Οι Δεύτερες Εκλογές Μετά Την Μεταπολίτευση

  Από τα μέσα εκείνης της χρονιάς, του 1981 δηλαδή, ζούσαμε και πάλι κάτω από πολύ έντονη πολιτική αντιπαράθεση, μέσω της οποίας ζητούσε η αντιπολίτευση όπως πάντα την κήρυξη εκλογών, λες κι ότι αυτό ήταν που έλειπε από την ούτως ή άλως δύσκολη καθημερινότητα μας. Εδώ και τώρα εκλογές λοιπόν ζητούσε απερίφραστα και σύσσωμη μάλιστα η αντιπολίτευση, όπως και να πάψει επιτέλους η πλουτοκρατία, να εκμεταλλεύεται τον αδύναμο εργάτη.

Και με αυτά τα γνωστά και σαν μαστίχα μασημένα συνθήματα στο μυαλό τους, έτρεχαν σαν μαγεμένοι θαρρείς και πάλι οι πρόχειροι κι απρόσεχτοι ψηφοφόροι στις εκάστοτε συγκεντρώσεις, σ’ αυτές δηλαδή που πολύ έντεχνα τους προετοίμαζαν, οι επίσης καλά εκπαιδευμένοι πολιτικοί μας. Το κυβερνών κόμμα βέβαια, υποστήριζε ότι δεν υπήρχε λόγος να γίνουν εκλογές, αλλά αφού επέμενε η αντιπολίτευση να τις ζητά, υποχρεώθηκε να τις δρομολογήσει όπως μας το διατυμπάνιζε, γι’ αυτό και τις όρισε να γίνουν στα μέσα του Οκτώβρη του 1981.

Όταν μπήκαμε όμως στον Σεπτέμβριο μήνα, η κατάσταση έγινε αφόρητη από τις φωνές αυτών που επιθυμούσαν να μας κυβερνήσουν κι ο καθένας από αυτούς έκανε ότι ήταν δυνατόν, προκειμένου να κερδίσει την εύνοια όλων των ψηφοφόρων. Από ότι μας έδειχναν τα πράγματα όμως, δύο ήταν οι κυρίως αντίπαλοι και μεταξύ αυτών των δύο παιζόταν το παιχνίδι των εντυπώσεων, οπότε κι ο καθένας από αυτούς, χειριζόταν το θέμα με τα δικά του όπλα και μέσα.

Ο ένας υποψήφιος, αυτός δηλαδή που ήταν μέχρι πρότινος πρωθυπουργός μας με το κόμμα του, όλο τον χρόνο έλεγε το ίδιο. Ότι πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι μας, γιατί τα οικονομικά του κράτους μας δεν ήταν καθόλου καλά. Ο άλλος πάλι, αυτός δηλαδή που από τα ανέλπιστα βρέθηκε δεύτερος διεκδικητής της πρωθυπουργικής θέσης, ήταν αρκετά καλά διαβασμένος όπως φάνηκε από την συμπεριφορά του, αφού συνειδητά πλέον υποσχόταν λαγούς με πετραχήλια σε όλους ανεξαιρέτως τους ψηφοφόρους.

Οι ανημέρωτοι όμως, απληροφόρητοι και έρμαια των κομμάτων όπως πάντα ψηφοφόροι, αυτοί δηλαδή που λειτουργούν σύμφωνα με τις υποδείξεις των κομμάτων που τους γαλουχούν, αναγκάστηκαν και πάλι με διαβρωμένες τις συνειδήσεις τους να υποστηρίξουν με την ψήφο τους το κόμμα της επιλογής τους, έχοντας να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο κύρια συνθήματα.

Το ένα έλεγε. Ή Εμένα ή τα τανκς, γιατί λεφτά δεν υπάρχουν. Ενώ το άλλο έλεγε. Η εξουσία να δοθεί στον κυρίαρχο λαό και μαζί με αυτό, υποσχόταν άκρατη ευημερία για όλους.

Αφού κανείς όμως από τους πολιτικούς αρχηγούς δεν ελέγχετε, για όσα σκέφτεται να κάνει προς τον λαό μας, όπως και προς την πατρίδα μας όταν εκλεγεί το κόμμα του πρώτο, τι λέτε; Αναγκάζεται μετά από κάποιον φορέα να μας προστατεύσει από όσα ο ίδιος θα μας απειλήσει στην συνέχεια με την συμπεριφορά του ως πρωθυπουργός μας ας πούμε;

Δεν νομίζω. Και δεν νομίζω, γιατί έχοντας πλέον την εξουσία στα χέρια του, ξεχνάει συστηματικά αυτά που μας υποσχέθηκε και χωρίς καμιά υποχρέωση προς όλους εμάς, όπως και προς την πατρίδα μας, εφαρμόζει επάνω μας όσα έχει δεχθεί ως εντολές από αυτούς που τον έστειλαν να μας κυβερνήσει και καθόλου δεν νοιάζεται για τα επικίνδυνα ψέματα που έντεχνα φρόντισε να μας πουλήσει.

Έτσι έγινε και τότε λοιπόν κι έτσι ακριβώς όπως γίνετε πάντα και με πολλές υποσχέσεις στον αέρα που έχαψαν οι ψηφοφόροι ελλείψει άλλης κατανοητής λύσης, ψήφισαν οι άνθρωποι υπέρ του δευτέρου μέχρι τότε κόμματος. Αυτό δε, πήρε την πρωτιά στις εκλογές του Οκτώβρη κι εξαιτίας αυτού, ανέλαβε την διακυβέρνηση της πατρίδας μας.

Από εκεί και μετά όμως, κανείς από το εκλογικό σύστημα δεν έβγαλε άχνα για όσα γινόταν, είτε γιατί τους βόλευε όλους, είτε γιατί δεν μπορούσαν να φέρουν αντίρρηση σ’ αυτούς που είναι πίσω τους και δεν φαίνονται και για κανένα λόγο δεν τους επιτρέπετε να μας τους φανερώσουν.

Χάρηκαν οι ψηφοφόροι για την αλλαγή που μας προέκυψε κι όσοι απ’ αυτούς βολεύτηκαν τότε γελούσαν ευχαριστημένοι, ενώ όσοι απ’ αυτούς είχαν απωθημένα και χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγω αλλαγής, ταύτισαν την ζωή τους με το κόμμα τους, από τότε ακόμη είναι ασθενείς και δεν το ξέρουν.

Όσοι πάλι βρέθηκαν για κάποιο δικό τους λόγο να είναι αντίθετοι με το αποτέλεσμα των εκλογών, εναντιώθηκαν προς τους ψηφοφόρους της νέας κυβέρνησης και ξεχνώντας την υποχρέωση που έχουν προς τους συμπατριώτες τους, στάθηκαν αρνητικοί μπροστά τους και με θολωμένα τα μυαλά τους από εγωισμό κι άγνοια, αρρώστησαν και αυτοί για τα καλά.

Χωρίστηκαν δηλαδή μεταξύ τους οι άνθρωποι σε παρατάξεις αντί να ενωθούν και ικανοποιώντας τις επιθυμίες αυτών που είναι κριμένοι πίσω από όλους κι από όλα, δεν μιλούσαν πλέων μεταξύ τους. Αλλά ούτε και στο ίδιο καφενείο κάθισαν ξανά μαζί. Κι άρρωστοι καθώς εξακολουθούν να παραμένουν, ακόμη διατηρούν ξεχωριστά καφενεία, αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.

Βρέθηκαν όμως και πολλοί κοψοχέρηδες τότε, όπως έλεγαν πλέον αυτούς που ψήφισαν μεν το κόμμα που έγινε κυβέρνηση για πρώτη φορά, αλλά στην συνέχεια, το μετάνιωσαν για κάποιους λόγους. Αντιδρούσαν δηλαδή αυτοί, αλλά όπως κι αν αντιδρούσαν, το αποτέλεσμα ήταν καθοριστικό για όλους μας, αφού ήδη είχε οριστεί κυβέρνηση κι αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει, παρά μόνον με νέα ψηφοφορία.

Όσες ψηφοφορίες όμως κι αν έγιναν αργότερα, δεν ήταν πλέον δυνατόν να φέρουν άλλη αλλαγή, γιατί οι αλόγιστες και υπερβολικές παροχές που έδινε από τον επόμενο εξάμηνο κιόλας η νέα κυβέρνηση προς τους δημόσιους υπαλλήλους, ανάγκαζαν τους αποδέκτες τους να την στηρίζουν μανιωδώς, γι’ αυτό και δεν της επέτρεπαν να πέσει στο μέλλον.

Ένα εξάμηνο μετά από την εκλογή της λοιπόν η νέα κυβέρνηση, έχοντας και σ’ αυτό παγκόσμια πρωτιά, πλήρωνε τους δικούς μας δημόσιους υπαλλήλους, πέντε φορές περισσότερα από αυτά που έπαιρναν τότε οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό φορέα, από τους φόρους των οποίων ερχόταν φυσιολογικά τα χρήματα στα ταμεία του κράτους.

Όπως ήταν αναμενόμενο όμως, η οικονομική καινοτομία που μας προέκυψε, οδήγησε όλους τους εργαζομένους στο δημόσιο εκ των υστέρων κι επειδή δεν ήταν δυνατόν να επαρκέσουν τα έσοδα του κράτους για τέτοιου είδους πολιτικές, αναγκάστηκε αυτό να τρέξει προς τις ξένες αγορές, από όπου και δανειζόταν πλέον τα αναγκαία, προκειμένου να ανταπεξέλθει των αντίστοιχων οικονομικών του υποχρεώσεων.

Όλως περιέργως όμως, αν και ήταν οικονομολόγος ο νέος πρωθυπουργός δεν έβλεπε αυτή την κατάληξη του κράτους κι όχι μόνον δεν το έβλεπε, αλλά και υποσχόταν στον λαό περιχαρής για το αποτέλεσμα των εκλογών, ότι θα κυβερνά με το δικό του κόμμα τον τόπο μας, πενήντα χρόνια συνεχώς. Αυτό βέβαια, θα το κουβεντιάσουμε όταν έρθει η ώρα.

Σχολιάζοντας όμως παρέα μια μέρα με τον νεαρό βιομήχανο, τις προεκλογικές ακόμη εξαγγελίες και απόψεις του νέου μας πρωθυπουργού, μου έλεγε εκείνος την δική του άποψη.

– Καλά είναι αυτά που τους τάζει, δεδομένου ότι πρέπει να υπάρχει και κάποιος που να φροντίζει για τα έσοδα των εργαζομένων. Εγώ και όλοι όσοι είναι σαν κι μένα, έχουμε τρόπο να εξασφαλίσουμε τα δικά μας έσοδα. Τους εργαζόμενους όμως, όπως και τα έσοδα τους, πρέπει να τα προστατεύουν οι νόμοι του κράτους, γι’ αυτό και χρειάζονται αυτοί ένα πρωθυπουργό, σαν αυτόν που τώρα τους παρουσιάζεται.

Θα ήταν δε πράγματι ευχής έργον για τον λαό μας, να αποκτηθεί ένας τέτοιος πρωθυπουργός, αλλά που αληθινά να ενδιαφέρετε και για τα δικά τους συμφέροντα. Το κακό όμως στην περίπτωση του είναι, ότι αν κερδίσει αυτός τις εκλογές κι όπως το βλέπω θα τις κερδίσει με όσα αφειδώς υπόσχεται, δεν θα έχει την ανάλογη οικονομική αυτάρκεια στα ταμεία του κράτους, ώστε να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του.

Κι όπως πολύ καθαρά φαίνεται αυτό, θα απογοητεύσει κι αυτός τον λαό μας, ο οποίος δεν έχει όπως σου είπα άλλον φυσικό σύμμαχο στα δικά του συμφέροντα. Αν για οποιονδήποτε λόγο λοιπόν, κάνει αυτός πως επιχειρεί να υλοποιήσει, έστω κι ένα από όσα υπόσχεται τώρα, χωρείς να έχει την απαιτούμενη οικονομική υποδομή, τότε αλίμονο σε όλους μας.

Και θα είναι αλίμονο για όλους μας, γιατί τα δημόσια ταμεία είναι όντως άδεια και για να εφαρμόσει αυτός τις εξαγγελίες του, εκ των πραγμάτων θα υποχρεωθεί να δανειστεί χρήματα. Αν φτάσει όμως στο σημείο να δανεισθεί το κράτος, τότε κι όταν θα το θελήσουν αυτό οι δανειστές του, θα αναγκάσουν τον λαό μας να πληρώσει με αβάσταχτους φόρους τον λογαριασμό που αυτός θα μας υποχρεώσει με όσα υπόσχεται, απλώνοντας τα πόδια του, μακρύτερα από το πάπλωμα όπως λέει και η παροιμία.

Για μένα και για όσους σαν κι μένα που έχουν την οικονομική ευχέρεια, δεν θα είναι και τόσο βαρύ το φορτίο, έστω κι αν χάσουμε τα εργοστάσια μας. Για τον λαό όμως, που δεν θα βρίσκει έσοδα ικανά να ανταπεξέλθει τους φόρους που θα του επιβάλουν, αυτό το φορτίο θα είναι όντως πολύ βαρύ. Και για όσα θα συμβούν στην πατρίδα μας, αυτά, ούτε και να τα σκεφτώ θέλω.

Με προβλημάτισαν είναι αλήθεια, όσα άκουσα να μου λέει εκείνος ο νεαρός και οικονομολόγος στην ειδικότητα βιομήχανος, αλλά και δεν θέλησα να τα δεχτώ, γιατί κι εγώ μέσα στον λαό υπάρχων, δεν θα μου άρεσε να υποστώ όλα όσα προφητικά εκείνος έβλεπε τότε ότι κινδυνεύαμε να υποστούμε.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *