Μετά από όσα μας προέκυψαν στο προηγούμενο χρονικό διάστημα και ιδιαίτερα μετά από αυτά που μας πρόκυψαν από τις καρδιακές επιπλοκές του πεθερού μου, όπως κι από την αναγκαστική μας συγκατοίκηση στο σπίτι του, δεν ήταν εύκολο να ησυχάσουμε όπως καταλαβαίνετε, αλλά όπως πάντα υπομονετικοί και ανεκτικοί εμείς, αξιοπρεπώς μπορώ να πω αντιμετωπίζαμε την όλη κατάσταση.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες διαβιούντες λοιπόν, περνούσε ομαλά θα έλεγα ο καιρός μας κι όπως ήταν στην σειρά πια κι αυτές, πλησιάσαμε τις Άγιες γιορτές των Χριστουγέννων χρονικά και μαζί με αυτές, περιμέναμε να μας επισκεφτεί και το νέο έτος του 1984. Όλα με την σειρά τους ερχόταν και τότε δηλαδή, αλλά μαζί με αυτά, ήρθε να με κυριεύσει εκείνο το διάστημα κι ένα πολύπλευρο αίσθημα ενοχής.
Από αρκετό καιρό πριν βέβαια αισθανόμουν την ενοχή να με ενοχλεί, αλλά δεν τις έδινα και μεγάλη σημασία. Από τότε όμως που είδα να γίνονται εκείνα τα θαυμαστά στον πεθερό μου, ο οποίος βρέθηκε ζωντανός από πεθαμένος όπως σας ανάφερα στα προηγούμενα και ζούσε ξανά την ζωή του, σαν να μην του είχε συμβεί τίποτε, οι ενοχές μου μεγάλωσαν, αλλά και πολύ ποιο συχνά με ενοχλούσαν.
Κι αυτά που με ενοχλούσαν, δεν ήταν τίποτε άλλο, εκτός από αυτά που ένοιωθα ότι ήμουν υποχρεωμένος να κάνω προς την Παναγία μας και ποτέ μου δεν τα έκανα. Μαζί με αυτό βέβαια, με ενοχλούσε και εκείνη η αποχή που επιλεγμένα είχα από την Θεία κοινωνία, για την οποία καθόλου δεν στεναχωριόμουν, αν έλειπε ή όχι, από την ζωή μου.
Από το περασμένο Πάσχα δηλαδή κι από της ζωοδόχου πηγής που κοινώνησα των αχράντων μυστηρίων και για πρώτη μου φορά μετά από πολλά χρόνια, άρχισα κάπως να την επιθυμώ, αλλά κι αυτό πάλι, μέχρις εκεί μπόρεσε να κινήσει το ενδιαφέρον μου. Έλεγα δηλαδή, ότι πρέπει να κοινωνώ ποιο συχνά τελικά, αλλά τίποτε δεν έκανα. Παρέμενα εντελώς αδιάφορος ως προς αυτό.
Πιεζόμενος αρκετά λοιπόν από αυτές τις ενοχές, άρχισε σιγά, σιγά και στα κρυφά, να λειτουργεί μέσα μου και η θρησκευτική μου συνείδησή, η οποία συχνά πυκνά πια στην συνέχεια, με υποχρέωνε να ελέγχω και πολύ αυστηρά μάλιστα τον αδιάφορο εαυτό μου. Κι αυτό που μου τόνιζε συνεχώς να σκέπτομαι, ήταν η ίδια και απλή διαπίστωση. Εγώ δηλαδή, ο αφειδώς ευεργετούμενος από την χάρη Της, μπορούσα κι έβρισκα χρόνο για όλους και για όλα, αλλά δεν μπορούσα να βρω χρόνο, προκειμένου να σκεφτώ, τι υποχρεώσεις είχα απέναντι Της.
Αφ’ ότου λοιπόν πείστηκα τελικά ότι όντως ήμουν ένοχος, άρχισα να μελετώ τις υποχρεώσεις που έπρεπε να έχω κι όπως ήταν μοιραίο πια κι αυτό, κατέληξα να παρακολουθώ και της κυριακάτικες λειτουργίες, τις οποίες από πολλά χρόνια πριν είχα εγκαταλείψει, αλλά και για κανέναν άλλο λόγο δεν έμπαινα σε εκκλησία. Με έπειθε δηλαδή ο λογισμός μου να σκέπτομαι, ότι μπαίνοντας στην εκκλησία, δεν καταλάβαινα τίποτε από όσα έλεγαν εκεί οι ιερείς και ψάλτες που τους συνόδευαν κι έτσι, συστηματικά απέφευγα να τις επισκέπτομαι.
Στην μικρή εκκλησία της γειτονιάς μας που επιχείρησα κάποιες Κυριακές να λειτουργηθώ στο εξής, επιβεβαιώθηκαν μπορώ να πω οι δικαιολογίες μου, οπότε με πλάκωσαν και πάλι οι αντιρρήσεις μου κι έτσι δεν ήθελα να συνεχίσω τις επισκέψεις μου. Για να μην τις δώσω τροφή όμως στον πειρασμό να μου κάνει περεταίρω ενοχλήσεις, έπαιρνα στο το αυτοκίνητο μου και πήγαινα στον μητροπολιτικό ναό τις περιοχής μας, προκειμένου να παρακολουθώ εκεί της Κυριακάτικες λειτουργίες.
Στον μητροπολιτικό ναό βέβαια, δεν ήταν όπως σ’ αυτόν της γειτονιάς μας. Οι ιερείς τους όπως και οι ψάλτες τους, ήταν πλήρως καταρτισμένοι της βυζαντινής μουσικής, αιτία που μου επέβαλε μπορώ να πω, ώστε να παρακολουθώ με πολύ ευχαρίστηση πλέον, αλλά και με κατάνυξη τις λειτουργίες τους κι έτσι έγινα, όχι μόνον θαυμαστής τους, αλλά και ανελλιπώς εκκλησιαζόμενος.
Οι λιγοστοί τότε, αλλά και γηραλέοι πιστοί που βρισκόταν στην εκκλησία και παρακολουθούσαν εκείνες τις ευκρινέστατες κατά τα άλλα Κυριακάτικες λειτουργίες, παραξενεύονταν με την παρουσία μου στην εκκλησία τους, δεδομένου ότι ήμουν ο μοναδικός νέος τότε μέσα στον ναό τους κι αυτός ήταν ο λόγος που με κοιτούσαν με απορία.
Αφότου όμως έκανα τον κόπο και παρακολουθούσα ανελλιπώς πια τις λειτουργίες, άρχισε σιγά, σιγά να με απασχολεί και η σκέψη, του πως θα μπορούσα να επιμορφώσω τον εαυτό μου σχετικά, ώστε να ξέρω ποιο ήταν το ζητούμενο σ’ αυτό που έβλεπα ότι υποχρεούμαι να ακολουθήσω και ποιο ήταν το είδος της κατάρτισης που έπρεπε να έχω, ώστε να είμαι συνυφασμένος τόσο με το όλο θέμα, όσο και με τις υποχρεώσεις που ένοιωθα ότι έπρεπε να έχω και με ενοχλούσαν.
Κι εφόσον αυτό πια επιχειρούσα, τολμούσα να θέλω θα έλεγα, να ζω πλέον ως Χριστιανός Ορθόδοξος για χάρη Της, αν και δεν ήξερα, πως ακριβώς θα έπρεπε να είμαι ως τέτοιος. Δεν με ικανοποιούσε δηλαδή μόνον η σχέση που απέκτησα, του παρευρισκόμενου δηλαδή με διάθεση στις Κυριακάτικες λειτουργίες, γι’ αυτό και αναζητούσα μια βαθύτερη σχέση, μέσω της οποίας να μπορούσα να ολοκληρωθώ αν θέλετε ως ένθεο άτομο.
