Μέσα σ’ όλα αυτά όμως, είχαμε και δύο προβληματικές σκοπιές εκεί, τις οποίες δεν ήθελαν να φυλάξουν οι στρατιώτες, φοβούμενοι όπως έλεγαν τα φαντάσματα. Αυτά πάλι, είχαν περίεργη συμπεριφορά, σύμφωνα με τις δηλώσεις των παθόντων. Στην μία παρουσιαζόταν αυτά κατά την Άνοιξη και στην άλλη κατά το Φθινόπωρο.
Αυτός ήταν και ο λόγος που ο διοικητής μας σκεφτόταν στα σοβαρά να καταργήσει την μία τουλάχιστον, όχι γιατί πίστευε στα φαντάσματα, αλλά γιατί μερικοί από τους στρατιώτες που έκαναν την σκοπιά τους εκεί, παρουσίαζαν ανησυχαστικά ψυχολογικά προβλήματα εκ των υστέρων και αυτά δεν ήθελε να τα βλέπει.
Η σκοπιά που σκεπτόταν να καταργήσει, βρισκόταν δίπλα από την κυρίως είσοδο του στρατοπέδου και εξαιτίας αυτού, φωτιζόταν αρκετά καλά και με πολλές λάμπες. Λόγο της θέσεως της λοιπόν, ήταν άνευ σημασίας. Μέχρι να πάρει όμως απόφαση, για το τι θα έπρεπε να κάνει μ’ αυτήν, εμείς την φιλάγαμε κανονικά.
Εγώ πολλές φορές φύλαξα σκοπός εκεί τις νύχτες και όλες τις ώρες. Ποτέ όμως δεν είδα μπροστά μου εκείνον τον τεράστιο αρχιλοχία, αυτόν που με φόβο έλεγαν αρκετοί από τους παλιούς όπως και από τους νέους στρατιώτες, ότι τους επισκεπτόταν την ώρα της υπηρεσίας τους και ότι τον έβλεπαν να στέκεται μπροστά τους να τους χαμογελά.
Μόλις τον έβλεπαν δε αυτόν χαμογελαστό, δύο πράγματα έκαναν. Ή παρατούσαν τα όπλα τους στην σκοπιά και έφευγαν τρέχοντας προς τον θάλαμο τους, ή τον πυροβολούσαν με το όπλο τους, αδειάζοντας επάνω του ολόκληρο γεμιστήρα.
Οι νυκτερινοί πυροβολισμοί όμως, προϋπέθεταν εχθρική προσβολή προς το στρατόπεδο κι εφόσον μόνον γι’ αυτόν τον λόγο επιτρεπόταν να πυροβολεί ο σκοπός την νύχτα, σηκωνόμασταν όλοι όπως καταλαβαίνετε και τρέχαμε με πλήρη εξάρτιση στους ώμους νυχτιάτικα, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την εχθρική προσβολή.
Ωστόσο, ποτέ και από κανέναν δεν μας έγινε τέτοια κι εφόσον ούτε κι εκείνος ο υπερμεγέθης αρχιλοχίας υπήρξε ποτέ, όσο και αν επέμεναν αυτοί που τον έβλεπαν, ήταν επόμενο ότι θα υποχρεωνόταν κάποια στιγμή να την καταργήσει ο διοικητής μας, θέλοντας να αποφύγει την νυκτερινή αναστάτωση, όχι μόνον του στρατοπέδου, αλλά και ολόκληρης της περιοχής.
Την άλλη σκοπιά όμως που βρισκόταν έξω από τον χώρο της αποθήκης φύλαξης των πυραύλων, δεν ήταν δυνατόν να την καταργήσουν, έστω και αν εκεί το Φθινόπωρο συνήθως, όπως έλεγαν όσοι την έπαθαν, γινόταν γάμος την νύχτα και μια τεράστια νύφη με την συνοδεία μουσικών και οργάνων, έκανε νυχτιάτικα επίσκεψη στον σκοπό, αδιαφορώντας για τον συρμάτινο φράχτη ύψους τεσσάρων μέτρων που ήταν στημένος εκεί, να εμποδίζει την είσοδο κάθε ανεπιθύμητου εισβολέα στο στρατόπεδο.
Όταν έβαλαν και εμάς τους νέους να φυλάξουμε για πρώτη φορά εκεί, μας είπαν οι παλιοί ότι συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, αλλά θεωρήσαμε ότι αυτά που μας έλεγαν ήταν κάποια από τα κακόγουστα αστεία που κάνουν συνήθως στον στρατό οι παλιοί, για να τρομάξουν τους νέους.
Ωστόσο, μερικοί από μας τους νέους, είτε γιατί επηρεάστηκαν τότε από όσα άκουγαν να διηγούνται οι παλιοί, είτε γιατί είχαν κάποια προσωπική βλάβη που τους ανάγκαζε να βλέπουν τέτοια πράγματα, βεβαίωσαν αργότερα εκείνες τις ιστορίες για την παρουσία της τεράστιας νύφης
Ένας από τους έφεδρους αξιωματικούς της μοίρας όμως, που δεν έβρισκε με ποιόν άλλον τρόπο θα μπορούσε να πείσει τους στρατιώτες του, προκειμένου να φυλάξουν επιτέλους εκείνη την σκοπιά με τον αρχιλοχία, έλεγε μια μέρα σε όλους μας και με ένθερμο ζήλο μάλιστα κατά την πρωινή αναφορά της μοίρας.
– Αδιαφορείστε ρε σεις γι’ αυτές τις χαζές διαδόσεις με τον αρχιλοχία και φυλάξτε επιτέλους αυτή την σκοπιά. Είναι δυνατόν να είστε στρατιώτες και να φοβάστε τα φαντάσματα; Και αυτός πάλι; Τι σόι αρχιλοχίας μπορεί να είναι, που φοβίσει με την παρουσία του ένοπλους στρατιώτες;
Για να σας αποδείξω λοιπόν, ότι όλα αυτά είναι φαντασίες και μόνον φαντασίες, σας υπόσχομαι ότι θα πάω το βράδυ και θα κοιμηθώ μόνος μου στο φυλάκιο αυτής της σκοπιάς. Μετά απ’ αυτό, θα πρέπει επιτέλους να σταματήσει αυτή η σαχλαμάρα εδώ και τώρα. Καταλάβετε επιτέλους ότι είναι ανήκουστο πράγμα για στρατιώτες, το να φοβούνται από τις φαντασίες του ενός και του άλλου.
Αφού είπε πολλά τέτοια αυτός, εκείνο το Ανοιξιάτικο πρωινό, έκανε πράξη την υπόσχεση του μόλις πήρε να νυχτώνει. Έβαλε κάτω από την μασχάλη του τις κουβέρτες του, φόρεσε και το υπηρεσιακό του περίστροφό στην ζώνη του και φορτωμένος με μπόλικο ενθουσιασμό, πέρασε πρώτα από το Κ.Ψ.Μ.
Ήθελε να δουν όλοι οι στρατιώτες, ότι όντως και πράγματι θα έκανε αυτό που τους υποσχέθηκε και για να δώσει κάπως επίσημο χαρακτήρα σε όσα επιχειρούσε, είχε μαζί του και το αξιωματικό υπηρεσίας εκείνης της ημέρας.
Αφού λοιπόν τους είδαν όλοι, πήγαν και αρκετοί στρατιώτες μαζί τους μέχρι το φυλάκιο. Αυτό πάλι δεν ήταν μακριά, αφού βρισκόταν είκοσι βήματα περίπου δεξιότερα από το διοικητήριο και δέκα βήματα μέσα στο στρατόπεδο, έχοντας μπροστά του τον πολύ καλά φωτισμένο κεντρικό δρόμο της περιοχής.
Άνοιξαν την πόρτα του όταν έφτασαν εκεί και μπήκαν μέσα. Άναψαν τα φώτα ύστερα και μετά άνοιξαν το παράθυρο του δωματίου, προκειμένου να αεριστεί κάπως εκείνος ο από πολύ καιρό ακατοίκητος χώρος.
Έστρωσε στην συνέχεια τις κουβέρτες του ο έφεδρος αξιωματικός σε ένα από τα κρεβάτια που υπήρχαν εκεί και όταν όλα ήταν έτοιμα, επέτρεψε στον αξιωματικός υπηρεσίας και στους στρατιώτες που τον ακολουθούσαν να φύγουν και έτσι, έμεινε μόνος εκεί με τον εαυτό του.
Έκλεισε το παράθυρο μετά και για λόγους ασφαλείας, έσφιξε καλά το πόμολο του. Κλείδωσε από μέσα την πόρτα ύστερα και άφησε τα κλειδιά πάνω σ’ αυτήν, έτσι ώστε αν ποτέ και για κάποιο λόγο τα χρειαζόταν, να μην τα ψάχνει.
Καλού κακού όμως, γέμισε το περίστροφο του και το έβαλε πάνω σε μια καρέκλα που υπήρχε δίπλα του, έτσι ώστε αν το χρειαστεί, να το βρει γρήγορα. Αφού τα τακτοποίησε όλα, έπεσε να κοιμηθεί ύστερα, με την σιγουριά ότι ο αρχιλοχίας δεν υπάρχει, αλλά και αν υπήρχε, δεν θα μπορούσε να μπει από πουθενά εκεί μέσα, αφού τόσο το παράθυρο όσο και η πόρτα ήταν κλειστά. Αν πάλι και για κάποιο λόγο ερχόταν αυτός και του φώναζε απ’ έξω να του ανοίξει, ε τότε, δεν θα του άνοιγε να μπει μέσα για κανένα λόγο.
Κοιμήθηκε λοιπόν και το μόνο που επέτρεψε στον εαυτό του να δουλεύει εν όσο κοιμόταν, ήταν το μυαλό του. Ξύπνησε όμως κάποια στιγμή, γιατί αισθάνθηκε να λούζει το πρόσωπο του ένα δροσερό αεράκι. Όπως ήταν λογικό αυτό, άνοιξε τα μάτια του να δει από που έμπαινε εκείνος ο αέρας, αφού όλα ήταν κλειστά.
Έκπληκτος όμως είδε, ότι τα φώτα μέσα στο δωμάτιο ήταν αναμμένα και ότι η πόρτα του ήταν ορθάνοικτη. Μαζί μ’ αυτά, είδε ότι κι εκείνος ο τεράστιος αρχιλοχία βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο και αυτός γέμιζε εκείνον τον μικρό χώρο με την υπερμεγέθη εμφάνιση του. Δεν έκανε βέβαια τίποτε αφού όπως το συνήθιζε, κοιτούσε τον έφεδρο αξιωματικό χαμογελώντας.
Μην ξέροντας τι να κάνει αυτός με όσα έβλεπε να γίνονται εκεί μέσα, πετάχτηκε έξω από το φυλάκιο όσο πιο γρήγορα μπορούσε και πολύ φοβισμένος φώναζε.
– Βοήθεια, βοήθεια, βοήθεια.
Από τις κραυγές του έντρομου εφέδρου αξιωματικού, τρομοκρατήθηκε ο σκοπός της κεντρικής πύλης και αφού δεν ήξερε τον λόγο που κάποιος μέσα από το στρατόπεδο ζητούσε βοήθεια, έβαλε μια γεμιστήρα στο όπλο του και την άδειασε πυροβολώντας τον ουρανό. Έδωσε σήμα προς όλους μας ύστερα με την ενέργεια του, ότι κάποιος κίνδυνος από έξω ή από μέσα, απειλούσε το στρατόπεδο και τους στρατιώτες που κείνη την ώρα κοιμόταν.
Στα επόμενα πέντε λεπτά και έτσι όπως ήμασταν εκπαιδευμένοι εμείς να κάνουμε σε κάθε περίπτωση, τρέχαμε όλοι έξω από τους θαλάμους μας και με πλήρη εξάρτιση, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε αυτόν που ποτέ δεν είδαμε. Τον αρχιλοχία δηλαδή, αυτόν που από μόνος του διάλεγε να μας κάνει επισκέψεις την Άνοιξη και στις τρεις το πρωί, επιβάλλοντας την παρουσία του σε μας που ποτέ δεν την επιθυμήσαμε.
Μετά κι από κείνο το αναπάντεχο πάθημα του εφέδρου αξιωματικού, πήρε τελικά την απόφαση ο διοικητής μας να καταργήσει εκείνη την σκοπιά, όχι γιατί υπολόγιζε τις ανεπιθύμητες επισκέψεις, αλλά γιατί όπως είπαμε ήταν περιττή η σκοπιά, αφού δεν εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό.
Μας ήθελε στρατιώτες αυτός και μας ήθελε όλους ετοιμοπόλεμους, γι’ αυτό και όπως ήταν λογικό αυτό, αδιαφορούσε γι’ αυτά τα περιστατικά με τα φαντάσματα, όπως και γι’ αυτούς που τα προκαλούσαν. Τους έστελνε στον γιατρό βέβαια αυτούς και συνέχιζε το πρόγραμμα της εκπαίδευσης μας, σαν να μην μας συνέβαινε τίποτε το επιλήψιμο.
Αυτούς τους έστελνε στο ειδικό νοσοκομείο ο γιατρός την άλλη μέρα, γι’ αυτό και χάναμε την επαφή μαζί τους. Ωστόσο, κανέναν απ’ αυτούς δεν είδαμε να επιστρέφει υγιής στο στρατόπεδο. Για τον έφεδρο αξιωματικό όμως δεν ίσχυσε αυτό, γιατί μετά από δύο εβδομάδες θ’ απολυόταν αυτός, οπότε και θα πήγαινε από μόνος του μάλλον στον δικό του γιατρό.
Και τις επισκέψεις που μας έκαναν οι ανώτεροι του αξιωματικοί, με σκοπό να επιθεωρήσουν την μονάδα μας κατά τα προβλεπόμενα, το ίδιο ανεπιθύμητες της υπολόγιζε ο διοικητής μας γι’ αυτό και δεν τις δεχόταν. Τις θεωρούσε ανούσιες.
Ευχαρίστως όμως δεχόταν να μας επισκέπτονται ό,τι ώρα ήθελαν αυτοί, μα μέρα, μα νύχτα, αλλά μόνον για να διαπιστώσουν, αν όντως ήταν αξιόλογες και ετοιμοπόλεμες οι στρατιωτικές μας επιδόσεις.
Όντως εκπαιδευμένοι λοιπόν εμείς, όποια ώρα και αν ήθελαν να μας κτυπήσουν συναγερμό αυτοί, βρισκόμασταν έξω από το στρατόπεδο σε πέντε λεπτά, έστω και αν έπρεπε να μετακινηθούμε εμείς οι πεντακόσιοι σαράντα στρατιώτες, φορτωμένοι στα εκατόν πενήντα επτά οχήματα. Αυτά δε, ήταν μονίμως έτοιμα να μας μεταφέρουν, όπου και αν μας το ζητούσαν.
Τον ίδιο χρόνο κάναμε και όταν ζητούσαν από μας να κάνουμε την διέλευση μας, μέσα από τον τεράστιο στίβο μάχης που διέθετε τότε το στρατόπεδο, είτε μέρα ήταν, είτε νύχτα όταν μας το ζητούσαν, αν και αυτό, ήταν από τα πιο δύσκολα του συμβατικού στρατού.
Μιχάλης Αλταλίκης