Οι συνοριοφύλακες και οι πινακίδες μου

  Εκείνο τα χρονικό διάστημα όμως και τους γνωστούς συνοριοφύλακες συναντούσα να κάνουν τις νυχτερινές όπως και τις ημερήσιες υπηρεσίες τους στο οδικό δίκτυο που χρησιμοποιούσα για τις ανάγκες της μονής μας και τους συναντούσα τόσο συχνά μάλιστα, ώσπου τους έγινα γνωστός κατά κάποιον τρόπο.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που όταν με έβλεπαν στην θέση του οδηγού, το ίδιο μου έλεγαν κάθε φορά. Πάλι εσύ; Μα αφού εγώ κάνω νυχτερινές διαδρομές βρε παιδιά τους έλεγα, ποιόν περιμένατε να δείτε;

Κι επειδή είχα εξοικειωθεί με την παρουσία τους στους δρόμους, όπως και με τους τυπικούς ελέγχους που έκαναν στο αυτοκίνητό μου, δεν δίσταζα και να τους πειράζω ακόμη, όταν είχα χρόνο στην διάθεσή μου.

Πολλές φορές δηλαδή με σταμάτησαν τις νύχτες ειδικά κι επειδή ο δικός τους φόβος ήταν περισσότερος από τον δικό μου, με μεγάλη επιφύλαξη με πλησίαζαν και με τα όπλα τους προτεταμένα πάντα έκαναν τους ελέγχους τους, σαν να βρισκόμασταν πράγματι σε συνοριακή περιοχή.

Με το δίκαιό τους βέβαια ήταν επιφυλακτικοί, γιατί δεν ήξεραν ποιόν, ή ποιους θα συναντούσαν εκείνη την ώρα, αφού σε αγνώστους πλησίαζαν και μάλιστα με πολύ επικίνδυνους υπήρχε περίπτωση να βρεθούν αντιμέτωποι.

Εγώ ήξερα δηλαδή ποιους θα συναντούσα στον δρόμο μου και δεν ανησυχούσα. Αυτοί όμως; Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που μου έλεγαν κάπως ανακουφισμένοι εκείνο το, πάλι εσύ; Τους συνήθισα όμως κι αφού συνήθισα την παρουσία τους, βεβαίως κι αισθανόμουν ασφαλής κινούμενος μέσα στην ερημιά της νύχτας.

Μερικοί από αυτούς όμως ήταν αρκετά καχύποπτοι, ή πολύ φοβισμένοι από αυτά που θα μπορούσαν να τους προκύψουν ενδεχομένως, γι’ αυτό και τον έλεγχο που έκαναν, τον έκαναν πολύ στρατιωτικά θα λέγαμε και με τα όπλα τους πάντα στραμμένα προς τις πόρτες μου όταν με πλησίαζαν ο ένας από τα αριστερά κι ο άλλος από τα δεξιά μου.

Ένας τρίτος μάλιστα, με δυνατή φωνή με διάταζε να κατέβω από την θέση μου κι επιτακτικά ζητούσε να του ανοίξω την πόρτα του φορτηγού μου, ώστε να δει όπως όφειλε αυτά που μετέφερα. Όταν ηρεμούσαν κάπως από τις εξηγήσεις που τους έδινα, βεβαίως και τους ζητούσα να μου πουν, τι ήταν αυτό που φοβόταν, ή απαγορευόταν να μεταφέρεται, αφού δεν είχαμε ακόμη τους λαθρομετανάστες να μας επισκέπτονται, αλλά αυτοί, ποτέ δεν απαντούσαν.

Για να διασκεδάσω κι εγώ μια βραδιά τον φόβο τους, δεν κατέβαινα από το αυτοκίνητο. Κι όταν πια τους είδα να ανησυχούν από την άρνησή μου, τους έλεγα ότι δεν έπρεπε να φοβούνται από μένα, γιατί εγώ προσωπικά, μόνον τρόφιμα μετέφερα, για μια μονή του Αγίου Όρους.

Εκείνοι όμως, επισταμένως ζητούσαν να δουν αυτά που τους δήλωνα, αλλά εγώ, πάλι δεν ήθελα να το κάνω. Δεν ανοίγω την πόρτα τους έλεγα, γιατί έτσι και την ανοίξω, δεν είναι σίγουρο αν μπορέσω να την κλείσω μετά κι αυτό όπως καταλαβαίνετε, θα γίνει μεγάλο πρόβλημα για μένα.

Ελάτε από πίσω όμως τους πρότεινα κι από το παράθυρο να δείτε ότι πράγματι τρόφιμα μεταφέρω και τίποτε άλλο. Με δυσκολία το έκαναν είναι αλήθεια, αλλά αφού είδαν τελικά ότι αλήθεια τους έλεγα, μου επέτρεψαν να συνεχίσω το ταξίδι μου.

Σε μια μεταγενέστερη φορά που με σταμάτησαν για έλεγχο με τον ίδιο τρόπο και νέα ομάδα ήταν υπηρεσία, άνοιξα το παράθυρο και τους έδωσα να ελέγξουν τα έγγραφα του αυτοκινήτου μου. Μόλις τα έλεγξαν όμως, πάλι μου ζήτησε να του ανοίξω την συρταρωτή μου πόρτα αυτός που με πλησίασε.

Δεν την ανοίγω του είπα, γατί δεν θα κλείνει μετά κι αν πέσουν τα πράγματα που μεταφέρω προς τα έξω, τότε θα χρειαστεί να κατεβάσω όλο το φορτίο κάτω και να το βάλω από την αρχή στην θέση του.

Όπως καταλαβαίνεις του έλεγα, όσο κι αν θέλω να υπακούσω στις εντολές σου, δεν θα μπορέσω να το κάνω, αλλά και χρόνο δεν έχω στην διάθεσή μου, ώστε να ξαναφορτώσω το αυτοκίνητο ικανοποιώντας το αίτημα σου.

Επέμενε βέβαια αυτός, όπως επέμενα κι εγώ άλλωστε κι επειδή δεν έβγαινε άκρη, έναν τέταρτο από την ομάδα τους καλούσε να πλησιάσει, ενώ του έλεγε ότι μάλλον μεθυσμένος ήμουν. Όταν ήρθε κι εκείνος κοντά και μύρισε τον χώρο της καμπίνας μου για επιβεβαίωση, με το δίκαιό του έλεγε. Πω? Πω? Τύφλα είναι.

Σ’ εμένα απευθυνόμενος μετά, έλεγε με σιγουριά. Πόσο τσίπουρο ήπιες ρε φίλε; Από ότι φαίνετε τους έλεγα, πρόχειρο έλεγχο κάνετε. Κι επειδή πρέπει να ξέρετε μερικά πράγματα, θα δοκιμάσω να ανοίξω την πόρτα έστω και για λίγο, γιατί θέλω να σας δείξω κάτι πολύ χρήσιμο για τους ελέγχους σας.

Κι ενώ κατέβαινα από την θέση μου και πήγαινα προς την συρταρωτή μου πόρτα, τους έλεγα ότι δυό σακιά γλυκάνισο είχα στην καρότσα μου κι αυτός ήταν ο λόγος που μύριζε το αυτοκίνητο τσίπουρο.

Το οινόπνευμα είναι άοσμο τους εξηγούσα και καμιά μυρουδιά δεν αφήνει σ’ αυτόν που το πίνει. Ο γλυκάνισος όμως έχει έντονη μυρουδιά κι επειδή το βάζουν στο τσίπουρο για να μαλακώσει κάπως τον λαιμό μας όταν τον υποχρεώνουμε να το καταπιεί, αναγκαστικά πια μας θυμίζει μεθυσμένο.

Εγώ πάντως, δεν είμαι μεθυσμένος. Δεν πίνω δε τίποτε όταν οδηγώ, αλλά ούτε και τρώω κάτι καθ’ οδόν, γιατί μου φέρνει νύστα. Και την ώρα που σας συνάντησα, νύσταζα, γι’ αυτό και σας παρουσίασα την αντίδρασή μου, για τον λόγο ότι ήθελε να μου φύγει κάπως η νύστα, πριν συνεχίσω το δρομολόγιό μου, αν μου το επιτρέπετε βέβαια.

Αφού μας έκανες και μάθημα έλεγε ο τέταρτος, μπορείς να συνεχίσεις το ταξίδι σου ανενόχλητος. Αυτά είπαμε με τους συνοριοφύλακες εκείνη την φορά και διαλύσαμε την σύναξή μας, πηγαίνοντας ο καθένας στην δουλειά του.

Μετά από λίγες καιρό όμως, ένα νέο πρόβλημα μου προέκυπτε ξαφνικά, γιατί άρχισαν να μου κάνουν θέμα οι συνοριοφύλακες και με τις πινακίδες μου πλέον, για τον λόγο ότι η τροχαία τις θεωρούσε άκυρες όπως μου έλεγαν.

Οι πινακίδες ήταν νόμιμες βέβαια, αφού με την εντολή του τότε υπουργού συγκοινωνιών είχε δοθεί άδεια στο Άγιο Όρος να κάνουν δικό τους μηχανολογικό κι αφού έγινε αυτό, εκδόθηκαν κανονικές πινακίδες στα αυτοκίνητά τους.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα δε, όλων των αυτοκινήτων του Αγίου Όρους ήταν το ΑΟ μπροστά από τον αριθμό που ακολουθούσε. Η κάθε πινακίδα δηλαδή, εμφανώς δήλωνε, όχι μόνο την προέλευση του αυτοκινήτου, αλλά και τον αύξοντα αριθμό του. Κι όλα αυτά μαζί, την ταυτότητα του ιδιοκτήτη.

Για την ακρίβεια του λόγου λοιπόν, το αυτοκινήτου της μονής που εγώ οδηγούσα, είχε τον αύξοντα αριθμό στις πινακίδες του, ΑΟ 0517. Τους ανάλογους αριθμούς δηλαδή, είχαν κι όλα τα αυτοκίνητα του Αγίου Όρους και όλες οι πινακίδες ήταν πανομοιότυπες, με αυτές που έχουν όλα τα αυτοκίνητα της Ελληνικής επικράτειας.

Με την πρώτη ματιά δηλαδή μπορούσε κανείς να ξέρει, ποιάς μονής ήταν ο αριθμός του αυτοκινήτου που έβλεπε κι επειδή όλα τα αυτοκίνητα ήταν ασφαλισμένα και κανονικά συντηρημένα, κανένας τεχνικός λόγος δεν δικαιολογούσε τον αυστηρό έλεγχο της τροχαίας.

Απλώς, δεν πρόλαβε να υπογραφεί από τον υπουργό συγκοινωνιών, η σχετική άδεια λειτουργίας του συγκεκριμένου μηχανολογικού, για τον λόγο ότι τον αντικατέστησε ξαφνικά αυτόν η κυβέρνηση.

Αυτός που ανέλαβε εκ των υστέρων το υπουργείο όμως, δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με το θέμα, ή καθόλου δεν τον ενδιέφερε η τακτοποίησή του όπως αποδείχτηκε κι έτσι, έμενε σε εκκρεμότητα η υπόθεση, μέχρι να δοθεί η αναγκαία λύση.

Κι επειδή αυτή δεν έλεγε να δρομολογηθεί άμεσα, η τροχαία ήταν υποχρεωμένη από πλευράς τάξης, να θεωρεί τις πινακίδες παράνομες, αν και ήξερε την προηγηθείσα υπουργική απόφαση. Αυτήν την αταξία λοιπόν θέλοντας να διορθώσει, προκειμένου να καλυφτεί από ευθύνες που κινδύνευε να της αποδοθούν, θέλοντας και μη θεωρούσε τις πινακίδες άκυρες.

Αυτός δηλαδή ήταν κι ο λόγος που γινόταν με τόσο σοβαρό τρόπο ο έλεγχος στα αυτοκίνητα του Αγίου Όρους και δικαίως κατά κάποιον τρόπο μετέδωσαν και προς στους συνοριοφύλακες τον ίδιο φόβο, από τους οποίους ζητούσε την εφαρμογή του νόμου σε περίπτωση απείθειας.

Αυτός μάλιστα, πολύ καθαρά έλεγε, ότι όποιος οδηγεί ένα αυτοκίνητο με τέτοιες πινακίδες, είναι κι αυτός μαζί με το αυτοκίνητο παράνομος.

Αυτό λοιπόν ήταν το πρόβλημα που απέκτησα ξαφνικά κι επειδή δεν ήθελαν τα όργανα της τάξης να έρθουν αντιμέτωπα με τα μοναστήρια του Αγίου Όρους και για ένα θέμα μάλιστα που δεν αφορούσε αυτούς, περιορίζονταν απλώς και μόνον στο να κάνουν αυστηρές παρατηρήσεις προς τους οδηγούς που κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα με τέτοιες πινακίδες.

Αν αναλογιστεί κανείς δε, ότι ακόμη κυκλοφορούν αυτοκίνητα στους δρόμους, που κανείς δεν ξέρει ποιάς χώρας είναι και από ποιάν ασφάλεια θα ζητήσουν ευθύνες για τυχόν ζημιές που προκαλέσουν, πολύ παράξενο είναι, πως δεν ελέγχουν αυτά τα αυτοκίνητα αυστηρά κι αντί αυτού, να ελέγχονται με τέτοια αυστηρότητα, τα αυτοκίνητα του Αγίου Όρους, που με Ευρωπαϊκές προδιαγραφές και με ξεκάθαρη ένδειξη πινακίδων κυκλοφορούν ασφαλισμένα.

Και ήταν τέτοια η αυστηρότητα των ελέγχων μάλιστα, που ένα βράδυ τέσσερα υπηρεσιακά αυτοκίνητα της τροχαίας έκαναν την σχετικούς ελέγχους στον δρόμο του Σταυρού κι όταν με σταμάτησαν στις τέσσερις τα ξημερώματα, μου ζητούσαν να εγκαταλείψω το αυτοκίνητο σε μια άκρη ως παράνομο κι εμένα ήθελαν να με οδηγήσουν στο αυτόφωρο, αφού κι εγώ ήμουν παράνομος.

Έχετε δίκαιο βρε παιδιά τους έλεγα και καλά κάνετε την δουλειά σας, αλλά έχουμε μπλέξει σε κυκεώνα όλοι μαζί και τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε πλέον, γιατί έχει κολλήσει το θέμα μας και στο μηχανολογικό του Πολυγύρου τώρα.

Στην προσπάθειά μας να διευκολύνουμε δηλαδή το έργο σας, όπως και την επίλυση της δικαιολογημένης ευθύνη που φορτωθήκατε εξαιτίας μας, πήγαμε στον Πολύγυρο να ζητήσουμε νέα νούμερα, αλλά δεν μας δίνουν, με την αιτιολογία, ότι το αυτοκίνητό μας δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του νέου αυτοκινήτου, αφού ποτέ δεν πήγε να εγγραφεί στους καταλόγους τους, οπότε, το θεωρούν εντελώς ανύπαρκτο. Κι αν κυκλοφορεί στους δρόμους ένα τέτοιο αυτοκίνητο μας λένε, πρέπει να ξέρετε ότι είναι εντελώς παράνομο.

Μα πέρασε τους είπαμε από το μηχανολογικό του Αγίου Όρους κι έχει πάρει τα σχετικά νούμερα, αλλά δεν πρόλαβε να αναγνωριστεί από το υπουργείο συγκοινωνιών, γιατί ξέχασε να υπογράψει την απόφαση ο υπουργός. Πώς λοιπόν μπορούμε να το κάνουμε νέο, αφού δεν είναι και πως είναι παράνομο, αφού και νούμερα έχει κι ασφαλισμένο είναι; Μπορούμε μήπως να διορθώσουμε εμείς κι από μόνοι μας αυτό το μπέρδεμα;

Αυτά έλεγα και στους υπηρεσιακούς της τροχαίας εκείνη την ώρα, αλλά κι αυτοί ήταν ανένδοτοι. Δεν μας ενδιαφέρουν όλα αυτά έλεγαν. Τόσο το αυτοκίνητο, όσο κι εσύ που το οδηγείς, είστε παράνομοι και πρέπει να υποστείτε τους νόμους. Κατάλαβες;

Με τέτοια λοιπόν με απειλούσαν κι αφού με ταλαιπώρησαν εκεί που με σταμάτησαν για μισή ώρα περίπου, μου επέτρεψαν τελικά να φύγω αφού δεν ήθελαν να φτάσουν στα άκρα, αλλά και με την αυστηρή εντολή μπροστά μου, να μην με συναντήσουν ξανά στον δρόμο τους.

Τα μετέφερα βέβαια όλα αυτά στους πατέρες και πολύ τους απασχόλησε το θέμα, αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν το καθεστώς, αφού όπως είπαμε και στο μηχανολογικό του Πολυγύρου σκάλωνε το θέμα.

Τρία ολόκληρα χρόνια για την ακρίβεια με ταλαιπωρούσαν, τόσο οι συνοριοφύλακες όσο και οι τροχαίοι όταν με συναντούσαν στους δρόμους και με πολύ άγχος τους αντιμετώπιζα κάθε φορά, αφού δεν ήξερα σε ποιόν ευθυνόφοβο υπηρεσιακό θα έπεφτα, όπως και τι συνέπιες θα είχε η στάση τους για μένα και τα μεταφερόμενα, αφού κινδύνευα να βρεθώ στο αυτόφωρο εγώ και το αυτοκίνητο μου μαζί με αυτά έρμαια στον δρόμο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *