αυτό το περιστέρι, θα σου πάρει το άγχος. Έχεις πολύ από αυτό και υποφέρεις. Αν ψοφήσει αυτό, θα σου βάλω και το άλλο κι αν κάνει και κείνο το ίδιο, τότε θα σου βάλω και το τρίτο. Θα σου πάρουν το άγχος τα περιστέρια κι έτσι θα ησυχάσεις.
Ενώ με μιλούσε αυτή, εγώ πρόσεχα τι έκανε, γι’ αυτό και είδα ότι πατούσε τον λαιμό του περιστεριού στο στήθος μου. Βλέποντας το αυτό, της έλεγα με νόημα.
– Έτσι όπως πατάς τον λαιμό του περιστεριού στο στήθος μου, θα το πνίξεις εσύ και ύστερα θα λες ότι αυτό μου πήρε το άγχος.
– Πάψε. Έλεγε. Δεν κάνει να μιλάς ενώ το περιστέρι σου παίρνουν το άγχος.
Έπαψα εγώ αφού έτσι έπρεπε, αλλά και περίμενα να δω το αποτέλεσμα.
Αφού ψόφησαν τα δύο πρώτα, έζησε ευτυχώς το τρίτο περιστέρι κι αφού έζησε αυτό, το άφησε να πετάξει προς στον ιδιοκτήτη του. Μετά κι από αυτό, μου έλεγε με σπουδή η γιαγιά.
– Λοιπόν. Όπως βλέπεις, σου έφυγε το άγχος. Σήκω τώρα πάνω και πάρε την θεία σου να φύγετε. Όταν φτάσεις στον τόπο σου, να αγοράσεις κλειδαριές και να τις κρατάς όλες κλειδωμένες και παντού. Στο σπίτι, στο γραφείο ακόμη και στο αυτοκίνητο σου. Όσο αυτές οι κλειδαριές θα είναι κλειδωμένες, κανείς δεν θα μπορεί να σου κάνει μάγια κι επειδή εσύ έχεις να πας πολλά χρόνια στην εκκλησία, καλά θα κάνεις να πας την παρασκευή που γιορτάζουμε της ζωοδόχου πηγής κι όχι μόνο να πας εκεί, αλλά και να κοινωνήσεις.
Θα πρέπει να ξέρεις ότι σου έκανε μάγια μια κοπέλα που σε θέλει πολύ, γι’ αυτό και δεν σου βγαίνει τίποτε από όσα προσπαθείς με πολύ κόπο. Όταν όμως φτάσεις στο σπίτι σου, να πάρεις μια αλλαξιά από τα εσώρουχα σου και να τα πετάξεις στην θάλασσα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα φύγουν αυτά κι έτσι θα ελευθερωθείς.
Αυτά μου είπε η γιαγιά κι αφού σηκώθηκα, με συνόδευε μέχρι και να βγω έξω από το δωμάτιό της. Ενώ βγαίναμε προς τα έξω όμως, μου έλεγε πολλές τέτοιες και παρόμοιες συμβουλές κι αφού μου είπε αρκετές από αυτές, με άφησε στο τέλος να φύγω. Μπερδεύτηκα όμως αρκετά από όσα άκουσα εκεί και δεν σας κρύβω, ότι όλα τα πίστεψα. Αυτός ήταν κι ο λόγος, που την επόμενη κιόλας μέρα, αγόρασα καμιά δεκαριά μικρές κλειδαριές και τις σκόρπισα παντού στον περίγυρο μου κι όπου αλλού ήταν ελεγχόμενα από μένα.
Μαζί με τις κλειδαριές, πέταξα όπως μου είπε και μια αλλαξιά από τα εσώρουχα μου στην θάλασσα, οπότε έψαχνα από κει και μετά να βρω κάποια διαφοροποίηση στην ζωή μου. Τίποτε τέτοιο όμως δεν φαινόταν και καμιά αλλαγή δεν μου προέκυψε εκ των υστέρων, ώστε να μπορώ να δικαιολογήσω αυτά που άκουσα να μου υπόσχεται εκείνη η γιαγιά.
Κατάφερε όμως να με κάνει να αισθανθώ άσχημα, για το ότι πράγματι εγκατέλειψα και για πολύ καιρό μάλιστα την εκκλησία κι ότι εξαιτίας αυτού, ποτέ μου δεν κοινώνησα. Στεναχωρήθηκα αρκετά είναι αλήθεια όταν συνειδητοποίησα την αδικαιολόγητη απουσία μου από την εκκλησία, την στιγμή που από μικρό παιδί εγώ ζω και βλέπω με τα μάτια μου να κάνει τόσα πολλά για μένα η Παναγία μας.
Αφού παραδέχτηκα το λάθος μου, πήρα την απόφαση και πήγα στην εκκλησία όπου κι όντως κοινώνησα την παρασκευή της ζωοδόχου πηγής. Το τι χαρά ένιωσα μετά από την Θεία κοινωνία δεν λέγετε. Αυτό, πράγματι ήταν αλλαγή στην ζωή μου, γι’ αυτό κι άρχισα να σκέπτομαι πια, τι έπρεπε να κάνω από εκεί και μετά και σε ποιόν θα μπορούσα να πω τον πόνο μου.
Με βάραινε πολύ η συνείδηση μου για όσα είχα υποχρέωση να κάνω και δεν έκανα, απέναντι σε όσα απολάμβανα τόσα χρόνια αφειδώς από το προσωπικό ενδιαφέρον της Παναγίας μας, γι αυτό κι άρχισε να δουλεύει μέσα το ίδιο ερώτημα.
Που θα βρω δηλαδή έναν άνθρωπο να με εντάξει στα δεδομένα της πίστης και της εκκλησίας μας, ώστε να ξέρω στο εξής τι να κάνω και πως να υπάρχω, ως ευγνώμων προς την Παναγία μας άνθρωπος. Δεν ήξερα από που να αρχίσω ψάχνοντας κι επειδή δεν είχα συγκριτικά στοιχεία στα υπόψιν μου, ώστε με αυτά τουλάχιστον να ελέγξω αυτόν που θα εμπιστευόμουν, έβλεπα πολύ συγκρατημένα το όλο θέμα.
Δεν είχα καμιά σχέση με τους κληρικούς, αλλά κι από όσα άκουγα για τη συμπεριφορά τους, δεν μπορούσα να τους εμπιστευτώ. Άφησα λοιπόν το ερώτημα να ωριμάσει μέσα μου και περίμενα να δω από που θα μου έρθει η απάντηση. Όσο για τα χαζά εκείνης της γιαγιάς, δεν είχα κανένα λογικό λόγο πλέον να τα πιστεύω, αλλά κι ένιωθα ευγνώμων απέναντί της για τον λόγο ότι με παρότρυνε να αποκτήσω ξανά σχέση με την εκκλησία μας.
Μιχάλης Αλταλίκης