Οι σχιζοφρενείς κι ο Γέροντάς μας

    Επιστρέφοντας όμως από τις καλοκαιρινές μου διακοπές, αμέσως άρχισα να εκτελώ τα εργασιακά μου καθήκοντα προς την μονή της απασχόλησής μου και μαζί με αυτά, άρχισα να δέχομαι και τις κλήσεις που μου έκαναν στο τηλέφωνό μου, όλοι αυτοί που έπασχαν ψυχικά κι εύρισκαν καταφύγιο στην δική μου υπομονή.

Ασφαλώς και δεν είμαι γιατρός και προπαντός δεν είμαι ψυχίατρος. Είχα πάρει βέβαια προ καιρού μια ιδέα για την σχιζοφρένια, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν περίμενα να βρεθώ πλαισιωμένος από μια ομάδα ομοιοπαθών, οι οποίοι, από σύμπτωση και συγκυρίες με περιστοίχισαν.

Δεν τους κάλεσα εγώ δηλαδή κοντά μου προκειμένου να τους θεραπεύσω, αφού ούτε γιατρός ήμουν, ούτε και ιδιότητα ψυχιάτρου είχα όπως σας είπα. Η σχέση μου με το μοναστήρι μας μου τους έφερε και μη μπορώντας να κάνω διαφορετικά, έβαλα στην ζωή μου αυτούς και τα προβλήματά τους, όπως και τις αντιδράσεις τους βέβαια και χωρίς να το υπολογίζω, αποκτούσα πήρα από κάτι άγνωστο για μένα και προπαντός έξω από κάθε επιδίωξή μου.

Για την ακρίβεια, δώδεκα ζευγάρια ήταν αυτά κι ένα, ένα με πλησίασε και σε διαφορετικό χρόνο μεταξύ τους. Όλοι τους όμως είχαν σχεδόν τα ίδια συμπτώματα και περίπου την ίδια συμπεριφορά. Ο καθένας από αυτούς φερόταν κατά του συζύγου του πρωτίστως, μετά κατά των πεθερικών του και στην συνέχεια κατά πάντων όσων βρισκόταν δίπλα του, είτε οικογενειακά είτε επαγγελματικά.

Όλοι τους δε, είχαν την ίδια περίπου δικαιολογία για όσα θεωρούσαν ότι έπρεπε να συμπεριφέροντε προς τους οικείους τους, υποστηρίζοντας ότι αυτοί για κάποιους λόγους, τους έκαναν μάγια, οπότε και η συμπεριφορά τους έγινε ανάλογη προς αυτούς.

Ο Γιώργος για παράδειγμα, είχε μια πολύ καλή επιχείρηση με την γυναίκα του κι όλα πήγαιναν καλά γι’ αυτούς θα λέγαμε, μέχρι που επιστρέφοντας ένα μεσημέρι στο σπίτι του, βρήκε την γυναίκα του όπως μου δικαιολογήθηκε, να πίνει καφέ και να κουβεντιάζει μαζί με κάποιον γνωστό τους μάγο.

Από εκεί και μετά όμως, άλλαξαν άρδην τα πράγματα για τον Γιώργο όπως μου έλεγε και μη βρίσκοντας πουθενά την ψυχολογική στήριξη που χρειαζόταν, άρχισε να ψάχνει τα μοναστήρια, ελπίζοντας να βρει σ’ αυτά την ησυχία που ζητούσε, προκειμένου να γλυτώσει από τις μαγείες που τον ακολουθούσαν.

Ξεκινώντας από την Αθήνα λοιπόν ένα απόγευμα, ήρθε να συναντήσει στην Θεσσαλονίκη και στο μετόχι της μονής μας, κάποιον πολύ γνωστό πνευματικό που διαθέταμε. Έφτασε δε κατά τις δύο το πρωί εκεί και την στιγμή που εγώ είχα πάρει κάτι τρόφιμα που μας άφησε ένας γνωστός μας κι ετοιμαζόμουν να αναχωρήσω για την Ουρανούπολη.

Βλέποντας με εκεί όμως, με αγωνία ρωτούσε να του πω, πώς και πού θα μπορούσε να δει αλλά και να μιλήσει με τον πνευματικό που μου ανάφερε. Τι να του έλεγα λοιπόν; Καλά βρε άνθρωπέ μου, ξεκίνησες από την Αθήνα για έναν τέτοιο σκοπό και ήρθες τέτοια ώρα εδώ χωρίς να ξέρεις, αν αυτός που ζητάς είναι εδώ ή όχι;

Μοναχός είναι του έλεγα και στο μοναστήρι βρίσκεται. Έρχεται έξω αν κι εφόσον τον στείλει ο γέροντάς μας για κάποιον λόγο. Από μόνος του δεν κάνει τέτοιες κινήσεις, όπως εσύ πολύ απλά το υπολόγισες. Αν θέλεις να δεις αυτόν λοιπόν, ή οποιονδήποτε άλλον πνευματικό που έχουμε, θα πρέπει να πας στο μοναστήρι μας. Διαφορετικά, θα πρέπει να παίρνεις εδώ τηλέφωνο κάθε τόσο κι αν τον πετύχεις, τότε να συνεννοηθείς μαζί του, αν και πότε θα μπορέσεις να τον επισκεφτείς. Τώρα πάντως δεν είναι εδώ, οπότε, άδικα έκανες τόσο κόπο.

Ναι. Αλλά εγώ έχω μεγάλο πρόβλημα έλεγε αυτός κι αν δεν τον βρω αμέσως, δεν ξέρω τι είμαι σε θέση να κάνω. Μπροστά στον φόβο να κάνει καμιά βλακεία λοιπόν, του έλεγα συγκαταβατικά. Πες το πρόβλημά σου σ’ εμένα κι εγώ που θα τον συναντήσω το πρωί στο μοναστήρι, θα του το μεταφέρω. Μετά από την επιστροφή μου, θα με καλέσεις στο τηλέφωνο που θα σου δώσω, οπότε, θα σου πω πότε θα έρθει έξω και πότε θα μπορέσεις να τον δεις. Τί λες; Συμφωνείς;

Κι αφού συμφώνησε μαζί μου, μου εκμυστηρεύτηκε κατά κάποιον τρόπο την περίπτωση που σας ανάφερα παραπάνω. Αυτή λοιπόν ήταν η αρχή της γνωριμίας μας κι αφού είχε πλέον το τηλέφωνό μου, κάθε τόσο με καλούσε να του πω αν ήρθε ή όχι ο πνευματικός του, οπότε, ήθελα, δεν ήθελα, άκουγα και τις συμπεριφορές του.

Γνωρίζοντας κι αυτός το πρόγραμμά μου όμως, μου έφερε ένα ίδιο πρωινό και μια γυναίκα από την Αθήνα, προκειμένου να εξομολογηθεί κι αυτή από σπόντα στον ίδιο πνευματικό, το δικό της πρόβλημα, το οποίο ήταν περίπου ίδιο με του Γιώργου, μόνον που στην δική της περίπτωση, τα πεθερικά της έκαναν τα μάγια εναντίων της.

Νομίζοντας ότι ήταν η γυναίκα του, με το δίκαιό μου τους έλεγα, ότι θα μπορούσαν να έρθουν κάποια ημερήσια ώρα κι όταν ο πνευματικός τους θα ήταν έξω για τον σκοπό που τον επισκεπτόταν, ώστε να έχει άμεσο αποτέλεσμα η επίσκεψή τους.

Απαντώντας αυτή, δικαιολογούσε την παρουσία της πλάι στον Γιώργο, λέγοντας ότι ήταν παντρεμένη με άλλον άντρα κι ότι κρυφά από αυτόν βρισκόταν εκεί. Και ήρθε κρυφά όπως έλεγε, γιατί δεν πίστευε ο άντρας της, τα μάγια που της έκαναν οι γονείς του.

Αυτά δηλαδή ήθελε να εξομολογηθεί κι αυτή στον ίδιο πνευματικό κι εφόσον άκουγε αυτός το πρόβλημά της, αμέσως θα ξεκινούσαν για την επιστροφή τους στην Αθήνα, ώστε να μην αντιληφτεί ο σύζυγός της την απουσία της από το σπίτι τους.

Τι να τους έλεγα λοιπόν κι εγώ εκείνη την ώρα; Τελικά, μετά από μια βλακεία, πολλές άλλες μπορεί να κάνει κανείς προκειμένου να δικαιολογήσει την πρώτη στον εαυτό του. Και μπροστά σ’ αυτήν την εμμονή, κανένα κόπο δεν υπολογίζει.

Καθίστε στον τόπο σας βρε παιδιά και προσπαθήστε να πείσετε τον εαυτό σας, ότι κανένας μάγος δεν μπορεί να σας κάνει ζημιά, αν εσείς έχετε τα λογικά σας, αν εξομολογήστε ειλικρινά κι αν κοινωνάτε με την άδεια του πνευματικού σας τακτικά. Όλα αυτά που προσπαθείτε πάντως, μάλλον χαζά μου φαίνονται.

Δεν είναι χαζά απαντούσαν αυτοί με ένα στόμα. Μετέφερε εσύ το πρόβλημά μας στον πνευματικό μας και τα υπόλοιπα, άφησε τα σ’ εμάς. Τα μετέφερα βέβαια εγώ, αλλά αποτέλεσμα δεν είχαν και κάθε τόσο με περίμεναν στο μετόχι τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες προκειμένου να μου πουν τα ίδια, να τους πω τα ίδια πριν φύγω εγώ για την δουλειά μου κι αυτοί για την Αθήνα, πρόγραμμα που συνεχιζόταν για πολύ καιρό βέβαια.

Περιττό είναι τώρα να σας πω, ότι χώρισαν και οι δύο από τους νόμιμους συζύγους τους εν τω μεταξύ και ζώντας με τις φαντασίες τους, υπέφεραν ψυχικά κι ένα σωρό άκαρπες επισκέψεις έκαναν στην Θεσσαλονίκη και χωρίς να τους το ζητώ εγώ, συχνά πυκνά με επισκεπτόταν την ίδια ώρα πάντα και εντελώς αδιαφορούσαν για όσα τους κατηγορούσα.

Ο Ανέστης πάλι, είχε κι αυτός μια καλή επιχείρηση και για να γλυτώνει φόρους από το πολύ υψηλό εισόδημά του, έκανε συνεταίρο του την γυναίκα του. Μείωσε βέβαια την φορολογία του, αλλά μάλλον ήρθε ο καιρός να εκδηλωθεί η κληρονομική του ψυχασθένεια, η οποία κι άρχισε να τον τρώει σαν σαράκι μετέπειτα.

Φανταζόμενος λοιπόν κι αυτός, ότι όλοι του έκαναν μάγια, χώρισε με την γυναίκα του πρώτα, η οποία κληρονόμησε με την δική του θέληση το μισό του εισοδήματός του. Μετά από αυτήν, άρχισε να απολύει έναν, έναν τους συνεργάτες του, με αποτέλεσμα να χάσει στο τέλος και την δουλειά του. Για να βρει όμως ανακούφιση από τα ψυχικά προβλήματα που απέκτησε, επισκέφτηκε κι αυτός το μοναστήρι μας.

Είπε πολλά στους πατέρες και τους έταξε άλλα τόσα προκειμένου να τους δείξει τις δυνατότητές του κι επειδή τίποτε δεν τους φάνηκε λογικό, στην πρώτη επίσκεψη που τους έκανα μετά από αυτόν, μου έδωσαν το τηλέφωνό του όπως και την διεύθυνσή του, προκειμένω να δω από κοντά εγώ, για όσα αυτός τους υποσχόταν.

Τον επισπεύτηκα βέβαια κι όπως έπρεπε, ενημέρωσα τους πατέρες για την οικονομική του, όπως και για την ψυχολογική του κατάσταση, αλλά μετά από την επίσκεψή μου, βρήκα τον μπελά μου μαζί του, για τον λόγο ότι ποτέ δεν γλίτωσα από τους δικούς του φόβους, οι οποίοι μονίμως τον ταλαιπωρούν, αφού όχι μόνον μάγια του έκαναν γνωστοί και άγνωστοι προς αυτόν, αλλά και χρήματα του έτρωγαν με κάθε τρόπο.

Χώρισε κι αυτός βέβαια με την γυναίκα του, αλλά κι από την δεύτερη που παντρεύτηκε στην συνέχεια δεν γλύτωσε από τις φαντασίες του, αφού όπως πίστευε, του έριχνε συνεχώς διεγερτικά στο φαγητό του, στα ρούχα του, ακόμη και στην οδοντόκρεμά του.

Ούτε κι εγώ όμως γλύτωσα από αυτόν όπως σας είπα, γιατί όσα κι αν φανταζόταν αυτός, πρώτος εγώ τα ακούω προκειμένου να τα μεταφέρω στον πνευματικό, που από σπόντα κι αυτός απέκτησε. Με την πρώτη οικογένειά του πάντως, δεν τα έχει καθόλου καλά, γιατί ακόμη πιστεύει ότι του κάνουν μάγια, οπότε, ότι κι αν σας πω γι’ αυτόν πολύ λίγα θα είναι.

Ο Θωμάς είναι αλήθεια ότι έπασχε από άλλης μορφής ψυχασθένεια, αλά όποια κι αν ήταν, τα ίδια αποτελέσματα του έφερε. Μην αντέχοντας την συμπεριφορά του η γυναίκα του όμως, αυτή τον εγκατέλειψε. Μίζερος κι αυτός όπως ο δικός μας μοναχός με τις αυξημένες υποχρεώσεις, ανάγκασε την γυναίκα του να πάρει το μοναδικό τους παιδί μια μέρα και να φύγει για την πατρική της κατοικία, σε μια πόλη της Θράκης.

Και για να βλέπει αυτός το παιδί του από μακριά τουλάχιστον, αφού τα ασφαλιστικά μέτρα που του επιβλήθηκαν δεν του επέτρεπαν να το πλησιάσει, αναγκαζόταν να το περιμένει κρυμμένος στην πλατεία τους, μέχρι να το πάει εκεί για βόλτα η μητέρα του.

Προκειμένου δε να τύχει καλύτερης μεταχείρισης από την γυναίκα του, ως προς το να βλέπει το παιδί του δηλαδή, έστελνε συνεχώς προσωπικά υπομνήματα προς όλους όσους νόμιζε ότι κάτι θα μπορούσαν να κάνουν. Προς τον πεθερό του δηλαδή, στην πεθερά του, στον παπά της ενορίας τους, καθώς και στον δήμαρχο της πόλης τους. Κι αυτό που τους ζητούσε, ήταν να πείσουν την γυναίκα του να επιστρέψει στο σπίτι τους.

Βλέποντας όμως όλοι αυτοί την τρελή συμπεριφορά του, μάλλον έπειθαν την γυναίκα του να μείνει μακριά του, οπότε, τίποτε δεν κατάφερνε. Επιμένοντας όμως αυτός, κάθε εβδομάδα ταχυδρομούσε τα υπομνήματά του, τα οποία διάβασε και σ’ εμένα μια μέρα, όταν τον επισκέφτηκα στο κατάστημά του, προκειμένου να πάρω κάτι για τις ανάγκες της μονής μας.

Και δεν σταμάτησε εκεί, γιατί κι εμένα πίεζε στην συνέχεια προκειμένου να κάνω κάτι, ώστε να επιστρέψει επιτέλους η γυναίκα του μαζί με το παιδί τους. Κι επειδή δεν είχε εκείνη την στιγμή αυτό που του ζήτησα, του έδωσα το νούμερο του τηλεφώνου μου, ώστε να μου πει πότε θα ήταν έτοιμο.

Αυτό περιμένοντας λοιπόν, κάθε μέρα με ενημέρωνε ότι δεν το είχε ακόμη, αλλά και κάθε μέρα με ρωτούσε να του πω, τί έλεγαν οι πατέρες για την δική του κακοτυχία. Τί να του έλεγα λοιπόν; Μετέφερα το θέμα σου του έλεγα και όπως λένε σε όλους οι πατέρες, όσους έχουν παρόμοιο προβλήματα μ’ εσένα δηλαδή, μάλλον πρέπει να πέσεις προσευχόμενος κι ότι πει ο Θεός.

Αν πάλι θέλεις ποιο γρήγορα αποτελέσματα, μάλλον θα πρέπει να σκύψεις πάνω από τον εαυτό σου και να αρχίσεις να ψάχνεις μαζί με κάποιον πνευματικό ή και μόνος σου αν μπορείς, αν εσύ δεν κάνεις κάτι καλά κι εξαιτίας σου προέκυψαν τα προβλήματά σου.

Αν καταφέρεις να κάνες αυτό που σου λέω πάντως, είμαι σίγουρος ότι θα μάθεις τι πρέπει να κάνεις εσύ στην συνέχεια, ώστε να διορθωθούν τα πάντα. Με τα υπομνήματα που στέλνεις όμως, όχι μόνον δεν θα καταφέρεις τίποτε, αλλά όλο και ποιο μακριά από την χαμένη οικογένειά σου θα πηγαίνεις.

Εγώ έχω πνευματικό έλεγε αυτός κι αυτός μου είπε ότι όλα καλά τα κάνω, οπότε, θα συνεχίσω να ενημερώνω τους πάντες για την ανάρμοστη συμπεριφορά της γυναίκας μου. Αλλά και θα συνεχίσω να πηγαίνω να βλέπω το παιδί μου, έστω κι αν αυτή άλλαξε συνήθειες και δεν το φέρνει πια εκεί που ήξερα ότι θα το έβλεπα.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, τίποτε δεν ήθελε να αλλάξει ο Θωμάς, οπότε, το πρόβλημά του διαιωνιζόταν κι εγώ δεν έπαψα να ενημερώνομε κάθε τόσο από τον ίδιο, για όσα χαζά έκανε εις βάρος του.

Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό όμως και η γυναίκα του με κάλεσε μια μέρα, η οποία μου έλεγε από τηλεφώνου χωρίς να την γνωρίζω, ένα σορό στραβά κι ανάποδα που έκανα εγώ εις βάρος της οικογενειακής τους ηρεμίας και μαζί με αυτά, δεν μου επέτρεπε πλέον να ανακατεύομαι στα προσωπικά τους.

Εγώ βέβαια τίποτε δεν έκανα πέραν αυτών που είπα στον άντρα της, αν κι αυτός συνέχιζε να με καλεί και να μου εκφράζει τον πόνο του. Τον απέφευγα είναι αλήθεια, αλλά χωρίς να τον απασχολεί αυτό, συνέχιζε να με κρατά ενήμερο για όσα έκανε κι αφορούσαν το δικό του πρόβλημα.

Ο Αντώνης όμως, μαζί με την γυναίκα του με κάλεσαν στο τηλέφωνο μια μέρα και ούτε λίγο, ούτε πολύ, μου ζητούσαν να τους παντρέψω. Βρε παιδιά τους έλεγα, μια φορά ήρθα στο κατάστημά σας και πήρα κάτι για το μοναστήρι μας. Ούτε σας ξέρω δηλαδή, αλλά ούτε και με ξέρετε. Πώς λοιπόν κι από πού σας προέκυψε αυτό, το να θέλετε σας παντρέψω εγώ δηλαδή, αφού ούτε ανακοίνωσα κάπου ότι θέλω να γίνω κουμπάρος σε όποιον το χρειάζεται, αλλά και δεν θέλω να αποκτήσω μια τέτοια υποχρέωση απέναντί σας.

Όποιος θέλει να παντρευτεί δηλαδή, θα έρχεται σ’ εμένα να γίνω κουμπάρος του; Δεν το θέλουμε μόνον εμείς απαντούσαν αυτοί, αλλά κι ο πνευματικός μας το θέλει. Άμα το θέλει αυτός, τους απαντούσα κι εγώ, ας σας παντρέψει ο ίδιος, εμένα γιατί με ανακατεύετε και γιατί να γίνω κουμπάρος σας, επειδή το θέλει ο πνευματικός σας όπως μου λέτε;

Αυτά τους είπα εκείνη την ώρα κι όπως έπρεπε, έκλεισα την γραμμή του τηλεφώνου. Μετά από ένα τρίμηνο περίπου όμως, με κάλεσε ένας παππάς στο τηλέφωνο και κλαίγοντας θα έλεγα με παρακαλούσε να γίνω κουμπάρος αυτών που προ καιρού μου το ζητούσαν. Κάντο για μένα έλεγε αυτός, γιατί έχω πολύ μεγάλο πρόβλημα μαζί τους.

Πάτερ, του έλεγα κι εγώ με το δίκαιό μου. Ούτε εσένα ξέρω, ούτε κι αυτούς. Γιατί λοιπόν να γίνω κουμπάρος τους; Άλλωστε και χρόνο δεν έχω για τέτοιες εκδηλώσεις. Το ξέρω, το ξέρω, έλεγε ο παππάς. Από το μοναστήρι μου έδωσαν το τηλέφωνό σου κι από τους πατέρες πήρα την άδεια να σου ζητήσω αυτήν την χάρη.

Κι επειδή σου έδωσαν αυτοί την άδεια όπως λες βρε πάτερ, εγώ πρέπει να γίνω με το ζόρι κουμπάρος; Βρες κάποιον άλλον λοιπόν και άφησέ με ήσυχο. Έχω κάνει κάποια ατασθαλία παιδί μου, έλεγε ο παππάς και από κάποιον σαν κι εσένα εχέμυθο τολμώ να ζητήσω αυτήν την εκδούλευση.

Αν δεν με συμπαρασταθείς λοιπόν, κινδυνεύω να χάσω μια θέση κι εγώ στον παράδεισο όταν αποδημήσω εις Κύριον. Κάνε μου αυτό το καλό σε παρακαλώ, γιατί δεν έχω κάποιον άλλον που θα μπορούσα να του εμπιστευτώ αυτά που σου ανάφερα.

Μπροστά σ’ αυτό το δίλλημα που με έφερε ο παππάς λοιπόν, αναγκάστηκα να ενδώσω τελικά κι αφού του υποσχέθηκα ότι θα το έκανα, άρχισα να συναντιέμαι με το ζευγάρι, προκειμένου να δω τι είχα να αντιμετωπίσω μαζί τους ως κουμπάρος, όπως και πως θα έκανα κάτι τέτοιο με αγνώστους.

Από τις λίγες φορές που τους πλησίασα όμως, άκουσα να μου λένε ότι τον μεν άντρα τον έκανε μάγια η μάνα του, γιατί αγαπούσε περισσότερο την αδελφή του, την δε γυναίκα την έκαναν μάγια κάποιοι που δεν ήθελε να μου τους ονομάσει κι εξαιτίας αυτού, μέρα και νύχτα έβλεπε ζωντανά μπροστά της τον διάβολο κι από τον φόβο της, ούτε να φάει μπορούσε, με αποτέλεσμα να παραμένει μονίμως ξερακιανή.

Έχοντας κρατημένο το τηλέφωνο του παππά όμως, τον κάλεσα μια μέρα κι όπως ήμουν φορτισμένος με την περίπτωσή τους, γρήγορα του έλεγα ότι ήταν τρελοί οι άνθρωποι που μου ζητούσε να γίνω κουμπάρος τους κι ότι καλά θα έκανε να απομακρυνθεί κι αυτός από κοντά τους.

Το ξέρω βρε παιδί μου, έλεγε αυτός. Αν ήταν καλά, εσένα θα κάναμε κουμπάρο; Κάποιος από τους συγγενείς τους θα το έκανε. Έλα σε παρακαλώ να τελειώνουμε με αυτό το θέμα και μη κωλυσιεργείς, γιατί στα πρόθυρα του να πεθάνω βρίσκομαι κι αλίμονό μου αν δεν προλάβω να τους παντρέψω.

Τί να έκανα λοιπόν; Πήγα στην εκκλησία του ένα πρωινό κι όπως το είχε δρομολογήσει αυτός, παντρέψαμε οι δυό μας το ζευγάρι, προκειμένου να γλυτώσει ο παππάς και να φορτωθώ εγώ τους τρελούς, οι οποίοι κάθε τόσο με ενοχλούσαν από τηλεφώνου, αναφέροντάς μου τις επιθέσεις, όπως και τις παρουσίες του διαβόλου στο σπίτι τους, καθώς και τα διάφορα μάγια που έκανε εις βάρος τους, η μητέρα του όπως σας είπα.

Αυτά λοιπόν και τέτοια περίπου αντιμετώπιζα κάθε τόσο από αυτούς τους ανθρώπους, τους οποίος βλέπει κανείς να φαίνονται καλά, αλλά να μην είναι στην πραγματικότητα στα συγκαλά τους και δεν υπάρχει λόγος να σας αναφέρω και άλλες περιπτώσεις, αφού όλες ίδιες είναι σε γενικές γραμμές. Αν χρειαστεί να αναφερθώ σε κάποια από αυτές και θεωρήσω ότι είναι ιδική περίπτωση, ασφαλώς και θα το κάνω.

Για όλες αυτές τις περιπτώσεις όμως, ενημέρωνα τους πατέρες και μαζί τους εξέταζα κάθε φορά και την παρά μικρή εμμονή τους, μη τυχόν κι έκανα εγώ κάποιο λάθος κι εξαιτίας αυτού, ταλαιπωρούσα εν αγνεία μου τους ήδη και αρκετά ταλαιπωρημένους ανθρώπους.

Και μόνον που τους ακούς, έλεγαν οι πατέρες και τους επιτρέπεις να έχουν ένα σταθερό σημεία αναφοράς για τις δικές τους ανησυχίες, έστω κι αν αυτές εκδηλώνονται κάτω από τις συνθήκες που μας αναφέρεις, μάλλον καλό τους κάνεις, οπότε, δείξε λίγη αγάπη προς τους συνανθρώπους σου και καθόλου μην δυσανασχετείς με τις τηλεφωνικές ενοχλήσεις που σου κάνουν.

Είκοσι τέσσερεις είναι όμως όλοι αυτοί τους έλεγα κι ο καθένας από αυτούς έχει τα δικά του προβλήματα και με τον δικό του τρόπο θέλει να τα αντιμετωπίζει, οπότε, τίποτε θετικό δεν προκύπτει από την μεταξύ μας σχέση, γι’ αυτό κι απορώ, αν κάνω κάποιο καλό που τους ακούω. Αν ήμουν ψυχίατρος, θα είχα εμπλουτίσει την πείρα μου με τις περιπτώσεις τους, αλλά αφού δεν είμαι, τί να την κάνω την πείρα που αποκτώ;

Αυτά λέγαμε λοιπόν πολύ συχνά με τους πατέρες κι επειδή κι ο γέροντάς μας ήταν ενήμερος σχετικά, με παρότρυνε κι αυτός να τους δείχνω αγάπη όπως ονόμαζε την δική μου συμμετοχή στην ζωή αυτών των ανθρώπων, οπότε, συνέχισα να τους ακούω.

Τους άκουγα βέβαια, αλλά και κάτω από δύσκολες συνθήκες το έκανα αυτό τις περισσότερες φορές, δεδομένου ότι εργαζόμενος ήμουν και πολλές ευθύνες είχα και δυσκολίες αντιμετώπιζα όταν με καλούσαν αυτοί, προκειμένου να μου αναφέρουν κάτι σημαντικό γι’ αυτούς και να πάρουν στο τέλος όπως ήλπιζαν κάτι καθησυχαστικό από μένα για την εκάστοτε αναφορά τους.

Αυτό ακριβώς βλέποντας κι ένας ιερομόναχος της μονής μας μια μέρα που τον είχα μαζί μου στην αγορά, έλεγε απορώντας. Μα πώς μπορείς να τους ακούς όλους αυτούς; Κλείσε το τηλέφωνό σου λοιπόν, ώστε να μην σ’ ενοχλούν.

Εύκολο είναι αυτό πάτερ του απαντούσα, αλλά μπορείς να μου πεις, τι θα κάνουν αυτοί η άνθρωποί και σε ποιόν θα πουν αυτά που έχουν στο μυαλό τους; Αν δεν ησυχάσουν από κάποιον άλλο λογισμό που σκόπιμα τους βάζω να επεξεργάζονται, ξέρεις να μου πεις τι είναι σε θέση να κάνουν από τον σκοτισμό που θα φορτωθούν;

Εμένα μου φαίνεται ότι σου αρέσει να παριστάνεις τον γιατρό έλεγε ο ιερομόναχος, γι’ αυτό και δεν δυσανασχετείς με την ενόχληση που σου κάνουν όλοι αυτοί οι τρελοί. Πάτερ? Και η τρέλα μια ασθένεια σαν όλες τις άλλες είναι του έλεγα κι αυτός που την έχει χρειάζεται βοήθεια.

Αν πάει στον γιατρό, βεβαίως και θα γίνει καλά, αλλά να που δεν μπορεί να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ασθενής, γι’ αυτό και ποτέ δεν τον επισκέπτεται. Δεν παριστάνω τον γιατρό λοιπόν, απλώς τους ακούω κι αφού κανείς από αυτούς δεν μου το απαγορεύει, τους ησυχάζω όσο μπορώ, έστω κι αν ξέρουν ότι όλα αυτά που τους κάνω είναι ημίμετρα.

Αυτά λέγοντας με τον ιερομόναχο, δέχτηκα μια κλήση στο τηλέφωνό μου από κάποια της παρέας εκείνη την στιγμή, η οποία κλαίγοντας μου ανάφερε πόσο υπέφερε όλη την νύχτα, από τα μάγια που της έκαναν οι δικοί της, προκειμένου να την απομακρύνουν από τα κληρονομικά τους δικαιώματα.

Έλεγε, έλεγε, η καημένη το βάσανό της και δεν έλεγε να σταματήσει. Κι επειδή δεν διέθετα ακουστικά, είχα ενεργεί την ανοικτή ακρόαση, για τον λόγο ότι έπρεπε και να οδηγώ συγχρόνως, οπότε, άκουγε κι ο ιερομόναχος πνευματικός την αναφορά της.

Από την Θεσσαλονίκη ξεκίνησε να μιλάει αυτή και στην Βέροια φτάσαμε ακούγοντάς την. Κάναμε μια δουλειά εκεί και πάλι επιστρέψαμε. Η γυναίκα όμως μιλούσε συνέχεια και σταμάτησε πια, όταν φτάσαμε στον περιφερειακό της πόλης μας. Απορώντας μαζί της ο ιερομόναχος, έλεγε και με το δίκαιό του. Μα είναι δυνατόν, να μιλάει τόση ώρα ένας άνθρωπος;

Εγώ στην θέση σου πρόσθετε, θα έκλεινα το τηλέφωνο και θα την άφηνα να μιλάει μόνη της. Κακώς λοιπόν την άκουγες τόση ώρα και πολύ κακώς κούρασες και τους δυό μας, ακούγοντας τα ίδια και τα ίδια χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Κι αφού της έδωσες το δικαίωμα, αύριο πάλι θα κάνει το ίδιο αυτή κι εσύ αδίκως θα παιδεύεσαι.

Αυτά λέγοντας αυτός, φτάσαμε κάποια στιγμή στο μετόχι μας, όπου και τον άφησα να ξεκουραστεί μεν, αλλά και του υπενθύμισα ότι έπρεπε να τον παραλάβω το επόμενο πρωινό, προκειμένου να τον μεταφέρω κάπου εκτός της πόλης μας και πάλι για υπερεσιακούς λόγους.

Πήγα κι εγώ στο σπίτι μου βέβαια, αλλά κι όταν τον συνάντησα το πρωί όπως το συμφωνήσαμε, τον άκουγα να με χαιρετά κάπως βαριεστημένα και για να μου δικαιολογήσει την συμπεριφορά του, έλεγε ότι λεπτό δεν κοιμήθηκε όλη την νύχτα.

Μια τηλεφωνική περιπέτεια ήταν αυτή που τον κράτησε άυπνο όπως έλεγε, αλλά και πριν μου την διηγηθεί, παραδέχτηκε τελικά, ότι δεν είναι εύκολο να κλήση κανείς το τηλέφωνο σε κάποιον που βρίσκεται σε απόγνωση και ψάχνει που και σε ποιόν να πει τον πόνο του, έστω κι αν αυτός δεν είναι από αυτούς που εμείς κρίνουμε ότι δεν είναι και τόσο σοβαρός.

Στην προκειμένη περίπτωση πάντως, σοβαρός ήταν ο λόγος που έφερε μια γυναίκα σε απόγνωση και μη μπορώντας να αντιμετωπίσει μόνη της το πρόβλημά της, ζήτησε βοήθεια από το μοναστήρι μας, αφού κάποιος γνωστός της την συμβούλεψε να το κάνει.

Έπασχε από κάποιο είδος κατάθλιψης αυτή συγκεκριμένα κι επειδή μόνον με τα χάπια δεν φεύγει αυτή εύκολα, είχε αποκτήσει τάσεις αυτοκτονίας πλέον. Τρία μικρά παιδιά είχε όμως η γυναίκα και δεν ήθελε να τα αφήσει ορφανά, γι’ αυτό και ανέβαλε συνεχώς την εμμονή της να αυτοκτονήσει.

Αυτά δηλαδή ανάφερε στους πατέρες της μονής μας τηλεφωνικά κι αφού αυτοί θεώρησαν ότι ήταν καλό γι’ αυτήν να μιλήσει με τον πνευματικό που είχα μαζί μου, της έδωσαν το νούμερο του κινητού του.

Να βοηθηθεί μεν της είπαν στέλνοντάς την σ’ αυτόν, αλλά και να βάλει κάποιους στόχους στην ζωή της την συνέστησαν, ώστε να μην σκέφτεται την εύκολη και καταδικαστέα λύση της αυτοκτονίας της.

Υπακούοντας λοιπόν η γυναίκα στην πρόταση των πατέρων, κάλεσε τον ιερομόναχο κατά τις δέκα το βράδυ και συζητώντας μαζί της αυτός, ή πασχίζοντας να της αλλάξει το σκεπτικό και την τάση της να αυτοκτονήσει, τον ξημέρωσε για τα καλά θα έλεγα, αφού λίγο πριν φτάσω να τον παραλάβω πια του υποσχέθηκε αυτή, ότι σήμερα τουλάχιστον δεν θα το έκανε.

Απορούσα μαζί σου, έλεγε και σ’ εμένα όταν ξεκινήσαμε για την δουλειά μας, για το πώς μπορείς να υπομένεις όλους αυτούς τους ανθρώπους με τους προβληματισμούς τους κι όλη την νύχτα άκουγα έστω κι από σύμπτωση εγώ, μια δυστυχισμένη ψυχή να μου λέει τα ίδια και τα ίδια.

Και χωρίς να καταλάβω πως μπόρεσα να το κάνω αυτό, με κάθε τρόπο προσπαθούσα να την αποτρέψω από το να αυτοκτονήσει, αλλά μάλλον τίποτε δεν κατάφερα. Καλά κάνεις λοιπόν και τους ακούς όλους αυτούς αφού το μπορείς, γιατί στην θέση που βρίσκονται όπως κατάλαβα, μόνον να τους ακούει κάποιος θέλουν.

Αυτά είπε ως συμπέρασμα ο ιερομόναχος, για όλους αυτούς που πάσχουν ψυχικά, αλλά και κατά την επιστροφή του στο μοναστήρι μας, μετέφερε στον γέροντά μας την περιπέτειά του, όπως και την δική μου υπομονή να ανέχομαι παρόμοιες περιπτώσεις.

Το γνωρίζω του είπε ο γέροντάς μας τότε, αλλά κι όταν κατά της αρχές του Οκτώβριου μήνα εκείνης της χρονιάς ήρθαν μαζί για κάποιους λόγους στην πόλη μας, άκουγα τον γέροντά μας να μου λέει παρουσία του, όπως και παρουσία των υπόλοιπων μοναχών της συνοδείας του, ότι έπρεπε να προσέχω πολύ από εκεί και μετά, γιατί όλες αυτές οι ψυχασθένειες είναι κάπως κολλητικές.

Γέλασαν βέβαια οι παραβρισκόμενοι με την παρατήρηση του γέροντα, αλλά κι εγώ βρήκα ευκαιρία να ξεκαθαρίσω το θέμα. Γέροντα, του έλεγα, εσείς μου τους φορτώσατε όλους αυτούς. Δεν βγήκα δηλαδή στην αγορά ψάχνοντας για ψυχοπαθείς πελάτες. Γι’ αυτό λοιπόν, ή θα μου ανοίξετε μια κλινική, ή θα μου τους πάρετε όλους από πάνω μου, ώστε να μη κολλήσω καμιά από τις ασθένειές τους.

Γέλασαν και πάλι οι πατέρες με την απάντησή μου, αλλά δεν ξέρω να σας πω πως έγινε αυτό, γιατί μετά από λίγες μέρες, άρχισαν να με εγκαταλείπουν ένας, ένας οι ασθενείς μου. Έφυγαν όλοι τους δηλαδή στην συνέχεια.

Μου έμειναν όμως δύο οικογένειες από αυτούς, για τους οποίους έχω να σας πω πολλά, τα οποία βέβαια, θα σας τα αναφέρω αργότερα κι όταν έρθει η ώρα να το κάνω.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *