Μικρές ιστορίες

Ma  Μέσα σ’ όλα αυτά που συνέβαιναν τότε στο μπακάλικο του πατέρα μου, είχαμε να αντιμετωπίσουμε και την εγκυμοσύνη της πελάτισσας μας. Άργησε για κάποιο λόγο να κάνει παιδιά αυτή και όταν πια στα σαράντα πέντε της χρόνια έμεινε έγκυος, ήθελε να το ανακοινώσει σ’ ολόκληρη  την γειτονιά.

 Όπως και για πολλά άλλα τέτοια κοινωνικά προβλήματα, ούτε και αυτό της ατεκνίας το αντιμετώπιζαν σωστά τότε οι άνθρωποι, γι’ αυτό και αναγκάζονταν η γυναίκα να διατυμπανίζει την εγκυμοσύνη της.

 Δεν το έκανε από χαζομάρα όπως καταλαβαίνετε, αλλά για να βάλει έναν φραγμό πλέον στα κακόβουλα υπονοούμενα που της εκτόξευαν κάθε τόσο οι κουτσομπόληδες γείτονες μας.

 Είχαν λύσει δηλαδή τα δικά τους προβλήματα και αφού τους περίσσευε χρόνος, ασχολούνταν μετά με την εγκυμοσύνη εκείνης της γυναίκας, η οποία ήλπιζε ότι θα αποκαθιστούσε επιτέλους την θέση της στην κοινωνία όπως της έλεγαν.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που αναγκαζόταν να φωνάζει με δύναμη από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας τους προς τον πατέρα μου, προκειμένου να της βάλει στο καλάθι της ό,τι και αν ζητούσε από το μπακάλικο.

 – Κύριε Κώστα. Κύριε Κώστα. Φέρε μου ένα λεμόνι έως εδώ, γιατί είμαι σε ενδιαφέρουσα και δεν μπορώ να βγω έξω από το σπίτι.

 Της το πήγαινε βέβαια ο πατέρας μου προκειμένου να συμπαρασταθεί στο πρόβλημα της, αλλά και μουρμούριζε ώσπου να της το πάει.

 – Δεν μας φτάνουν όλα τ’ άλλα, έχουμε και την γκαστρωμένη στα σαρανταπέντε της, που θέλει να το διαλαλήσει σ’ όλους.

 – Ο επαγγελματίας, έλεγε σε μένα επιστρέφοντας, υποχρεούται να κάνει και πράγματα που δεν του αρέσουν, ή που δεν είναι στις υποχρεώσεις του. Αν δεν τα κάνει, τότε δεν θα μπορεί να σταθεί, γιατί χάνει την αμεσότητα της σχέσης που πρέπει να έχει με τους πελάτες του και αν χαθεί αυτή, τότε δεν θα μπορεί να σταθεί η επιχείρηση που έχει, είτε μεγάλη είναι, είτε μικρή είναι αυτή.

 Ένα μικρό μπακάλικο έχουμε εμείς και αυτό πάλι βρίσκεται ανάμεσα σε δεκατέσσερα σούπερ μάρκετ που αυτήν την στιγμή λειτουργούν στην γειτονιά μας. Μπορούμε να τα παραβλέψουμε;

 Από τότε που έκαναν την εμφάνισή τους αυτά, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια επιβίωσης όπως βλέπεις σ’ εμάς τους μπακάληδες της παλιάς εποχής, γι’ αυτό και επιβάλλεται να κάνουμε και αυτά που δεν θα έπρεπε, ελπίζοντας ότι έτσι θα κρατήσουμε τους λιγοστούς πια πελάτες μας κοντά μας, αφού απ’ αυτούς περιμένουμε να ζήσουμε.

 Αυτά μου έλεγε ο πατέρας μου και δεν ήταν μόνον αυτός που έβλεπε να σβήνουν σιγά σιγά τα παλιά μπακάλικα, αφού και ο τραπεζικός διευθυντής που ήταν πελάτης μας είχε την ίδια άποψη. Έβλεπε και αυτός το τέλος των μπακάληδων, γι’ αυτό και με συμβούλευε.

 – Δεν έχει μέλλον το μπακάλικο βρε παιδί μου, μη δένεις τον εαυτό σου και την ζωή σου με κάτι που αύριο δεν θα υπάρχει. Πρέπει να βρεις μια δουλειά που να έχει μέλλον.

 – Καλά τα λες του έλεγα, αλλά δεν μπορώ να βρω μια τέτοια δουλειά και για να μη κάθομαι άνεργος, εργάζομαι εδώ και βοηθώ τον πατέρα μου. Ελπίζω βέβαια, ότι θα βρω κι εγώ κάτι αξιόλογο να κάνω στο μέλλον.

 – Θα έχω και εγώ το νου μου, έλεγε αυτός και πράγματι τον είχε.

 Αφού πέρασε κοντά ένας χρόνος όπως είπα από τότε που απολύθηκα από τον στρατό και εγώ ψήθηκα περιμένοντας να βρω μια δουλειά που να είναι στα μέτρα μου, ήρθε ο τραπεζικός ένα απόγευμα μαζί με την γυναίκα του στο μπακάλικο μας και μου έλεγε.

 – Κάτι βρήκαμε για σένα, αλλά γι’ αυτό θα σου μιλήσουμε λίγο αργότερα και όταν πια θα ήμαστε εντελώς σίγουροι.

 Το βεβαίωνε και η γυναίκα του αυτό, η οποία πολύ με συμπαθούσε. Τους άκουσα εγώ αλλά δεν έδωσα και μεγάλη σημασία σ’ αυτό που μου είπαν, για τον λόγο ότι είχα απογοητευτεί ακούγοντας παρόμοιες υποσχέσεις από άλλους, αφού όλες ήταν χωρίς αποτέλεσμα.

 Πέρασε όμως ένας μήνας περίπου από τότε που άκουσα τον τραπεζικό να μου υπόσχεται εκείνο το απροσδιόριστο και μου ζήτησε ένας φίλος μου να τον επισκεφτώ στο γραφείο που εργαζόταν.

 – Ψάχνουμε να βρούμε κάποιον που να θέλει να εργαστεί μεν έλεγε αυτός όταν τον επισκέφτηκα, αλλά και να μπορεί να καλύψει μια υπεύθυνη θέση. Ο λόγος που σε κάλεσα εδώ πρόσθεσε, είναι να κρίνουν οι προϊστάμενοι μου όταν σε δουν, αν όντως μπορείς εσύ ως εργαζόμενος να καλύψεις τις ανάγκες της θέσης για την οποία ψάχνουμε εμείς συνεργάτη.

 Αφού λοιπόν γι’ αυτόν τον λόγο βρισκόμουν εκεί, με παρουσίασε ο φίλος μου στους προϊσταμένους του, οι οποίοι και προθυμοποιήθηκαν να εξετάσουν αμέσως το ενδεχόμενο αν τους κάνω ή όχι για συνεργάτης τους.

 Ανάμεσα σ’ αυτούς όμως, ήταν και ένας άλλος φίλος, ο οποίος όπως φάνηκε εκ των υστέρων, ήταν αυτός που θα είχε τον τελευταίο λόγο για την πρόσληψη μου, αν τους έκανα.

 Με το που είδε αυτός ποιόν έπρεπε να εξετάσουν εκείνη την ώρα, αν τους κάνει για συνεργάτης ή όχι δηλαδή, με απέρριψε αμέσως.

 – Είσαι φίλος μου έλεγε δικαιολογώντας την άρνηση του και εξαιτίας αυτού, δεν θα μπορώ να σε ελέγξω, αν κάνεις εσύ κάτι επιζήμιο για την επιχείρηση που εργάζομαι. Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, δεν μπορώ να υποστηρίξω την πρόσληψη σου.

– Εσύ ξέρεις… του είπα και αφού τον ευχαρίστησα για την απόρριψη που μου έκανε από την πρώτη κιόλας στιγμή, έφυγα από τα γραφεία τους αρκετά  απογοητευμένος από το αποτέλεσμα εκείνης της επίσκεψη. Ήλπιζα όμως, ότι κάπου αλλού θα έβρισκα το τυχερό μου.

 Ελπίζοντας λοιπόν για κάτι άλλο, παρέμενα στο μπακάλικο βοηθώντας τον πατέρα μου και εκεί αντιμετώπιζα την ζωή μου όπως αυτή μου παρουσιάζονταν, γιατί έτσι ήμουν μαθημένος να κάνω και έτσι ήμουν από μικρός εκπαιδευμένος να ζω.

 Υπομένοντας λοιπόν την κατάσταση μου, περίμενα να δω και τι ο Θεός ήθελε να αντιμετωπίσω ζώντας στον χώρο Του, αφού ούτως ή άλλως όλα του Θεού είναι έλεγα στον εαυτό μου και όλα σ’ Αυτόν ανήκουν.

 Δική του είναι η ζωή, δικός του είναι και ο χώρος που ζούμε, δικοί του ήμαστε κι εμείς, όσο και αν βλακωδώς και παντοιοτρόπως προσπαθούμε να το αρνηθούμε.

 Εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να το αρνηθώ αυτό, όπως πολλές φορές το έχω πει, έστω και αν μείνω ο μόνος άνθρωπος στην γη που θα το υποστηρίζει, αφού πολλά έχω να διηγηθώ για τις αφειδώς παρεχόμενες φροντίδες Του, αυτές που από τα παιδικά μου χρόνια δέχομαι και μάλιστα χωρίς να Του τις έχω ζητήσει.

 Περίμενα λοιπόν να δω μαζί με την δική μου αναζήτηση για κατάλληλη εργασία και την επιθυμία του Θεού στην δική μου επιλογή, αλλά και επέμενα ψάχνοντας για μια δουλειά στα μέτρα μου και τέτοια, που να μπορώ μέσα απ’ αυτήν να χρησιμοποιήσω τα δεδομένα μου, αφού είχα πολλά και ικανά απ’ αυτά να αντιμετωπίσω με αξιώσεις την ζωή μου.

 Μαζί με τις δικές μου ενέργειες δηλαδή, περίμενα να δω υπομονετικά και το τι ο Θεός ήθελε από μένα να κάνω ως εργαζόμενος, αφού όπως είπα δικαιολογούσα και το να ζω εναρμονισμένος με τις δικές Του επιθυμίες.

 Αν είχαμε λίγη λογική, άκουγα τον εαυτό μου να λέει σχετικά μ’ αυτό το θέμα μια μέρα μέσα μου και αν δείχνανε λίγη ευγνωμοσύνη προς Αυτόν που μας φιλοξενεί στο σπίτι του, τότε θα νιώθαμε και την υποχρέωση που έχουμε απέναντι Του στο να Τον ρωτούμε για το τι και πως να κάνουμε σε κάθε περίπτωση και για το κάθε τι, αφού μαζί Του και στον χώρο Του ζούμε την ζωή μας.

 Αν δεν κάνουμε κάτι τέτοιο, τότε του δίνουμε το δικαίωμα να μας αντιμετωπίζει σαν χαζούς και δικαιολογημένα θα λέει για μας μετά.

 – Καημένοι άνθρωποι. Ούτε ξέρουν που βρίσκονται, ούτε τι κάνουν ξέρουν. Οικειοποιούνται όσα εγώ αφειδώς τους παρέχω και αφού κλείνουν τα αυτιά τους και τα μάτια τους ώστε να μη με βλέπουν και να μη μ’ ακούν, ταλαιπωρούν ύστερα ο ένας τον άλλον και σαν χαζοί που ζουν στον ίδιο ξένο γι’ αυτούς αχυρώνα, διεκδικούν ο καθένας ξεχωριστά για τον εαυτό του, περισσότερα από τον διπλανό του, νομίζοντας ότι αυτό είναι όχι μόνον δικαίωμα τους αλλά και υποχρέωση τους.

 Καημένοι άνθρωποι. Κλείνουν τα μάτια τους ώστε να μη με βλέπουν, για να λένε ευθαρσώς μετά ο ένας προς τον άλλον, ότι δεν υπάρχει άλλος ιδιοκτήτης εκτός από μας για όσα έχουν στην κατοχή τους, γι’ αυτό και ότι βρίσκεται γύρω τους το θεωρούν δικό τους.

 Και δεν τους φτάνει αυτό, αλλά επιμένουν να κοκορεύονται ύστερα, ότι αυτοί τα ανακάλυψαν όλα, ή ότι αυτοί τα εφηύραν όλα και μάλιστα μέσα από το πουθενά.

 Ευχαριστημένοι μετά από τις ενέργειες τους, αποδίδουν στον εαυτό τους όση δόξα θέλουν να έχουν, επηρεασμένοι από τον άκρατο εγωισμό που τους φόρτωσε ο κατ’ εξοχήν εφευρέτης της αποστασίας και του εγωισμού.

 Συμφωνούσα εγώ μ’ όλα αυτά που εκφραζόταν μέσα μου και όπως ήταν επόμενο, έδενα για πολλοστή φορά τον εαυτό μου και την ζωή μου με τα προαναφερόμενα έτσι, που να μην μπορώ να αποκοπώ ούτε από τον δημιουργό μου, αλλά ούτε και από τα δεδομένα Του, όσο και αν επέμενα σαν εμπαθής άνθρωπος κι εγώ να προσθέτω και δικές μου σκέψεις για το πως θα ήθελα να ζήσω την ζωή μου.

 Οι δικές μου σκέψεις βέβαια δεν διέφεραν και πολύ απ’ αυτές των άλλων ανθρώπων, που τους έβλεπα να ζουν όπως τους βόλευε, όπως τους άρεσε και όπως τους ήταν εύκολο γι’ αυτούς να το επιδιώκουν.

 Εμένα όμως δεν μου επιτρεπόταν να ταυτιστώ μ’ αυτές τις θέσεις, γιατί δεν με άφηναν ανεπηρέαστο οι προς τον Θεό μας υποσχέσεις, αυτές δηλαδή που από μικρός συμφώνησα μαζί Του και μου επέβαλαν την πλήρη ταύτιση με τα δικά Του δεδομένα.

  Έκανα συμφωνίες μαζί Του τότε και ήθελα να τις ακολουθήσω, μόνο που δεν έβλεπα κανέναν άλλον να ζει με συμφωνίες και αυτό με έβαζε σε αμφιβολίες για το αν πατούσα καλά στα πόδια μου και αν ήξερα τι έκανα, ή αν τα φανταζόμουν όλα αυτά που μου συνέβαιναν και εξαιτίας αυτών των φαντασιώσεων, ταλαιπωρούσα τον εαυτό μου και τον περίγυρό μου.

 Αυτή η διχογνωμία λοιπόν ήταν που με κούραζε όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και άρχισα να έχω τάσεις αθέτησης αυτών των συμφωνιών, πράγμα βέβαια που ποτέ δεν έκανα, γιατί άκουγα την συνείδηση μου να με παρουσιάζει ως δειλό.

 – Είσαι δειλός, μου έλεγε. Αφού έχεις την υποδομή  να αντιμετωπίσεις την ζωή σου με μεγάλο βαθμό δυσκολίας και αφού αυτό συμφώνησες από τότε που ήσουν μικρός, τώρα γιατί ψάχνεις με πιο εύκολο τρόπο να ζήσεις την ζωή σου ως μαλθακός;

 Ντρεπόμουν για όσα άκουγα να μου καταλογίζει η συνείδηση μου αλλά και ήθελα να ζήσω χωρίς ηθικές δεσμεύσεις, απολαμβάνοντας μαζί με τους άλλους ανθρώπους όσα μπορούσα, νομίζοντας ότι έτσι θα γνώριζα από κοντά όσα αυτή η ζωή μας προσφέρει και ότι διαφορετικά δεν θα ήξερα τι θα έχανα απ’ αυτήν την ζωή.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που ζήτησα από τον Θεό να μου δώσει πέντε χρόνια περιθώριο, ώστε μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα να κάνω κι εγώ ό, τι θέλω και να ζω όπως μου αρέσει, με την συμφωνία βέβαια, ότι αν με δει να κάνω προσπάθειες που να μ’ οδηγούν προς την μαλθακότητα, τότε αυτό να μη μου επιτραπεί.

 Μετά απ’ αυτήν την ανανεωμένη συμφωνία, αφέθηκα ελεύθερος για πέντε χρόνια και όντως έκανα ό, τι έβαζε ο νους μου, πλην όμως πάντα μέσα σε απολύτως ελεγχόμενα πλαίσια.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *