Όπως έκαναν και πολλοί άλλοι έμποροι καθημερινά, μπήκε μια μέρα στην επιχείρηση μας και ένας Αμερικάνος και αυτός ζήτησε να δει, όπως και να δοκιμάσει, τα γλυκά κουταλιού που είχαμε ως δείγμα στην βιτρίνα μας.
Πολύ του άρεσε το γλυκό κεράσι που δοκίμασε και στα γρήγορα εξήγησε στον πατέρα μου, ότι ήταν έμπορος στην Αμερική και ότι έψαχνε να βρει και να προωθήσει κάτι παρόμοιο στην αγορά του τόπου του.
Στο άψε σβήσε λοιπόν, συμφώνησε με τον πατέρα μου και σε μηδέν χρόνο, ζήτησε να του ετοιμάσει μια μεγάλη παραγγελία από το γλυκό που του άρεσε. Την επομένη κιόλας το πρωί, ήρθε με μια προκαταβολή στα χέρια, ικανή να κατοχυρώσει την δοκιμαστική γι’ αυτόν παραγγελία όπως είπε, ενώ για τα δικά μας δεδομένα φάνταζε τεράστια αυτή.
– Μια τέτοια ποσότητα για την Αμερική είναι αρκετή μόνον για μερικές ώρες έλεγε. Στρωθείτε λοιπόν στην δουλειά και ετοιμάστε την παραγγελία γρήγορα, γιατί έτσι και αρέσει στους Αμερικανούς το γλυκό σας? τότε υπόσχομαι να σας κάνω βιομηχάνους.
Μ’ αυτά τα δεδομένα λοιπόν, έτρεχε ο πατέρας μου να βρει τα ανάλογα κεράσια για το γλυκό που έπρεπε να ετοιμάσει και πίσω από αυτόν, έτρεχε και ο συνεταίρος μας μαζί με τους εργάτες του για την άμεση παραγωγή του γλυκού που μας παρήγγειλαν.
Ούτε και ο χρόνος έμενε σταθερός βέβαια, αφού και αυτός έτρεχε και μάλιστα πολύ γρήγορα στην προσπάθεια του να είναι συνεπής, με την προκαθορισμένη ημερομηνία παράδοσης εκείνης της παραγγελίας και μαζί με αυτόν έτρεχε και ο “από το πουθενά” πελάτης μας, προκειμένου να ετοιμάσει έγκαιρα τα απαιτούμενα χαρτιά για την εξαγωγή που ήθελε να κάνει, από την χώρα μας προς την Αμερική.
Όλως περιέργως όμως, χάθηκε η γυναίκα του συνεταίρου μας, η οποία και για αρκετό καιρό, δεν ερχόταν όπως πριν και κάθε μέρα να πάρει χρήματα από την επιχείρηση μας και εξαιτίας αυτής της κακής συνήθειας, είχε μαζί της πολλές προστριβές ο πατέρας μου.
Αφότου εμφανίστηκε λοιπόν ο Αμερικάνος, χάθηκε εντελώς αυτή, γι’ αυτό και εμείς υποθέσαμε ότι μάλλον συνετίστηκε, εν όψει κείνης της εξέλιξης που φαινόταν να είναι λαμπρή για όλους μας.
Δεκαεπτά εργάτριες και πέντε τεχνίτες μαζί με τον συνεταίρο μας, εργαζόταν πυρετωδώς και έβγαζαν παραδοσιακά και με την φουρκέτα στο χέρι τα κουκούτσια από τα κεράσια, γιατί με αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο ζήτησε ο Αμερικάνος να τρυπηθούν τα κεράσια του.
Στηριζόμενος λοιπόν ο πατέρας μου σ’ αυτά που του υποσχόταν και τον παρότρυνε ο Αμερικάνος, όπως και στην δυνατότητα, που σίγουρα είχαμε εμείς ως επιχείρηση, έψαχνε όπως ήταν και λογικό αυτό, το που θα βρει ικανό οικόπεδο, προκειμένου να στήσουμε σ’ αυτό την μελλοντική μας βιομηχανία.
Όταν επιτέλους κατέληξε σε κάποιο που διέθετε την ανάλογη δυνατότητα, έδωσε και την απαιτούμενη γερή προκαταβολή στον οικοπεδούχο, ώστε να εξασφαλίσει την αγορά του.
Δουλεύοντας ακατάπαυστα λοιπόν οι τεχνίτες, ήρθαν μια μέρα μαζί με τον συνεταίρος μας και ανακοίνωσαν περιχαρείς στον πατέρα μου, ότι όντως και ήμασταν καθ’ όλα έτοιμοι για την παράδοση. Εφόσον ήμασταν έτοιμοι λοιπόν, ειδοποιήθηκε και ο Αμερικανός πελάτης μας μέσω του εκτελωνιστή του, προκειμένου να έρθει την επομένη το πρωί και να παραλάβει στην ώρα της την παραγγελία του.
Από την αγωνία πού είχαμε για το τι θα γίνει εκείνο το πρωί, κανείς από μας δεν κοιμήθηκε, γι’ αυτό και ο πατέρας μου από τα χαράματα έφυγε για το εργαστήριο, δεδομένου ότι το βάρος όλων των ευθυνών ήταν στην δική του πλάτη.
Άλλωστε, από εκείνη την παραγγελία περιμέναμε και ελπίζαμε πάρα πολλά σαν οικογένεια, αφού με την πιθανή εξέλιξη της, θα εξασφαλίζαμε το μέλλον όλων μας.
Μετά δε και από κείνο το πρόσφατο καταστροφικό αποτέλεσμα που είχαμε από την επιχείρηση μας στο χωριό, χρειαζόμασταν την ανάκαμψη, δεδομένου ότι δεν μας έμεινε πλέον τίποτε άλλο, εκτός από τα χρέη που μας άφησαν οι πελάτες μας, τα δύο σπίτια των κοριτσιών μας και το σπίτι μας στο χωριό, που θέλαμε να το κρατήσουμε όπως είπα, ώστε να έχουμε έναν λόγο να το επισκεπτόμαστε, αφού δεν θέλαμε να αποκοπούμε απ’ αυτό.
Με το που άνοιξαν λοιπόν τα καταστήματα εκείνο το πρωινό, ήρθε όπως ήταν στο πρόγραμμα ο Αμερικάνος, συνοδευόμενος από τον δικηγόρο του, όπως και από τον εκτελωνιστή του, αφού αυτός χρειαζόταν εκεί για την διαδικασία της εξαγωγής του πελάτη του.
Μπήκε χαμογελαστός στο μαγαζί και όπως ήταν επόμενο, ζήτησε πριν απ’ όλα να δει, αν αυτά που θα αγόραζε ήταν έτσι και όπως τα γνώρισε προ ημερών και όπως ακριβός τα συμφώνησε.
– Διάλεξε και δοκίμασε ό,τι θέλεις του είπε ο πατέρας μου. Το μαγαζί και τα γλυκά, είναι όλα δικά σου.
Βγήκε στην συνέχεια έξω από το μαγαζί, προκειμένου να αφήσει εκεί ανενόχλητο τον πελάτη του να δοκιμάσει ότι θέλει, αφού και αυτός ήταν σίγουρος για την καλή ποιότητα του προϊόντος που του προσέφερε.
Με την βοήθεια των εργατών λοιπόν, επέλεξε ο Αμερικάνος να εξετάσει στην τύχη, δέκα από τα πολλά συγκεντρωμένα εκεί εικοσάκιλα δοχεία.
Αφού τα άνοιξε και βεβαιώθηκε για την εξαιρετική οπτική εμφάνιση που είχε το περιεχόμενο τους, ζήτησε στην συνέχεια ένα πιατάκι με κουταλάκι, προκειμένου να δοκιμάσει και την γεύση του γλυκού.
Σίγουρος λοιπόν ότι και η γεύση του γλυκού θα ήταν όπως και την ήξερε, αστειεύτηκε κάπως κοιτώντας τον πατέρα μου και αμέσως μετά, πήρε δύο τρεις κουταλιές από το πρώτο ανοιχτό δοχείο και τις έριξε μέσα στο πιατάκι που του έδωσαν.
Ο πατέρας μου βρισκόταν έξω στο πεζοδρόμιο και παρακολουθούσε από μακριά όσα έκανε ο Αμερικάνος, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να δει ότι μέσα στο πιατάκι και μαζί με τα κεράσια, υπήρχαν και λίγα κουκούτσια, που όμως δεν έπρεπε να υπάρχουν, δεδομένου ότι αυτά για μέρες τα έβγαζαν και μάλιστα με την φουρκέτα από τα κεράσια οι εργάτριες.
Έβαλε λοιπόν ο Αμερικάνος το κουταλάκι στο πιάτο που κρατούσε και πήρε από κει απρόσεχτα, όσα κεράσια μπόρεσε. Ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, τα μασούσε χαμογελώντας, γι’ αυτό και δεν έδωσε την δέουσα σημασία, στα κουκούτσια που είδε να υπάρχουν στο κουταλάκι του, θεωρώντας μάλλον, ότι ήταν μικρόσωμα κεράσια.
Μόλις όμως πάτησε με τα δόντια του πάνω στο πρώτο κουκούτσι, φώναξε με πολύ δύναμη.
– Ωχ το δόντι μου.
Έσπασε το δόντι του ανθρώπου. Και αφού πονούσε, φώναζε από τον πόνο αλλά και από την απογοήτευση που ένιωσε, όπως και από την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα και μη ξέροντας τι να κάνει, έλεγε απελπισμένος.
– Απατεώνες. Απατεώνες. Θέλω τα λεφτά μου πίσω.
Τα έχασε ο πατέρας μου με όσα άκουγε, γι’ αυτό και πήγαινε να δει από κοντά τι έπαθε ο άνθρωπος και μουρμουρίζοντας σχεδόν τον πλησίαζε, λέγοντας στον εαυτό του πρώτα.
– Μόνο αυτό δεν περίμενα να ακούσω. Το να αποκαλούν εμένα απατεώνα.
Τα έχασε όμως όταν μετά από λίγο διαπίστωσε, ότι στα πέντε από τα δέκα δοχεία που διάλεξε τυχαία να εξετάσει ο άνθρωπος, υπήρχαν πάνω πάνω και πρόχειρα ριγμένα, πολλά κουκούτσια από τα κεράσια.
Στενοχωρημένος λοιπόν από όσα συνέβαιναν εκεί, άρχισε να ψάχνει και στα υπόλοιπα δοχεία, που και σε κείνα έβλεπε να υπάρχουν κουκούτσια.
Όπως ήταν αναμενόμενο, φώναξε αμέσως τον συνεταίρο μας και τους τεχνίτες και ζητούσε από αυτούς να του εξηγήσουν, πως βρέθηκαν τα κουκούτσια στα δοχεία και ανάμεσα στα κεράσια, αφού αυτός πλήρωνε δεκαεπτά εργάτριες και πέντε τεχνίτες να τα βγάζουν με τις φουρκέτες και μάλιστα για δύο ολόκληρους μήνες.
Απορούσαν αυτοί για όσα διαπίστωναν εκεί και ορκιζόταν μάλιστα, ότι τίποτε δεν ήξεραν για το πως έγινε αυτό. Απορούσαν δε και για το πώς και το πότε μπορεί να συνέβη αυτό, αφού όλοι μαζί έφυγαν από το εργαστήριο και αυτό πάλι, μόλις και όταν όλα τελείωσαν.
Κλειδιά από την επιχείρηση είχε ο πατέρας μου, ο συνεταίρος μας και ο ένας από τους τεχνίτες. Όποιος και αν μπήκε μέσα λοιπόν, μπήκε με τα κλειδιά του και ήξερε που ήταν τοποθετημένη εκείνη η παραγγελία, αφού μόνον σ’ αυτήν βρέθηκε ζημιά. Όλες οι άλλες παραγγελίες ήταν καθαρές.
Μη μπορώντας να βγάλει μόνος του άκρη ο πατέρας μου με όσα του έλεγαν αυτοί, φώναξε την αστυνομία, το υγειονομικό και τον δικηγόρο της επιχείρησης, ώστε να βρουν αυτοί την λύση.
Από τον τρόπο που ήταν πεταμένα τα κουκούτσια στα δοχεία, φαινόταν πολύ καθαρά, ότι δεν ξέχασαν οι εργάτες να τα βγάλουν από τα κεράσια, αλλά ότι κάποιος και για κάποιο λόγο τα έβαλε εκεί σκόπιμα, που ωστόσο, κανένας από τους άμεσα υπεύθυνους δεν το παραδεχόταν.