Αυτό βέβαια, δεν ήξερα να το κάνω από μόνος μου, αφού δεν είχα την απαραίτητη υποδομή και για να γίνω αρεστός προς την Παναγία μας εγώ ο πολλαπλώς ευεργετούμενος Της, έψαχνα να βρω τρόπο να καταρτιστώ σχετικά, από οπουδήποτε ήταν δυνατόν να γίνει αυτό. Και για να επιτύχω αυτό που με απασχολούσε, άρχισα το ψάξιμο, αναμοχλεύοντας πριν από όλα τον εσωτερικό μου κόσμο, προκειμένου να βάλω θεμέλια πρώτα όπως το κατανοούσα.
Έχοντας λοιπόν εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, αλλά και στις δυνατότητες μου, άρχισα να διαβάζω από μόνος μου, ότι σχετικό με την πίστη μας έβρισκα μπροστά μου, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορούσα να εμπλουτίσω κάπως τις γνώσεις μου, όπως ήλπιζα και να απαντήσω μάλιστα, στα πάμπολλα ερωτήματα που είχα μέσα μου συσσωρευμένα και για πρώτη φορά με απασχολούσαν σοβαρά.
Ήξερα πολλά από πολλά ως έμπειρος άνθρωπος, αν και νεαρός στην ηλικία, γι’ αυτό και νόμιζα ότι θα μπορούσα κι από μόνος μου να απαντήσω, όπως και να επεξεργαστώ τα ερωτήματα μου και μέσα από αυτήν την διαδικασία, να πετύχω τελικά και τον σκοπό μου, αλλά δεν ήμουν σίγουρος, αν όλα όσα εγώ απαντούσα, ή δεχόμουν ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας που θα έκανα, ήταν αυτά που έπρεπε να κρατήσω, να δεχθώ, ή να απορρίψω ως ακατάλληλα.
Μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα λοιπόν ευρισκόμενος, έψαχνα να βρω μια σίγουρη και ασφαλή πηγή για μένα, ώστε αυτή να με κατευθύνει ασφαλώς εκεί που επιδίωκα να φτάσω. Δεν ήξερα όμως, που θα μπορούσα να βρω μια τέτοια πηγή, οπότε την έψαχνα οπουδήποτε. Και για να μην απορρίψω από άγνοια, αυτό που έπρεπε να κρατήσω, νομίζοντας ότι βρήκα αυτό που έψαχνα, εξέταζα τα πάντα, αν και ήμουν επιφυλακτικός για τα πάντα, αφού δεν ήξερα πως ήταν αυτή η επιμόρφωση που ξαφνικά ήθελα να κάνω στον εαυτό μου.
Δεν δίσταζα να κάνω αυτήν την προσπάθεια από μόνος μου, γιατί τόσο από χαρακτήρος όσο κι ως εργαζόμενος, έμαθα να ψάχνω και να διαλέγω ανάμεσα σε πολλά ενδεχόμενα, αυτό που ταίριαζε στην κάθε περίπτωση. Επειδή όμως δεν γνώριζα τίποτε για το συγκεκριμένο θέμα όπως σας είπα, δεν μπορούσα να δεχθώ εύκολα, τις τυχαίες, ή ακόμη και της πρόχειρες απαντήσεις που μου παρουσιαζόταν, από όπου κι μου προέκυπταν.
Για τους παραπάνω λόγους λοιπόν, δεν απέκλεισα καμιά πηγή από αυτές που θα μπορούσαν ενδεχομένως να με ενημερώσουν, όπως δεν απέκλεισα και την περίπτωση να ενημερωθώ ακόμη κι από κείνη την περίεργη γιαγιά του χωριού της Κοζάνης που γνώρισα, δεδομένου ότι αυτή με ώθησε τότε να εκκλησιάζομαι και να κοινωνώ συχνά.
Αφού λοιπόν εγώ δεν ήξερα προς τα που να απευθυνθώ, για την επί του θέματος ενημέρωση μου, αφού με την εκκλησία και τους λειτουργούς της δεν είχα καμιά σχέση κι αφού δεν εμπιστευόμουν ούτε και τις δικές μου απαντήσεις, όντως δεν ήξερα σε ποιον θα μπορούσα να ρωτήσω αυτά που ήθελα εξασφαλισμένα να απαντηθώ, όντως παρέμενα με πάρα πολλά αναπάντητα ερωτήματα φορτωμένος.
Μιχάλης Αλταλίκης