Ήρθαν τελικά τα παιδιά το απόγευμα όπως το προγραμμάτισε ο πατέρας τους για την παραμονή των Χριστουγέννων κι αφού μας είπαν τα κάλαντα καθώς ήταν αναμενόμενο, ήρθαν αμέσως μετά και κάθισαν δίπλα μου, αποφασισμένα να ακούσουν μια αληθινή ιστορία όπως ήθελαν, την οποία από καιρό πριν μου την παρήγγειλαν και πρώτος ο μεγαλύτερος πήρε τον λόγο.
Άντε παππού, λέγε. Αλλά αληθινή ιστορία όπως είπαμε. Ναι, ναι έλεγε σαν μαγνητόφωνο και η μικρή μας. Αληθινή ιστορία.
Θα σας πω βέβαια μια αληθινή ιστορία, τους είπα κι εγώ ήρεμα, αλλά επειδή είναι κάπως μεγάλη, θέλω να μου πείτε πότε να την σταματήσω, ώστε να την συνεχίσουμε αν θέλετε, την επόμενη φορά που θα μας κάνετε επίσκεψη. Εντάξει; Εντάξει, είπαν τα παιδιά, οπότε, άρχισα να τους την αφηγούμαι.
Μια φορά κι έναν καιρό παιδιά, υπήρχε ένα πολύ μεγάλο βασίλειο. Αυτό δηλαδή που ο Βασιλιάς του σκέφτηκε κάποια στιγμή και θέλησε να υπάρχει, το οποίο βέβαια, έτσι το έφτιαξε Αυτός κι έτσι το διαμόρφωσε, αλλά και έτσι το ετοίμασε κατάλληλα, ώστε να ζουν άνθρωποι σ’ αυτό.
Για τους ανθρώπους και μόνον δηλαδή έκανε αυτό το βασίλειο, μέσα στο οποίο μάλιστα, έβαλε να υπάρχουν και όλα εκείνα που θα ήταν χρήσιμα για την ζωή τους, ώστε να ζουν χωρίς μέριμνες αυτοί, χωρίς σκοτούρες και προπαντός χωρίς τους ενοχλητικούς προβληματισμούς, για το τί θα γίνει αύριο, ή μεθαύριο, μετά από αυτό, ή μετά από εκείνο.
Όταν λοιπόν είδε ο Βασιλιάς, ότι ολοκληρώθηκε η επιθυμία Του κι ότι όλα αυτά που σκέφτηκε να υπάρχουν στο βασίλειο για τις ανάγκες των ανθρώπων, έγιναν έτσι όπως ακριβώς Αυτός τα οργάνωσε με τον νου Του κι αφού βεβαιώθηκε στην συνέχεια, ότι πράγματι του άρεσε έτσι όπως ήταν τελειωμένο, τότε μόνον αποφάσισε να δημιουργήσει και τους ανθρώπους.
Βλέποντας δηλαδή, ότι όλα αυτά που ολοκλήρωναν την εικόνα του βασιλείου Του, ήταν πράγματι κατάλληλα και στην ώρα τους ετοιμασμένα προκειμένου να φιλοξενήσουν άνετα, αλλά και να υπηρετήσουν επαρκώς την ζωή των ανθρώπων σ’ αυτό, τότε μόνον αποφάσισε να βάλει και τους πρώτους ανθρώπου να το κατοικήσουν.
Και ήταν τόσο μεγάλο αυτό το βασίλειο παιδιά, που πράγματι μπορούσε να φιλοξενήσει, αλλά και να υπηρετήσει βέβαια με όλα εκείνα που διέθετε, όχι μόνον τους πρώτους ανθρώπους αλλά και όλους εκείνους που θα τους ακολουθούσαν μετέπειτα, από τις επόμενες γενιές ανθρώπων δηλαδή, όσοι κι αν ήταν αυτοί και όσες χιλιάδες χρόνια κι αν ήθελαν να κατοικούν σ’ αυτό το βασίλειο άνθρωποι.