Απογοητευμένος ο πατέρας μου από την εξέλιξη που πήρε το πράγμα, έκλεισε την επιχείρηση μετά από τρεις μέρες και επέστρεψε όπως ήταν λογικό στον Αμερικάνο την προκαταβολή που πήρε. Όσο έπαιρνε πίσω τα χρήματα του αυτός, έλεγε στον πατέρα μου στεναχωρημένος.
– Σε μισούσε κάποιος από ότι φάνηκε, γι’ αυτό και σε κατέστρεψε.
Άκουγε ο πατέρας μου αυτά που του έλεγε ο Αμερικάνος, αλλά και του φαινόταν αδιανόητο. Μετά από λίγες μέρες όμως, πέταξε όλη εκείνη την πολύ μεγάλη παραγγελία στην χωματερή, αφού κρίθηκε ακατάλληλη προς βρώσιν από τον αρμόδιο υπάλληλο της υγειονομικής υπηρεσίας.
Και δεν του έφτανε μόνον αυτό, αλλά απαντούσε αν και στεναχωρημένος, σε όποιον του έκανε το κοινότυπο πια για όλους ερώτημα.
– Μα ποιος και γιατί να το έκανε αυτό;
– Το μόνον που ήθελα εγώ τους έλεγε, ήταν να εξασφαλίσω την δική μου, όπως και τις δικές τους οικογένειες. Το ποιος και γιατί το έκανε όμως, δεν το ξέρω και δεν μπορώ να το καταλάβω.
Πέρασαν παραπάνω από δέκα χρόνια από τότε βέβαια κι εμείς ξεχάσαμε το τι μας συνέβη εκείνο το χρονικό διάστημα. Δεν μας απασχολούσε πλέον και το ποιος και το γιατί έκανε κάτι τέτοιο σε μας, αφού σε κανέναν δεν δώσαμε λόγο, αλλά ούτε και αφορμή ώστε να θέλει να μας εκδικηθεί.
Μας επισκέφτηκε από τα ανέλπιστα όμως μια μέρα, ο πρώην συνεταίρος μας και αυτό πολύ μας ξάφνιασε, αφού από τότε που χώρισαν οι δρόμοι μας, δεν ειδωθήκαμε ξανά ούτε και τυχαία στον δρόμο.
Ήταν άρρωστος ο πατέρας μου εκείνο τον καιρό και βρισκόταν στο σπίτι ξαπλωμένος πάσχοντας από καρκίνο. Υποθέσαμε ότι από κάποιον κοινό γνωστό το έμαθε αυτό, γι’ αυτό και ήρθε να μας επισκεφτεί τότε, μόνον που δεν έμπαινε μέσα στο σπίτι όσο και αν τον πίεζε η μητέρα μου.
Στεκόταν στην εξώπορτα απρόθυμος να μπει και όταν πια πήρε την απόφαση να το κάνει, έπεσε στα γόνατα και από εκεί ερχόμενος, ζητούσε συγνώμη από τον πατέρα μου για όσα έκανε με εκείνα τα κουκούτσια, που έκπληκτοι μαθαίναμε τότε, ότι αυτός τα έβαλε, κατόπιν παραγγελίας της γυναίκας του.
– Συγχώραμε Κώστα!! έλεγε, ξέρω ότι ήταν βλακεία αυτό που έκανα και ότι μαζί με σένα, κατέστρεψα και μένα. Συγχώραμε όμως, γιατί από τότε και μετά, ησυχία δεν μπορώ να βρω από τις τύψεις που έχω, για όσα σου έκανα και δεν το άξιζες.
– Τι να σου πω του έλεγε ο πατέρας μου. Εμένα δεν με σκέφτηκες, αλλά ούτε και τον εαυτό σου. Τα παιδιά σου όμως, πως δεν τα λυπήθηκες;
– Όσα και να λέω τώρα, καμιά αξία δεν έχουν έλεγε ο καημένος, φανερά μετανιωμένος γι’ αυτά που έκανε εις βάρος μας, εις βάρος του εαυτού του, αλλά και εις βάρος της οικογένειας του βέβαια.
– Άκουσε, του είπε ο πατέρας μου. Μετά από τόσα χρόνια, τίποτε δεν μπορούμε να διορθώσουμε. Αν μου το έλεγες τότε, κάτι θα έκανα και δεν θα καταλήγαμε στην διάλυση. Θα σου θυμίσω όμως, ότι πολλές φορές σου το είπα τότε. Βάλε σε τάξη την γυναίκα σου, γιατί μ’ αυτά που κάνει θα μας καταστρέψει. Και σε παρακάλεσα μάλιστα τότε να μην το επιτρέψεις αυτό, γιατί χωρίς εσένα δεν θα μπορούσα να συνεχίσω. Εσύ όμως; Ναι, ναι, έλεγες, αλλά τίποτε δεν έκανες. Τώρα; Ούτε να διορθώσουμε κάτι μπορούμε, αλλά και να επανέλθουμε στα πρότερα. Ζήσε λοιπόν ήσυχος με την οικογένειά σου και ξέχασε κι εσύ όπως εγώ αυτά που έγιναν τότε. Ότι έγινε, έγινε λοιπόν και πίσω δεν γυρίζει.
Ευχαριστημένος αυτός από την αντιμετώπιση του πατέρα μου, κάθισε λίγο ακόμη και αφού πληροφορήθηκε τα της υγείας του, έφυγε και δεν τον είδαμε ξανά.
Και για να επανέλθω στην περίοδο που είχαμε το άδοξο τέλος σ’ εκείνη την επιχείρηση, την έκλεισε ο πατέρας μου και όπως ήταν αναμενόμενο, εξόφλησε πρώτα απ’ όλα τους προμηθευτές μας και μένοντας μετά στον άσσο, όπως λέγεται όταν χάνεις όλα τα χρήματα σου,, ψάχναμε και πάλι από την αρχή να βρούμε, τι θα κάναμε προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την μετέπειτα ζωή μας, που όπως φαινόταν, δεν ήθελε να μας χαριστεί.
Μας τυραννούσε ανελέητα αυτή όπως είδατε κι εσείς και αφού μας άφησε στο μηδέν και χωρίς χρήματα για δεύτερη φορά, δεν μπορούσαμε να ελπίζουμε και σε κάποια άλλη μελλοντική επενδυτική αρχή.
Χωρίς χρήματα στα χέρια, όχι να επιχειρήσουμε κάτι νέο μπορούσαμε, αλλά και πρόβλημα επιβίωσης πλέον θα αντιμετωπίζαμε και από εκεί που ήμασταν σίγουροι επιχειρηματίες, δεν ξέραμε πως και με ποιο τρόπο θα βγαίναμε έξω από εκείνο το νέο αδιέξοδο που βρεθήκαμε.
Αυτό σκεπτόμενοι λοιπόν, θυμηθήκαμε εκείνη την προκαταβολή που δώσαμε στον δικό μας οικοπεδούχο, γι’ αυτό και πήγαμε να τον επισκεφτούμε μαζί με τον πατέρα μου, μήπως και τον πείσουμε να μας την επιστρέψει, αφού δεν υπήρχαν πλέον οι προϋποθέσεις που μας ωθούσαν να γίνουμε βιομήχανοι.
Δεν ελπίζαμε και πολλά βέβαια, γιατί ήταν αρκετά σκληρός άνθρωπος αυτός, αλλά και κάτι και από κάπου έπρεπε να ζητήσουμε συμπαράσταση. Δυστυχώς για μας όμως, επαληθεύτηκαν οι φόβοι μας και τίποτε δεν ήθελε να ακούσει ο οικοπεδούχος που επέμενε να λέει τα ίδια, αδιαφορώντας για την ζημιά που μας έγινε.
– Βάση της συμφωνία μας, χάνετε την προκαταβολή που δώσατε, εφόσον δεν αγοράσατε το οικόπεδο.
Επιστρέψαμε στο σπίτι μας απογοητευμένοι από την συμπεριφορά του οικοπεδούχου, όχι τόσο γιατί δεν πήραμε την προκαταβολή μας πίσω, αν και ήταν αρκετά μεγάλο ποσό, αλλά γιατί δεν είχαμε πλέον χρήματα όπως είπα, προκειμένου να κάνουμε κάτι άλλο. Και τι άλλο; Αφού το μόνο που ήξερε να κάνει ο πατέρας μου, ήταν το να είναι μπακάλης.
Μιχάλης Αλταλίκης