Είναι αλήθεια, ότι το μοναστήρι μας διαθέτει πολύ εύκολη πρόσβαση, για όποιον από τους επισκέπτες θελήσει να βρεθεί ανάμεσα στους μοναχούς μας, για τον λόγο ότι δεν χιάζετε να βαδίσει και πολύ, αφού το καράβι τους κατεβάζει στην προβλήτα μας.
Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους μάλιστα που έχουμε τόσους πολλούς επισκέπτες καθημερινά, αν και γνωρίζουν οι περισσότεροι από αυτούς, ότι ελλείψει χώρου, γίνεται αρκετά δύσκολη και η φιλοξενία τους από τους πατέρες.
Αυτή βέβαια, από τίποτε δεν τους στερεί, αφού ότι διαθέτει για τους μοναχούς του το μοναστήρι, τα ίδια ακριβός διαθέτει και για τους φιλοξενούμενους, έστω κι αν ετοιμάζουν τραπέζι, για εκατόν πενήντα, έως και διακόσιους ανθρώπους καθημερινά.
Τα έξοδα είναι πολλά βέβαια, αλλά μπροστά στο να ωφεληθούν πνευματικά οι επισκέπτες τους, οι πατέρες δεν εμποδίζουν την επίσκεψη κανενός. Η έλλειψη χώρου όμως είναι όντως εμπόδιο, γι’ αυτό κι αναγκάζονται να τους διαθέτουν δωμάτια σε κτήρια που βρίσκονται στην παραλία κι έξω από τους κυρίους χώρους της μονής.
Όταν βλέπει όμως κανείς όλους αυτούς που τους επισκέπτονται να γυροφέρνουν στους χώρους της, ή και να πίνουν τον καφέ τους στο αρχονταρίκι μέχρι να τακτοποιηθούν σε δωμάτια που θα τους διαθέσουν οι αρμόδιοι για αυτόν τον σκοπό μοναχοί, ένα ερώτημα πλανάται ελεύθερα κι από τους ίδιους τους επισκέπτες μάλιστα.
Κι αυτό που πολύ λογικά ρωτούν ο ένας προς τον άλλον, είναι αν πράγματι ξέρουν όλοι αυτοί, τον ακριβή λόγο που τους οδήγησε εκεί. Απαντώντας οι ίδιοι στο συγκεκριμένο ερώτημα, ειλικρινά λένε, ότι από κάποια περιέργεια την έκαναν, ή κάποιος φίλος τους το πρότεινε ως εκδρομή με πολύ ενδιαφέρον.
Ανάμεσα σ’ αυτούς βέβαια, είναι κι αυτοί που δηλώνουν ότι έχουν κάποια πνευματική σχέση με τους πνευματικούς της μονής και μέσω αυτών, προσπαθούν να εγκλιματιστούν στα πνευματικά δεδομένα της πίστης μας.
Σε καμιά περίπτωση πάντως, δεν μπορούν να αγνοηθούν κι αυτοί που δηλώνουν περιηγητές και κάνουν κουρασμένοι επισκέψεις σε όποιο από τα μοναστήρια βρεθούν πλησιέστερα, μετά από την πολύωρη πεζοπορία που επιχειρούν στις δασώδης περιοχές του Αγίου Όρους κι από ανάγκη ζητούν φιλοξενία.
Εγώ προσωπικά, είδα πολλούς από αυτούς να καταφθάνουν αρκετά κουρασμένοι και σε ώρες μάλιστα που δεν είναι κατάλληλες για επίσκεψη κι όπως είναι κατανοητό, να βάζουν σε πολύ μεγάλο πρόβλημα τους μοναχούς εκείνη την ώρα, σκεπτόμενοι πως και που να τους φιλοξενήσουν.
Ένας τέτοιος μάλιστα, φορτωμένος με ένα μεγάλο στρατιωτικό σάκο, έκανε την εμφάνισή του μια μέρα στο δωμάτιο που τον έστειλαν να ξαπλώσει, στο οποίο κι εγώ από σύμπτωση ξάπλωνα προκειμένου να ξεκουραστώ, δεδομένου ότι ήταν δύο το μεσημέρι και σε αγρυπνία θα έπαιρνα μέρος.
Οκτώ κρεβάτια διέθετε εκείνο το δωμάτιο και μόνον ένα από αυτά ήταν ελεύθερο, για τον λόγο ότι στα υπόλοιπα ήδη ξάπλωναν οι επισκέπτες που έγκαιρα ήρθαν στο μοναστήρι και με το ανάλογο διαμονητήριο στο χέρι καθώς επιβάλετε.
Αυτός όμως, ήρθε από κάποιο άλλο μοναστήρι και με τα πόδια έφτασε στο δικό μας, γι’ αυτό και λόγω της κόπωσής του, με πολύ δυσκολία κατάφερε να φτάσει μέχρι και στο κενό κρεβάτι που του διέθεσαν.
Δεν ξέρω να σας πω τώρα γιατί το έκανε αυτό, αλλά όταν πια στάθηκε μπροστά στο κρεβάτι του κι εμείς περιμέναμε να δούμε να βγάζει πρώτα τον σάκο από την πλάτη του και μετά να ξαπλώνει, αυτός έκανε άλλα κι εντελώς περίεργα πράγματα.
Έκανε δηλαδή μια στροφή γύρο από τον εαυτό του και γυρίζοντας την πλάτη του προς το κρεβάτι στην συνέχεια, έμεινε εκεί όρθιος κι άπραγος, έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του προς την πόρτα του δωματίου.
Υποθέτοντας λοιπόν κι εγώ όπως και οι υπόλοιποι άλλωστε που τον έβλεπαν, ότι μάλλον κατάλαβε κι αυτός, ότι δεν θα μπορούσε να τον σηκώσει εκείνο το μεταλλικό ράντζο που του διέθεσαν, σκεφτόταν να μην το χρησιμοποιήσει, δεδομένου ότι ήταν κοντά στα δύο μέτρα ψηλός αυτός κι όπως τον εκτιμούσα, θα πλησίαζε και τα εκατόν σαράντα κιλά, χωρίς το σάκο του βέβαια.
Κι ενώ εμείς περιμέναμε να δούμε την λογική του έξοδό από το δωμάτιο αυτός έκανε ακριβώς το αντίθετο. Έγειρε δηλαδή το σώμα του προς τα πίσω και με όλο του το βάρος και μαζί μ’ εκείνο το μεγάλο σάκο που είχε δεμένο με ιμάντες στο σώμα του, έπεσε με την πλάτη πάνω στο ράντζο, το οποίο, όπως και πάλι έκπληκτοι βλέπαμε, άντεξε τελικά την καταπίεση που δέχτηκε.
Περιττό είναι τώρα να σας πω, ότι όχι μόνον εγώ, αλλά όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και ξαφνιασμένοι από την συμπεριφορά του, σταθήκαμε να τον κοιτάμε με απορία, αφού τίποτε άλλο δεν ήταν στην δικαιοδοσία μας να του κάνουμε.
Μερικοί δε από αυτούς, έξαλλοι πια του έλεγαν σπάζοντας την σιωπή τους. Τί κάνεις εδώ ρε αθεόφοβε; Ότι κι άκουσε αυτός όμως, σε κανέναν δεν απάντησε. Έμεινε ξερός στην ίδια θέση ξαπλωμένος κι όπως έκανε πριν, κοιτούσε το ταβάνι του δωματίου πλέον με τα μάτια του τεντωμένα και το έκανε έτσι μάλιστα, που πεθαμένο θύμιζε.
Από τον τρόπο που έπεσε πάνω στο κρεβάτι, όπως κι από τον τρόπο που κοιτούσε το ταβάνι δηλαδή, μας έδωσε την εντύπωση του πεθαμένου, γι’ αυτό κι αυθορμήτως εξέφραζα κι εγώ προς στους υπόλοιπους την άποψή μου, λέγοντάς τους ότι μάλλον πέθανε ο άνθρωπος.
Κι αφού αυτό υπολόγισα, έσκυψα πάνω του και τον κοιτούσα, αλλά και τον κουνούσα συγχρόνως στην προσπάθειά μου να διαπιστώσω, αν ήταν όντως πεθαμένος ή όχι. Αυτός βέβαια, άχνα δεν έβγαζε.
Εκείνη την στιγμή όμως, μπήκε στο δωμάτιο κάποιος από τους καθ’ ίλην αρμόδιους μοναχούς για την φιλοξενία, σκοπεύοντας να διαπιστώσει, αν ταχτοποιήθηκε στο κρεβάτι του κι ο νεοφερμένος επισκέπτης τους.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, με αγονία έλεγα στον μοναχό, ότι μάλλον πέθανε όρθιος ο άνθρωπος και μην ορίζοντας το σώμα του, έπεσε ολόκληρος στην συνέχεια πάνω στο ράντζο, το οποίο άντεξε το βάρος του όπως του το έδειχνα.
Γέλασε ο μοναχός με την παρατήρησή μου, αλλά και χωρίς να δώσει περισσότερη σημασία σ’ αυτά που του έλεγα, επέστρεφε προς το αρχονταρίκι, αφού είδε και τον νεοφερμένο να είναι ήδη ξαπλωμένος.
Σ’ εμένα δε, που τον κοιτούσα με μεγάλη απορία ακολουθώντας τον, έλεγε πολύ απλά, ότι ήταν γνωστή η συμπεριφορά του, αφού το ίδιο έκανε όταν ερχόταν να τους επισκεφτεί, κουρασμένος καθώς ήταν πάντα από μακρινή οδοιπορία.
Είναι γνωστός οδοιπόρος, μου επιβεβαίωνε ο μοναχός, όπως είναι και γνωστά αδιάφορος προς τα πνευματικά που του προσφέρουμε. Όταν θα σηκωθεί αύριο, θα φάει μαζί μας και πάλι θα επισκεφτεί άλλο μοναστήρι για τους ίδιους λόγους. Τί μπορούμε να κάνουμε λοιπόν, αφού ο καθένας που έρχεται εδώ, παίρνει μαζί του ότι αυτός θέλει;
Αυτά μου είπε ο μοναχός ως απάντηση κι αφού είδε να μένω άφωνος, βγήκε έξω από το δωμάτιο. Μετά από αυτό, πήγα κι εγώ να σταθώ για λίγο ακόμη μπροστά σ’ εκείνον τον οδοιπόρο, τον οποίο και κοιτούσα με πολύ ενδιαφέρον όπως καταλαβαίνετε.
Βλέποντας κι αυτός την στάση μου, άνοιξε επιτέλους το στόμα του και με πολύ βαριεστημένη φωνή, έλεγε αναιδέστατα αυτό που σκεφτόταν χωρίς να ντρέπεται. Κοίτα την δουλειά σου ρε.
Εγώ βέβαια την δουλειά μου κοιτούσα, αφού ήξερα πόσα κόστιζε στο μοναστήρι η εκάστοτε φιλοξενία που απλόχερα προσέφεραν οι μοναχοί στους επισκέπτες τους κι ο καθένας από αυτούς, έπρεπε αυτό τουλάχιστον να το σέβεται.
Συγχυσμένος λοιπόν από την συμπεριφορά του, βγήκα από το δωμάτιο μου και πήγα προς το αρχονταρίκι, αφού δεν θα μπορούσα να ησυχάσω εκεί μετά από όσα είδα κι άκουσα. Το ίδιο μ’ εμένα βέβαια έκαναν και οι υπόλοιποι επισκέπτες, οι οποίοι μάλιστα μουρμούριζαν εναντίων του καθώς με ακολουθούσαν.
Όπως έβλεπα όμως και στο αρχονταρίκι υπήρχαν πολλοί επισκέπτες εκείνη την ώρα, οι οποίο, υπομονετικά και με κατανόηση περίμεναν να τους δώσουν δωμάτιο, όπως και κρεβάτι να ξαπλώσουν.
Βλέποντας την άφιξη μου εκεί μια ομάδα γνωστών επισκεπτών της μονής, χαρούμενοι με κρατούσαν δίπλα τους κι όπως γίνεται πάντα σ’ αυτές τις συναντήσεις, πίναμε παρέα τον καφέ μας, αλλά έστω και σιγά, πιάσαμε γερή κουβέντα στην συνέχεια.
Όση ώρα μιλούσαμε όμως εμείς, ένας άγνωστος σ’ εμάς επισκέπτης, είχε κρεμασμένο θα λέγαμε το κεφάλι του κι από τον πρώτο όροφο που βρισκόμασταν, κοιτούσε συνεχώς προς τα κάτω. Και δεν έκανε μόνον αυτό, αφού και κινήσεις έκανε με τα χέρια του, όπως αν θα μιλούσε με κάποιον.
Απόρησα μαζί του, γι’ αυτό και ρωτούσα τους υπόλοιπους μετά από λίγο να μου πουν αν ήξεραν, με ποιόν άραγε να μιλούσε. Απαντώντας αυτοί, έλεγαν ότι, από πολύ ώρα πριν έκανε το ίδιο χωρίς να καταλαβαίνουν τον λόγο, αφού βεβαίως και δεν μιλούσε σε κάποιον.
Από περιέργεια κι εγώ κινούμενος, τον χτύπησα κάποια στιγμή στον ώμο και διακριτικά μάλιστα το έκανα αυτό, όπως κι αυθόρμητα στην συνέχεια του ζήτησα να πει και σ’ εμάς αυτά που λογιζόταν.
Απαντώντας κι αυτός, έλεγε πολύ σοβαρά, όπως και με πολύ σίγουρο ύφος προς όλους μας για όσα μελετούσε κι αυτό που μας έλεγε, ήταν ότι οι μοναχοί, βεβαίως κι έχουν πολλά λεφτά. Ξαφνιάστηκα με τον λογισμό του όπως καταλαβαίνετε και χωρίς να σκεφτώ περισσότερο αυτό που άκουσα, έσκυψα να δω τι έβλεπε εκεί κάτω ο άνθρωπος και πώς του προέκυψε αυτό το συμπέρασμα.
Αφού είδα προσεχτικά τον συγκεκριμένο χώρο, του έλεγα με κάποια απορία στην φωνή μου. Μα εδώ που κοιτάς αδερφέ μου, μια πέτρινη σκεπή υπάρχει πάνω από το εκκλησάκι της Αγίας Αναστασίας κι αυτή μάλιστα, δεν καλύπτει ούτε δέκα τετραγωνικά μέτρα επιφάνειας. Πώς λοιπόν; Κι από πού σου προέκυψε αυτό το συμπέρασμα;
Άστραψαν τα μάτια εκείνου του επισκέπτη εκτιμητή και χωρίς να πει λέξει για όσα τον ρωτούσα, μου έδωσε μια δυνατή σπρωξιά, εξαιτίας της οποίας κι έπεσα πάνω στους υπόλοιπους που παρακολουθούσαν και τον άκουγαν να μου λέει θυμωμένος. Δεν πας στον διάολο ρε.
Αυτό μόνον είπε ο εκτιμητής κι έφυγε από κοντά μας με πολύ γρήγορο βήμα. Έκπληκτοι τον έβλεπαν να φεύγει οι παραβρισκόμενοι, αλλά και κουνούσαν επιδοκιμαστικά το κεφάλι τους για την συμπεριφορά του, ενώ έλεγε κάποιος από αυτούς, ότι πολλοί τρελοί τελικά έρχονται κι εδώ.
Έφυγε βέβαια από κοντά μας αυτός εκείνη την ώρα, αλλά και δεν τον είδαμε πουθενά αλλού μετά. Ούτε στην εκκλησία δηλαδή τον είδαμε να μπαίνει, ούτε και στην τράπεζα τον είδαμε.
Εκεί που μας έβαλαν να καθίσουμε όμως, ένας άλλος μας προβλημάτιζε με την συμπεριφορά του. Όπως σας το έχω αναφέρει κι αυτό, μπαίνουν όλοι οι επισκέπτες στην τράπεζα όπως την ονομάζουν οι μοναχοί, αλλά και κανείς δεν τρώει πριν μπει μέσα και καθίσει στην θέση του ο ηγούμενος, ή κι ο δεσπότης αν υπάρχει καλεσμένος.
Όλοι το ξέρουν αυτό κι όλοι περιμένουν να δώσει ο γέροντας την άδεια να γευματίσουμε, ευλογώντας πρωτίστως το φαγητό καθώς επιβάλλεται. Αυτός για τον οποίον αναφέρομαι όμως, καθόταν απέναντί μου και πριν ακόμη ευλογήσει την τράπεζα ο γέροντας, έπιασε μια ντομάτα κι έκανε την σαλάτα του μέσα στο κενό πιάτο που είχε μπροστά του.
Του έκανε παρατήρηση βέβαια ο διπλανός του, ο οποίος και του τόνιζε με τρόπο, ότι έπρεπε να σηκωθεί όρθιος και να περιμένει την ευλογία του γέροντα και τότε μόνον να ενδιαφερθεί για το φαγητό του.
Αδιαφορώντας αυτός για την παρατήρηση που δέχτηκε, συνέχισε να κάνει αυτό που σκεφτόταν. Κι αφού πήρε μετά από λίγο το μπουκάλι με το λάδι στα χέρια του, αυτό δηλαδή που είδε να υπάρχει μπροστά του, άρχισε να το ρίχνει στο πιάτο του.
Έριξε δε από αυτό τόσο πολύ μέσα, που ένας άλλος πια του έλεγε ότι έπρεπε να σταματήσει, τονίζοντάς του ότι το λάδι ήταν εκεί και για τους υπόλοιπους εφτά τον αριθμό. Βλέποντας ένας τρίτος τις κινήσεις του, του πείρε το μπουκάλι από τα χέρια και το έβαλε μακριά του.
Μετά από αυτό, σταμάτησε να μας ενοχλεί αυτός, αλλά κι όταν δόθηκε πλέον η άδεια για φαγητό, σηκώθηκε από την θέση του κι απλώνοντας το χέρι του, πάλι πήρε το μπουκάλι και πάλι έριχνε λάδι στην σαλάτα του, μέχρι που το ιδίασε όλο μέσα, αναγκάζοντας την σαλάτα του να κολυμπά.
Και μόνον που έβλεπαν οι συμμετέχοντες την σαλάτα του να κολυμπά στο λάδι, τους κόπηκε κάθε διάθεση για φαγητό, γι’ αυτό και κοιτούσαν μεν τα πιάτα τους, αλλά και κανείς τους δεν άπλωνε το χέρι του στο ψάρι που έπρεπε γευθεί από την Αγιορείτικη κουζίνα.
Κάνοντας νοήματα στο τέλος μεταξύ τους, ξεκίνησαν να τρων, αλλά και καθόλου δεν κοιτούσαν προς την σαλάτα του ανικανοποίητου. Τόσο λάδι που έβαλε όμως σ’ αυτήν, ούτε κι ίδιος μπορούσε να την βλέπει, γι’ αυτό και την απομάκρυνε μετά από λίγο από μπροστά του. Και τι σαλάτα ήταν αυτή δηλαδή, αφού όπως την έκανε, με παπάρα έμοιαζε.
Έφαγε ωστόσο το φαγητό του στην συνέχεια και μέχρι να το φάει, όλο κι έριχνε ματιές προς το πιάτο της σαλάτας του. Αυτό δε ήταν τέτοιο, που σουπιέρα θα το λέγαμε εμείς, αν θέλαμε να το συγκρίνουμε με ένα γνωστό σ’ εμάς βαθύ πιάτο.
Όταν πια τελείωσε η διαδικασία του φαγητού και περιμέναμε να βγουν έξω από την τράπεζα ο γέροντας και οι μοναχοί πρώτα καθώς αυτό επιβάλει το τυπικό των μοναχών, ρώτησα κι εγώ με πολύ καλό τρόπο τον σπάταλο επισκέπτη να μου πει, αν και στο δικό του σπίτι έβαζε τόσο πολύ λάδι στην σαλάτα του κι αν εκεί τουλάχιστον το έτρωγε, αφού στην συγκεκριμένη τράπεζα το άφησε και κατ’ ανάγκη πια, θα το πετούσαν στην θάλασσα οι πατέρες, μη μπορώντας να το χρησιμοποιήσουν κάπου αλλού.
Απαντώντας αυτός, έλεγε σ’ εμένα με πολύ μεγάλη ανέδυα, ότι δεν έπεφτε κανένας λόγος σ’ εμένα, για το τι έκανε και δεν έκανε αυτός. Αγανακτισμένοι μαζί του κι αυτοί που από τα διπλανά τραπέζια τον παρατηρούσαν, με ένα στόμα του έλεγαν όλοι μαζί, ότι αφού έβαλε τόσο πολύ λάδι στο πιάτο του, έπρεπε και να το φάει, έστω κι αν τον έπιανε κόψιμο στην συνέχεια.
Το ίδιο του έλεγε κι ο διπλανός του όμως. Αυτός ιδικά, από το δικό υστέρημα έστελνε κάθε τόσο λάδι στο μοναστήρι, γνωρίζοντας πολύ καλά, ότι αγοράζουν πολύ από αυτό κάθε χρόνο οι πατέρες για τις ανάγκες του μοναστηριού, οπότε, με το δίκαιό του τόνιζε κι ότι δεν είναι καθόλου ευγενικό το να το πετάμε με την αλόγιστη συμπεριφορά μας το λάδι των μοναχών στα σκουπίδια.
Κι αυτός εδώ, του έλεγε δείχνοντας του εμένα, με το δίκαιό του σε ρώτησε να του πεις αν κάνεις και στο δικό σου σπίτι το ίδιο, αφού όπως πολύ καλά ξέρουμε, αυτός φροντίζει για τις προμήθειες των μοναχών κι αυτός πριν από όλους ξέρει, ποιο είναι το κόστος της τράπεζας που είδες να γίνεται σήμερα και για διακόσια άτομα στημένη μάλιστα.
Άκουγε βέβαια αυτός τις παρατηρήσεις των διπλανών του, αλλά και τίποτε δεν τους έλεγε, αφού και τίποτε δεν τον προβλημάτισε. Ούτε και στεναχωρήθηκε για όσα έκανε από απερισκεψία και διάφορος καθώς ήρθε, το ίδιο αδιάφορες έφυγε μετά από λίγο από το μοναστήρι και με το πρώτο καράβι της γραμμής μάλιστα.
Μιχάλης Αλταλίκης