Από την στιγμή λοιπόν που άρχισαν να το κατοικούν οι πρώτοι άνθρωποι, πράγματι ζούσαν αμέριμνα εκεί, αφού όλα όσα τους χρειαζόταν, ο καλός σωστός και πολύ συμπονετικός βασιλιάς τους τα φρόντιζε.
Αυτός δηλαδή φρόντιζε τις ανάγκες τους κι Αυτός κανόνιζε έτσι τα πράγματα, ώστε τίποτε να μην τους λείπει και κανένα πρόβλημα να μην ενοχλεί την ήρεμη ζωή τους. Κι όλα αυτά βέβαια, για την αγάπη και μόνον που έτρεφε προς τα παιδιά Του ως πραγματικά φιλόστοργος πατέρας.
Για τα παιδιά Του λοιπόν τα είχε όλα αυτά τόσο τέλεια τοποθετημένα στο βασίλειό Του και τόσο εναρμονισμένα μεταξύ τους και έτσι βαλμένα στις θέσεις τους, που να υπηρετούν τους ανθρώπους, είτε ήταν ζώα αυτά, είτε φυτά και δένδρα, είτε λίμνες, ψάρια και θάλασσες.
Από τους ανθρώπους βέβαια, δεν ζήτησε τίποτε περισσότερο από το να αγαπούν τους συνανθρώπους τους και να προσφέρουν την αγάπη τους προς όλους ανεξαιρέτως, όπως ακριβώς έκανε κι ο πατέρας τους. Και να το κάνουν μάλιστα, μιμούνται την δική Του άδολη και φυσική διάθεση που είχε Αυτός να αγαπά τους ανθρώπους.
Όπως ακούτε παιδιά, όσα ζούσαν σ’ αυτό το βασίλειο, δεν έγιναν τυχαία κι από μόνα τους. Ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα ζώα, ούτε τα φυτά, ούτε και τα δάση με τα δένδρα που στόλιζαν τόσο περίλαμπρα αυτό το υπέροχο βασίλειο. Ούτε τα ποτάμια, ούτε οι λίμνες ούτε και οι θάλασσες βέβαια με τα ψάρια τους.
Και όλα αυτά παιδιά, τα έκανε ο καλός Βασιλιάς, γιατί κάτι άλλο μεσολάβησε σε πολύ προηγούμενο χρόνο, το οποίο και Του έδωσε θα λέγαμε την αφορμή, ώστε να δημιουργήσει τους ανθρώπους, για να χαίρονται αυτοί την ζωή που τους χάρισε, όταν κάποιοι άλλοι την αρνήθηκαν. Αυτά όμως θα σας τα πω σε λίγο.
Για την εξυπηρέτηση της ζωής των ανθρώπων όμως στο βασίλειο Του, υποχρέωσε θα λέγαμε ο καλός Βασιλιάς, όλα εκείνα που υπήρχαν εκεί, στην ίδια ζωή και στον ίδιο χώρο, μα ζώα ήταν, μα φυτά και δένδρα ήταν, να δείχνουν συνεχώς την αγάπη τους προς τους ανθρώπους. Να τους προσφέρουν δηλαδή, όχι μόνον τους καρπούς τους, αλλά και την ίδια τους την ζωή ακόμη για τις ανάγκες τους.
Και οι άνθρωποι όμως είχαν υποχρέωση κι από τον βασιλιά τους μάλιστα δοσμένη, ώστε και αυτοί να αγαπούν, όπως και να σέβονται αυτά που τους δώρισε για την ζωή τους. Έπρεπε και αυτοί δηλαδή να δείχνουν την αγάπη τους προς το περιβάλλον τους, αλλά πριν από όλα, προς τον βασιλιά που τους τα διέθετε.
Όπως πρόσεχε και αγαπούσε ο βασιλιάς τους ανθρώπους δηλαδή, έτσι όφειλαν και οι άνθρωποι να προσέχουν και να αγαπούν τα δώρα που τους χάρισε. Τα ζώα, τα φυτά, τα δένδρα και τα ψάρια μαζί με τις λίμνες και την θάλασσα δηλαδή και να τα προσέχουν μάλιστα σαν τα μάτια τους, γιατί χωρίς αυτά, θα κινδύνευαν να πεθάνουν, ή και να θεωρηθούν αχάριστοι και αγνώμονες προς τον δωρητή βασιλιά τους.
Έτσι λοιπόν ήταν αυτός ο τέλειος κόσμος των ανθρώπων και έτσι τέλεια τους φρόντιζε και τους προστάτευε όλους αυτούς κι έναν, έναν ξεχωριστά ο καλός βασιλιάς, από οτιδήποτε θα μπορούσε να τους βάλει σε σκέψεις, ή και σε κίνδυνο, είτε το ήξεραν αυτό οι άνθρωποι, είτε όχι.
Για όλα αυτά τα ωραία λοιπόν, πολύ αγαπούσαν τον βασιλιά τους οι άνθρωποι, αλλά κι Αυτός, δεν πήγαινε πίσω όπως είπαμε. Ότι κι αν ήθελε κάποιος από τους ανθρώπους, αμέσως του το παραχωρούσε, εφόσον βέβαια, έκρινε και ο ίδιος ό,τι πράγματι του ήταν χρήσιμο.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που κανείς δεν ήθελε να έχει κάτι περισσότερο από αυτά που ήδη είχε, αλλά κι ο βασιλιάς ήξερε αν πράγματι είχαν κάποια ανάγκη οι άνθρωποι, ή όχι. Όταν έβλεπε όμως την πραγματική ανάγκη, δεν περίμενε να του ζητήσουν βοήθεια αυτοί, τους την παραχωρούσε από μόνος του, πολύ πριν ακόμη εντοπίσουν εκείνοι το πρόβλημά τους.
Δεν χρειαζόταν δηλαδή να τρέχουν προς το να βρουν τον πατέρα τους, προκειμένου να του αναφέρουν τα αιτήματά τους. Ήξερε κι αυτός δηλαδή τι ακριβώς τους συνέβαινε, όπως και τι σκεφτόταν αυτοί ανά πάσα στιγμή, γι’ αυτό και προλάβαινε τα πάντα, πολύ πριν από τους προβληματισμένους ανθρώπους.
Κι αφού με αυτόν τον τρόπο λυνόταν όλα τους τα προβλήματα όλοι οι κάτοικοι του βασίλειο του, ζούσαν ήσυχα, αρμονικά κι ευχαριστημένοι και προπαντός, απαλλαγμένοι από ανησυχίες και άγχη. Αυτός ήταν κι ο λόγος πάλι θα πω, που όχι μόνον αγαπούσαν τον βασιλιά τους οι άνθρωποι, αλλά και τον δόξαζαν συνεχώς, για την αγάπη που τους είχε.
Αυτός δε, δεν φρόντιζε μόνον για το πως θα ζήσουν καλά τα παιδιά του, αφού σαν καλός πατέρας, τους συμβούλευε κιόλας. Τους μάθαινε δηλαδή, πως να ζουν με αγάπη ο ένας για τον άλλον, αλλά και πως να ζουν, χωρίς να θέλουν να έχουν αυτοί περισσότερα, από αυτά που είχαν οι υπόλοιποι συνάνθρωποί τους.
Όπως ακούσατε παιδιά, τα πάντα είχαν στην διάθεσή τους οι άνθρωποι και για να τα έχουν όλα για πάντα, ένα κανόνα μόνον τους ζήτησε ο καλός βασιλιάς να σέβονται. Κι αυτό που τους ζήτησε, ήταν να μην εμπιστεύονται τις σκέψεις που γυρίζουν στο μυαλό τους.
