Συμφωνώντας κι εγώ μαζί του λοιπόν, άρχισα να του αναφέρω τον λόγο της επίσκεψής μου στο σπίτι του και πολύ συνοπτικά του έλεγα, ότι ήθελα να μου καθαρίσει μια αποθήκη την επομένη το πρωί αν μπορούσε κι αν δεν τον έβγαζα από το καθημερινό του πρόγραμμα βέβαια, γιατί κι εγώ δεν είχα περιθώρια χρόνου αναμονής για άλλη μέρα, λόγω κάποιας ανάγκης καθαρού χώρου που μας προέκυψε στα ξαφνικά.
Κι επειδή η συγκεκριμένη αποθήκη είναι αρκετά μακριά από το σπίτι σου του εξηγούσα, θα έρθω να σε πάρω κατά τις οκτώ το αύριο το πρωί, αν βέβαια μου υποσχεθείς ότι μπορείς να μου κάνεις αυτήν την δουλειά.
Εγώ Θα σε πάω εκεί του έλεγα κι εγώ θα σε επιστρέψω στο σπίτι σου όποια ώρα εσύ μου το ζητήσεις, όταν βέβαια θα δεις τι ακριβώς έχεις να κάνεις. Όσο για σύνεργα, τίποτε να μην υπολογίζεις, γιατί πολλά από αυτά υπάρχουν στην αποθήκη. Και νερό έχει πρέπει να σου πω, για τον λόγο που σίγουρα το θα χρειαστείς. Τί λες λοιπόν; Θα μπορέσεις να το κάνεις; Όσο για την αμοιβή σου, εσύ θα την ορίσεις κι εγώ όπως πάντα θα σου την καταβάλω.
Χαμογελώντας αυτός, έλεγε με την κλασική καλοσύνη της φωνής του και χωρίς να είναι επηρεασμένος από την κουβέντα που είχε με την κόρη του. Κάθε φορά που μου ζητάς να σου κάνω κάτι βρε Μιχάλη, ευχαρίστως το κάνω. Θα μπορούσα άραγε να σε αφήσω αβοήθητο τώρα;
Θα το κάνω λοιπόν και το πρωί να έρθεις νωρίτερα από τις επτά να με πάρεις, αφού όπως ξέρω κι εσύ νυχτοπούλι είσαι, γιατί από της έξη το πρωί βρίσκεσαι στην αγορά. Έλα στης έξη και μισή λοιπόν, ώστε κι εσύ να προλάβεις της δουλειές σου. Όσο για τα υπόλοιπα, θα τα βρούμε μαζί, γιατί και σωστός είσαι και αγαπητός μου είσαι.
Αυτά λοιπόν είπαμε με τον μπάρμπα Χαράλαμπο εκείνη την ώρα και δεν χρειάστηκε να πούμε περισσότερα, οπότε, τον χαιρέτησα κι έφυγα από το σπίτι του, αφού βέβαια ευχαρίστησα και την γυναίκα του την κυρία Βαγγελιώ, που προθυμοποιήθηκε να μου προσφέρει κάτι για φαγητό, λόγο του ότι η ώρα ήταν περασμένες τρείς το απόγευμα πια κι όπως ήξερε από άλλες κουβέντες μας, θα έφτανα στο σπίτι μου μετά τις τέσσερεις.
Έφυγα λοιπόν και κάπως γρήγορα κατά την συνήθειά μου πήγαινα στο σπίτι μου. Μέχρι να φτάσω εκεί όμως, λεπτό δεν έφυγε το μυαλό μου από τον μπάρμπα Χαράλαμπο, για την δυνατότητα που είχε να νουθετεί πολύ σωστά και δίκαια όποιον ήθελε να βοηθήσει, αν και δήλωνε αγράμματος.
Και στην κόρη του το ίδιο έκανε βέβαια, αλλά όπως πολύ καλά το ήξερα, πολλά δοκίμαζε αυτή χωρίς τις ανάλογες πνευματικές βάσεις και κάθε τόσο προβλημάτιζε τον πατέρα της με την συμπεριφορά της.
Όχι γιατί ήταν ατίθαση η κοπέλα, αλλά γιατί είχε ενστερνισθεί τεμπέλικες θεωρητικές θα λέγαμε, από αυτές δηλαδή που υποχρεώνουν τους ανθρώπους να μην επεξεργάζονται πρώτα, αυτά που πρόχειρα τους παροτρύνει ο λογισμός τους να κάνουν κι αυτός ήταν ο λόγος που φορτώθηκε πολλά προβλήματα και νόμιζε μετά, ότι αν χώριζε, θα γλύτωνε από αυτά.
Ζήτησε και την συναίνεση του πατέρα της για όσα σκεφτόταν να κάνει κι επειδή αυτός την υποχρέωσε να αναλάβει επιτέλους της ευθύνες της, πολύ στεναχωρημένη έφυγε από το σπίτι του.
Και καλά της έκανε θα έλεγα, γιατί άργησε να απογαλακτιστεί όπως αποδείχτηκε κι όταν έκανε την δική της οικογένεια και της φανερώθηκαν τα δύσκολα, σκεφτόταν να τα αποφύγει, νομίζοντας μάλλον, ότι δεν θα της ακολουθούσαν κι άλλα προβλήματα μαζί με αυτά που ήδη της ήταν γνωστά και την ταλαιπωρούσαν.
Τον κάπως καθυστερημένο απογαλακτισμό της Ευδοξίας μελετώντας όμως, την συμπεριφορά της γάτας μας θυμήθηκα, αλλά και την γιαγιά μας που όλα τα ζώα της χαϊβάνια τα αποκαλούσε.
Είτε τα αποκαλούμε χαϊβάνια λοιπόν τα ζώα, είτε απλός ζώα, ως τέτοια τα συμπεριφερόμαστε υπερτιμώντας τον εαυτό μας εμείς οι άνθρωποι, νομίζοντας πολύ απλά, ότι είμαστε ανώτερα όντα από αυτά, μόνο και μόνο γιατί είμαστε άνθρωποι.
Υποτιμώντας όμως τα ζώα, καθόλου δεν προσέχουμε την συμπεριφορά τους, ώστε να μάθουμε από αυτά τουλάχιστον, τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς σε κάθε περίπτωση ως άνθρωποι όταν είμαστε παιδιά, όπως κι τι πρέπει να κάνουμε όταν γινόμαστε γονείς και μεγαλώνουμε παιδιά.
Η γάτα μας βέβαια δεν πήγε σε σχολείο, αλλά όπως έβλεπα μελετώντας την συμπεριφορά της, εκπαίδευε με πολύ τέχνη και υπομονή τα γατάκια της, πως να αντιμετωπίσουν με δυνατότητες τον σκοπό της ζωής τους.
Όσο ήταν μικρά λοιπόν αυτά, αυτή μασούσε την τροφή που έπρεπε να τα δώσει και μασημένη την άφηνε μπροστά τους προκειμένου να την δουν πρώτα, αλλά και να την γευτούν ύστερα.
Όταν μεγάλωσαν κάπως όμως, δεν μασούσε την τροφή τους εντελώς. Την άφηνε λίγο αμάσητη, για να μάθουν σιγά, σιγά κι αυτά, ότι θα πρέπει να την μασούν με την δική τους προσπάθεια πριν την καταπιούν.
Μεγαλώνοντας αρκετά πια, άλλαξε πλέον μοτίβο κι όπως έβλεπα να κάνει, μόνη της έψαχνε να βρει την τροφή που θα τα πήγαινε κι όταν την έβρισκε, με πολλούς τρόπους την παρουσίαζε στα γατιά της, ώστε να μάθουν σε πρώτη φάση, τι να υπολογίζουν κι αυτά ως τροφή.
Κι επειδή της περισσότερες φορές ποντίκια και σπουργίτια τα πήγαινε, επίτηδες τα άφηνε σκοτωμένα μπροστά τους, για να μάθουν σε δεύτερη φάση, πως να αφαιρούν από την τροφή τους, αυτά που δεν τρώγονται και την καλύπτουν.
Μετά από αυτό και σε τρίτη φάση, πήγαινε μισό ζωντανά θα λέγαμε τα ίδια θύματα, ώστε να μάθουν τα παιδιά της και πως να αποτελειώνουν την τροφή τους. Όταν έμαθαν κι αυτό, τότε πια τους την πήγαινε εντελώς ζωντανή, σκοπεύοντας να μάθουν και πως να την πιάνουν κι από πού μάλιστα για να μην τους φύγει και μείνουν νηστικά.
Όταν ήρθε η ώρα όμως κι έκρινε ότι ήταν έτυμα πια τα παιδιά της να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής τους, μαζί κυνηγούσαν τα πάντα, ώστε να μάθουν και πως να επιβιώνουν μόνα τους, όταν η μάνα τους δεν θα ήταν δίπλα τους.
Κι όταν πια ολοκληρώθηκε κι αυτή η εκπαίδευση, έβλεπα την γάτα μας να διώχνει πλέον τα γατιά από κοντά της και μάλιστα χτυπώντας τα όπως μου φάνηκε και δεν μπορούσα να εξηγήσω την συμπεριφορά της.
Ο γείτονάς μας όμως, μου εξήγησε τελικά, ότι δεν τα χτυπούσε από κακία, αλλά με σκοπό να μάθουν επιτέλους, ότι μόνα τους από εδώ και στο εξής θα πρέπει να μάχονται για την επιβίωσή τους. Ακόμη και την μάνα τους δηλαδή από αυτό το σημείο και μετά θα πρέπει να βλέπουν ως ανταγωνίστρια.
Αυτός άλλωστε ήταν κι ο λόγος, που όταν εύρισκε τροφή η μάνα τους, δεν καλούσε πια τα παιδιά της να την φάνε μαζί όπως έκανε πριν. Έτρωγε μόνη της δηλαδή αυτό που έβρισκε κι όταν αυτά την πλησίαζαν, με πολύ έχθρα τα απομάκρυνε, για να μάθουν να διεκδικούν και την τροφή τους μόνα τους όπου κι αν την έβρισκαν μπροστά τους και να το κάνουν μάλιστα με την δύναμη τους και την εξυπνάδα τους, γιατί διαφορετικά, μάλλον θα πέθαιναν νηστικά.
Ζούγκλα θα μου πείτε. Ναι. Ζούγκλα είναι η δική τους ζωή, αλλά δεν είναι ξεκάρφωτη. Την διδάσκονται από την μητέρα τους όταν είναι μικρά και με πολύ υπομονή και σεβασμό για την ζωή τους μετά, την μεταδίδουν στα παιδιά που θα αποκτήσουν όταν γίνουν αυτά γονείς.
Η δική μας ζωή βέβαια δεν είναι τέτοια, αφού άλλα είναι τα ανθρώπινα δεδομένα. Όπως κι αν έχει το πράγμα όμως, δεν θα έπρεπε να κάνουμε κι εμείς το ίδιο; Να σπουδάζουμε από μικροί δηλαδή τον εαυτό μας, όπως και τα παιδιά μας όταν γινόμαστε γονείς, πως να αντιμετωπίζουμε επάξια, σωστά και σίγουρα την ζωή όλων μας και μάλιστα με την ανάλογη προετοιμασία;
Βεβαίως κι έπρεπε θα μου πείτε, αλλά εμείς δεν θέλουμε να απογαλακτίσουμε ούτε τον εαυτό μας, ούτε τα παιδιά μας όπως μας διδάσκουν τα ζώα να κάνουμε. Προτιμούμε να μένουμε κολλημένοι στους γονείς μας, όπως και να κρατάμε κολλημένα τα παιδιά μας επάνω μας, μέχρι που να γεράσουμε εμείς κι αυτά, έστω κι αν μείνουμε όλοι μαζί και διά παντός μάλιστα μαμμόθρεπτοι όπως λέμε.
Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που βλέπουμε τον εαυτό μας, όπως και τα παιδία μας, να συμπεριφέρονται σαν χαμένα κι εγκλωβισμένα στους χώρους της κατάθλιψης, αδυνατώντας να ορθοποδήσουν.
Ούτε σαν άτομα δηλαδή να είμαστε σωστοί όλοι μας, ούτε σαν σύνολο ανθρώπων. Κι αφού μας βρίσκουν ξεχαρβαλωμένους οι επιτήδειοι, πολύ εύκολα μετά γι’ αυτούς, μας κάνουν όλους μαζί ότι θέλουν κι όπως θέλουν, παραποιώντας ακόμη και την ανθρώπινή μας παρουσία.
Άντε τώρα να πούμε στα παιδιά μας, ότι μόνον εμείς οι γονείς φταίμε για όλα τα δικά τους και τα δικά μας στραβά, για να γίνουμε όλοι μαζί ακόμη χειρότεροι από ότι πράγματι είμαστε, αρνούμενοι να δεχθούμε τελικά, ότι όλοι μας φταίμε στην πραγματικότητα.
Και φταίμε όλοι μαζί εξίσου, γιατί όλοι μαζί αποφεύγουμε να δεχθούμε ότι επιβάλετε να συνεργαζόμαστε προκειμένου να εντοπίσουμε πρώτα τον πραγματικό σκοπού του ανθρώπου επί της γης. Κι αφού τον εντοπίσουμε, με σύνεση και πάλι όλοι μαζί να τον ακολουθήσουμε.
Τα ζώα πρέπει να πούμε, ότι μόνον ένα σκοπό έχουν στην ζωή τους, αυτόν δηλαδή της επιβίωσής τους. Κι όπως είδατε, από μικρά σπουδάζουν πως να τον ολοκληρώσουν με ασφάλεια για τον εαυτό τους.
Εμείς όμως οι άνθρωποι δεν είμαστε ζώα. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που επωμιστήκανε και δεύτερο σκοπό ζωής μαζί με αυτόν της επιβίωσής μας. Κι αυτό που επωμιστήκαμε, είναι να σώσουμε την ψυχή που μας χαρίστηκε, η οποία είναι άφθαρτη και θα ζει αιώνια, όπου κι αν καταλήξει εξαιτίας μας κι εξαιτίας της δική μας επιμελημένης, ή ατημέλητης προσπάθειας.
Αν και ξέρουμε όμως, ότι πράγματι έχουμε αυτήν την υποχρέωση, τίποτε δεν κάνουμε για την ασφαλή ολοκλήρωση αυτού του σκοπού. Αντιθέτως κι ακολουθώντας τεμπέλικες μάλλον θεωρίες, επιτρέπουμε στον εαυτό μας να φαντάζεται ψεύτικους σκοπούς να ακολουθήσει κι από εγωισμό και τεμπελιά κινούμενοι μετά, πολύ εύκολα λέμε, ότι δεν χεριάζετε να σπουδάσουμε τίποτε.
Έτσι ενεργώντας όμως, φτάσαμε στο σημείο να διεκδικούμε όλοι μαζί τα πάντα, όπως και τα της ζωής όλων μας, με τους προσωπικούς μας νόμους κι όχι με τους νόμους που πράγματι υπάρχουν κι από την πείρα γράφτηκαν για να διαμορφώσουν επάξια και οικειοθελώς την ανθρώπινη εξέλιξή μας και να την κάνουμε όπως πρέπει κι όχι όπως ο καθένας από εμάς την φαντάζεται τεμπέλικα σκεπτόμενος.
Αν δεν μπούμε λοιπόν στην λογική του να συνεργαστούμε όλοι μαζί για τον παραπάνω σκοπό, τίποτε δεν θα πετύχουμε ως ανθρώπινο γένος. Ως γένος όντων όμως, ή ως γένος ανθρωποειδών, κανένας λόγος δεν μας υποχρεώνει να διορθώσουμε κάτι, αφού όσοι επέλεξαν να ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία, είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν κι ότι τους κατεβάσει η κούτρα τους όπως λέμε και κανείς δεν έχει δικαίωμα να τους κατηγορήσει, όσο κι αν εμποδίζουν αυτοί με τον τρόπο τους, αυτούς που θέλουν να ζουν ως άνθρωποι κι αισθάνονται την υποχρέωση να διαφυλάξουν της ψυχή τους και τον εαυτό τους κατάλληλα, ώστε να ολοκληρώσουν τον πραγματικό σκοπό της ζωής τους.
Γι’ αυτούς πάντως που θέλουν να ζουν ως άνθρωποι και δέχονται ότι κληρονόμησαν την ψυχή που ζει μέσα τους, όπως κι ότι επιβάλλεται να την διαμορφώσουν με δική τους ευθύνη και προσπάθεια προκειμένου να την παραδώσουν με ασφάλεια εκεί που ανήκει, μάλλον πρέπει να δεχθούν, ότι χρειάζεται να εκπαιδευτούν γι’ αυτόν τον σκοπό.
Για να μπούμε λοιπόν στην έναρξη της αρχής που επιβάλλεται να ακολουθήσουμε, διεκδικώντας το πραγματικό μέλλων μας, μάλλον πρέπει να παραδεχθούμε τελικά, ότι όλοι μαζί φταίμε, ότι τώρα το προσέξαμε κι ότι όλοι μαζί πρέπει να επιδιώξουμε την επανόρθωσή μας, αν βέβαια θέλουμε να υπάρχουμε στην ζωή, ως εξειδικευμένοι άνθρωποι κι όχι ως ξεχαρβαλωμένα άτομα, που δεν ξέρουν τί ακριβώς είναι και που ακριβώς πρέπει να καταλήξουν σ’ αυτήν, ή στην επόμενη ζωή τους.
Από τεμπελιά επηρεασμένοι πάντως, το ποιο σίγουρο είναι να πούμε στον εαυτό μας, ότι όλα εδώ είναι κι ότι όλα εδώ τελειώνουν, για να μην βάλουμε τον εαυτό μας να αποκτήσει πραγματικές ανθρώπινες προϋποθέσεις, έστω κι αν γνωρίζουμε κατά βάθος ότι λέμε ψέματα, γιατί πράγματι όλα αρχίζουν ύστερα κι από αυτήν την ζωή ξεκινώντας, όσο απροετοίμαστοι κι αν θέλουμε να την βιώνουμε όλοι μαζί κι ο καθένας ξεχωριστά.
Κι επειδή το αποτέλεσμα της προσωπικής μας ψυχικής εξέλιξης μετράει για το που και το πως θα βρεθούμε ύστερα, μάλλον είναι καιρός να ξεχάσουμε τις τεμπέλικες εκδοχές, γιατί αν δεν μάθουμε πως να διαμορφωθούμε πνευματικά και πως να κοπιάσουμε για την απόκτηση της επόμενης ζωής, όλα λάθος θα συνεχίσουμε να τα κάνουμε κι όλα στο αβέβαιο μέλλον θα συνεχίσουν να μας οδηγούν.
Αυτά λοιπόν μελετούσα εκείνη την ώρα και πράγματι αισθάνθηκα άσχημα για την προσωπική μου κατάσταση τουλάχιστον, την οποία έβλεπα όντως ελλιπή, έστω κι αν ελεγχόμενα την επιδίωκα. Κι εγώ δηλαδή παραδέχτηκα ότι ο κόπος που χρειάζεται να πίσω τον εαυτό μου να κάνει αυτό που πρέπει σε κάθε περίπτωση, αυτός είναι που με σπρώχνει να κάνω ότι εγώ νομίζω, αφού αυτό ιδικά, από μόνο του βγαίνει και καθόλου κοπιαστικό δεν είναι.
Ασφαλώς και μας φαίνεται κοπιαστική η διαμόρφωση μας, γιατί μόνοι μας την επιδιώκουμε και χωρίς την συμμετοχή του Θεού στην προσπάθειά μας. Δεν μάθαμε δηλαδή να ζούμε μαζί Του και με την συμπαράστασή Του.
Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, ένα ερώτημα κάθισε πια στο μυαλό μου και δεν υποχωρούσε. Μήπως ήρθε τελικά η ώρα, του να ζητήσουμε όλοι μαζί επιτέλους την συμπαράσταση Του, ώστε να πετύχουμε στα σίγουρα τον σκοπό μας;
Μιχάλης Αλταλίκης