Αυτές δηλαδή που γυρίζουν μέσα στο μυαλό μας, είτε τις κάνουμε εμείς, είτε γίνονται από μόνες τους. Τους εξήγησε μάλιστα και τον λόγο που δεν πρέπει να τις εμπιστεύονται, γιατί δεν είναι όλες οι σκέψεις μας καλές και προπαντός δεν είναι όλες τους χρήσιμες για την ζωή των ανθρώπων.
Για την ασφάλειά τους μάλιστα από τον κίνδυνο να κρατούν στο μυαλό τους λανθασμένες σκέψεις, είχε και στρατό αυτός ο καλός βασιλιάς. Και τον είχε πολύ καλά οργανωμένο, με μοναδικό σκοπό βέβαια, να προστατεύει τους ανθρώπους από οτιδήποτε υπήρχε περίπτωση να τους βλάψει.
Δεν είχε δηλαδή στρατό για να προστατεύει Αυτός τον εαυτό του από τους ανθρώπους, όπως γίνεται στις μέρες μας, αλλά, για να συμπαραστέκονται οι στρατιώτες Του, στις ανάγκες των ανθρώπων, όποιες κι αν ήταν.
Ήταν δε πάρα πολλοί αυτοί οι στρατιώτες και ήταν τόσοι πολλοί, όσοι ήταν και οι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτό το βασίλειο και πολύ περισσότεροι ακόμη. Στον καθένα από τους ανθρώπους δηλαδή, έστειλε δίπλα του ο καλός βασιλιάς κι έναν στρατιώτη για βοηθό του, ώστε αυτός να τον προστατεύει, όχι μόνον σωματικά, αλλά και πνευματικά και ψυχικά.
Ακόμη και πνευματικά δηλαδή είχαν εντολή από το βασιλιά τους οι στρατιώτες να προστατεύουν τους ανθρώπους. Από τις σκέψεις που έκαναν δηλαδή αυτοί, γιατί δεν ήταν πάντα εύκολο γι’ αυτούς να ξέρουν, αν ήταν χρήσιμες οι σκέψεις τους ή όχι. Αν έπρεπε να τις κρατήσουν δηλαδή, ή αν έπρεπε να τις διώξουν ως λανθασμένες, ή και επικίνδυνες για την ζωή τους.
Και για να μη αισθάνονται καταπιεσμένοι οι άνθρωποι από την παρουσία των στρατιωτών Του στην καθημερινότητά τους, τους έκανε αόρατος ο καλός βασιλιάς. Δεν έβλεπαν δηλαδή αυτοί τους στρατιώτες.
Και για να είναι σίγουροι όλοι τους, άνθρωποι και στρατιώτες, για όλα όσα έπρεπε να συμφωνήσουν μεταξύ τους σε κάθε περίπτωση, αμέσως τα ανέφεραν στον βασιλιά, ο οποίος και βεβαίωνε αν ήταν προς το καλό τους, ή προς το κακό τους αυτό που τους απασχολούσε. Από λογικό φόβο το έκαναν αυτό όλοι τους, μη τυχόν και κάνουν λανθασμένες σκέψεις και αντί να τους βοηθήσουν οι στρατιώτες, ή να βοηθηθούν οι άνθρωποι από αυτούς, προκαλούσαν ζημιά στον εαυτό τους από απροσεξία.
Αυτά λοιπόν έλεγα στα παιδιά εκείνη την ώρα κι επειδή τα είδα να με κοιτούν με απορία, τους ζήτησα να μου πουν αν ήθελαν να συνεχίσω, ή να διακόψω την ιστορία που τους έλεγα.
Παίρνοντας τον λόγο ο εγγονός μου, έλεγε προβληματισμένος. Παππού; Να συνεχίσεις θέλουμε, αλλά επειδή πρέπει να πάμε και αλλού να πούμε τα κάλαντα, θα έρθουμε αύριο να ακούσουμε τα υπόλοιπα. Εντάξει τους είπα κι εγώ, οπότε έφυγαν αμέσως τα παιδιά, με την υπόσχεσή τους βέβαια, να ακούσουν την επομένη την συνέχεια.
Μιχάλης Αλταλίκης