Ο απατεώνας και οι συνεταίροι του  

  Μετά από αυτό το ατύχημα όμως, στο μοναστήρι μας βρισκόμουν μια μέρα στα μέσα του Μάρτιου μήνα της ίδιας χρονιάς και μαζί με τον επίτροπο, όπως και με μερικούς ακόμη από τους μοναχούς μας, κουβεντιάζαμε διεξοδικά στο γραφείο τα θέματα που μας απασχολούσαν εκείνο το διάστημα.

Μαζί με αυτά όμως, ζήτησαν οι πατέρες να μελετήσω και μια προσφορά που τους έστειλε ταχυδρομικώς, ένας πολύ μεγάλος εμπορικός όμιλος όπως και τονιζόταν αυτό με μεγάλα γράμματα ως επικεφαλίδα, στο πάνω μέρος του τιμοκαταλόγου τους.

Αυτόν μελετώντας λοιπόν εκείνη την στιγμή, έπεσε το μάτι μου και σ’ αυτά που ιδιαίτερα υπογραμμιζόταν από τους αποστολείς και δήλωναν με μεγάλα γράμματα, ότι η επιχείρησή τους ήταν τόσο εύρωστη, που τροφοδοτούσε με τα τρόφιμα που διακινούσε ως επί το πλείστον, όλα τα μεγάλα καταστήματα της πόλης μας.

Και τις τιμές τους βέβαια πρόσεξα, οι οποίες δεν ήταν μεν άσχημες, αλλά και ανάλογες της εικόνας που μας πρόβαλαν δεν ήταν. Κι επειδή η διεύθυνση, όπως και το δηλωμένο όνομα της επιχείρησης πουθενά δεν με παρέπεμπαν, με δυσπιστία αντιμετώπισα εκείνη την προσφορά.

Την δυσπιστία μου μάλιστα, με πολύ θάρρος τόνισα στους μοναχούς και για να στηρίξω αυτό που τους έλεγα, καθόλου δεν δίστασα να τους πω, ότι σε απατεώνες με παρέπεμπε το όνομά τους, έστω κι αν καθόλου δεν τους ήξερα, δεδομένου ότι κανένας από τους γνωστούς εμπόρους της αγοράς μας δεν είχε τέτοιου είδους εγκαταστάσεις στην περιοχή της Αγίας Τριάδας, όπως έκαναν αυτοί.

Παραξενεύτηκαν οι μοναχοί με την τοποθέτησή μου και μάλιστα μου έλεγαν κάπως αυστηρά εκείνη την στιγμή, ότι καθόλου καλό δεν ήταν για μένα, το να εκφράζομαι έτσι και τόσο υποτιμητικά για ανθρώπους που καθόλου δεν γνώριζα.

Καλά θα κάνεις να τους επισκεφτείς μου έλεγαν κι αφού τους ζητήσεις συγγνώμη πρώτα για όσα τους καταλόγισες χωρίς να τους γνωρίζεις, μετά να τους ζητήσεις να σου δώσουν κι αυτά που σου γράφουμε σ’ αυτήν εδώ την παραγγελία, προκειμένου να δούμε εμείς προσωπικά, αν είναι όντως έτσι κι όπως αυτοί μας παρουσιάζουν την επιχείρησή τους.

Αν κρίνουμε εμείς δηλαδή ικανοποιητικές τις τιμές τους, όπως και την ποιότητα των προϊόντων τους άριστη καθώς απερίφραστα μας το δηλώνουν στα έγγραφά τους, τότε, από αυτούς θα θέλαμε να μας φέρνεις τα τρόφιμα που θα σου ζητάμε μελλοντικά.

Αυτά μου είπαν οι μοναχοί κι αφού διατύπωσαν ξεκάθαρα και την δική τους θέση για όσα εγώ τους είπα, έλεγε δευτερολογώντας ο επίτροπος γι’ αυτό το θέμα, ότι έπρεπε να καταλάβω μετά από όλα αυτά, πως καθόλου σωστό δεν είναι να αποκαλούμε κάποιον απατεώνα, πριν ακόμη τον γνωρίσουμε ως τέτοιον.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, μου τα έψαλαν και μάλιστα για τα καλά οι μοναχοί, αλλά κι εγώ, δεν έκανα πίσω. Θα πάω να τους βρω τους είπα αφού έτσι θέλετε. Να ξέρετε όμως κι εσείς, ότι αυτοί, όποιοι κι αν είναι, σε απατεώνες με παραπέμπουν, έστω κι αν δεν τους γνωρίζω.

Με μάλωσαν για δεύτερη φορά βέβαια για όσα επανέλαβα, αλλά κι όπως όφειλα μετά από την δική τους επιμονή, πράγματι κι έκανα αυτό που μου ζήτησαν μόλις επέστρεψα στην Θεσσαλονίκη. Κάλεσα δηλαδή τον διευθυντή της εν λόγω εταιρείας κι από τηλεφώνου του ζήτησα να μου πει, πότε θα μπορούσαν να με δεχθούν τις εγκαταστάσεις τους.

Μαζί με αυτό βέβαια, του είπα ότι είχα σκοπό να πάρω και μερικά από τα προϊόντα που διακινούσαν κι ότι δοκιμαστικά θα το έκανα σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες των πατέρων κι αν προέκυπτε κάτι θετικό γι’ αυτούς από την δική τους εν γένει επιχειρηματική συμπεριφορά, τότε, με πολύ χαρά θα συνέχιζαν οι μοναχοί την εμπορική συνεργασία μαζί τους.

Ενθουσιασμένος αυτός από όσα του ανάφερα, βεβαίως και δέχθηκε να τους επισκεφτώ κι αφού ορίσαμε ώρα και ημέρα για την επίσκεψή μου, έκλεισα την γραμμή χαιρετώντας τον, χωρίς να του πω τίποτε εκείνη την στιγμή για την συγγνώμη που έπρεπε να τους ζητήσω, αφενός μεν γιατί τίποτε δεν θα καταλάβαινε αυτός από τέτοιες συμπεριφορές όπως υπέθετα, αλλά και πώς να του έλεγα ευθέως από τηλεφώνου, ότι τους αποκάλεσα απατεώνες πριν ακόμη τους γνωρίσω;

Πήγα ωστόσο να τους επισκεφτώ την ημέρα και την ώρα που ορίσαμε κι όντως έμεινα θα έλεγα από την θέα των γραφείων τους όταν μπήκα μέσα, τα οποία στον δεύτερο όροφο ενός διώροφου και νεόκτιστου κτηρίου στεγαζόταν, όπως θαμπώθηκα κι από το πολυάριθμο προσωπικό που είδα εκεί να τα πλαισιώνουν με την παρουσία τους.

Μερικούς από αυτούς μάλιστα, όπως στα γρήγορα τους παρατηρούσα και μου συστήθηκαν ως συνεταίροι στην επιχείρησή τους, γνωστοί μου ήταν ως κάτοικοι της Καλαμαριάς. Εξαιτίας αυτών λοιπόν, αναγκάστηκα κατά κάποιον τρόπο να ομολόγησα παρουσία όλων εκείνη την στιγμή, ότι τους αποκάλεσα απατεώνες στους μοναχούς.

Και τους αποκάλεσα έτσι τους είπα, εξαιτίας της έδρας που επέλεξαν να στήσουν την επιχείρησή τους, στην περιοχή της Αγίας Τριάδας δηλαδή, όπως κι εξαιτίας του τίτλου που χρησιμοποιούσαν και μου φάνηκε πολύ φαμφαρόνος.

Χαμογέλασαν βέβαια αυτοί για την ειλικρινή μου τοποθέτηση και για να με πείσουν περί του αντιθέτου, μετά από τον καφέ που μου προσέφεραν με οδήγησαν και στις αποθήκες τους, προκειμένου να μου δείξουν εκεί, πόσο πράγματι μεγάλες ήταν οι εγκαταστάσεις τους, όπως και πόσο μεγάλη ήταν η γκάμα των προϊόντων που διακινούσαν.

Ασφαλώς και πήγα μαζί τους καθώς έπρεπε, αλλά και συνοδευόμενος από μια ομάδα συνεταίρων έξη ατόμων το έκανα μαζί με τον διευθυντή τους, πρόεδρο και διαχειριστή της επιχείρησής τους βέβαια και μέχρι να μπούμε στις αποθήκες τους, συνεχώς σκεπτόμουν, πως θα έλεγα σ’ αυτούς που γνώριζα τουλάχιστον, να φύγουν το συντομότερο δυνατόν από μέτοχοι, πριν να ήταν πολύ αργά γι’ αυτούς.

Όταν φτάσαμε τελικά εκεί και ξεκλείδωσαν την εξώπορτα μιας υπόγειας αποθήκης, άρχισα να ανατριχιάζω από το θέαμα που έβλεπα, γιατί όσα προϊόντα κι αν υπήρχαν πάνω σε παλέτες τοποθετημένα, ήταν όλα κι όλα για δυό ή τρεις νταλίκες το πολύ, τα περισσότερα των οποίων ήταν ηλιέλαια.

Υπήρχαν βέβαια μαζί με αυτά και πολλά άλλα διάφορα προϊόντα τοποθετημένα πάνω σε μικρότερες παλέτες, τα οποία όπως μου εξηγούσε ο γενικός διευθυντής τους, μόλις τα είχαν προμηθευτεί από συνεργάτες και παραγωγούς.

Αυτούς ιδικά έλεγε, ότι αυτός προσωπικά τους εντόπιζε να εδρεύουν σε διάφορες περιοχές της επικράτειάς μας κι αυτός φρόντιζε μετά και το πώς να διοχετεύσει τα προϊόντα που του εμπιστευόταν, στα μεγάλα καταστήματα της πόλης μας.

Όπως μπορείτε να καταλάβετε λοιπόν, αφού είδα πολλά εκεί και πολύ με φόβισαν ως πιθανό αποτέλεσμα, τους είπα μετά από λίγο ότι αρκετά είδα κι ότι πράγματι πίστηκα για τις δυνατότητές τους να προμηθεύουν τα μεγάλα καταστήματα, όπως και το μοναστήρι μας ασφαλώς.

Αυτά δηλώνοντας, τους έδωσα στην συνέχεια και την λίστα που μου έδωσαν οι μοναχοί, με την εντολή να μου την ετοιμάσουν κι αφού αυτό έπρεπε να κάνουν,  έμειναν δύο εκεί γι’ αυτόν τον σκοπό, ενώ εγώ μαζί με τους υπόλοιπους, επιστρέψαμε στα γραφεία τους για τα περεταίρω.

Μέχρι να επιστρέψουν όμως οι αποθηκάριοι, θέλησαν να μάθουν οι υπόλοιποι και μερικά γύρω από τους μοναχούς και τον τρόπο της ζωής τους κι αφού δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, τους είπα όσα ήξερα, όπως και απάντησα σε πολλές από τις ερωτήσεις που αυτοί μου έκαναν.

Κι επειδή με το δικό μου μυαλό, δεν έπαψα να ψάχνω τρόπο για το πως θα έλεγα στους γνωστούς μου τουλάχιστον τι έπρεπε να κάνουν στην συνέχεια, άρχισα να το κάνω με ερωτήσεις αυτό, μπας και καταλάβαιναν τι θα ήθελα να τους πω εμμέσως πλην σαφώς.

Αυτό επιδιώκοντας λοιπόν, έλεγα σε κάποιον από αυτούς προκειμένου να ακούσουν και οι υπόλοιποι, ότι πολύ παραξενεύτηκα βλέποντας εκεί, αυτούς που ήξερα ως απλούς μεροκαματιάρηδες ανθρώπους, να παριστάνουν τους μεγάλους επιχειρηματίες, χωρίς να διαθέτουν καμιά ανάλογη και σχετική πείρα.

Αντί να σκεφτούν όμως αυτοί, όπως και να μελετήσουν αυτά που τους έλεγα, μάλλον κολακεύτηκαν, οπότε, έδωσαν στον γνήσιο απατεώνα την δυνατότητα να τους καλύψει.

Κι αφού πήρε τον λόγο, έλεγε εκείνη την στιγμή ως κύριος διαχειριστής της επιχείρησής τους, ότι βεβαίως κι εξασφάλιζε από κάθε πλευρά τους πολύ καλούς κι έντιμους συνεταίρους του, αφού αυτός ιδικά, διέθετε την απαιτούμενη εμπορική εμπειρία να καλύψει τα δικά τους κενά.

Πολλά τους είπα όπως καταλαβαίνετε, αλλά και δεν μπορούσα να τους πω περισσότερα. Άλλωστε, ήρθε εκείνη την στιγμή ο ένας από τους δυό που έμειναν στην αποθήκη και ζητώντας τα κλειδιά από το φορτηγάκι μου, επέμενε να μου φορτώσουν οι ίδιοι αυτά που τους ζήτησα, οπότε, σταμάτησα εκεί τις ερωτήσεις μου.

Τους έδωσα βέβαια τα κλειδιά μου αφού επέμεναν κι όπως έπρεπε, ζήτησα από τον διευθύνοντα να μου κόψουν το σχετικό τιμολόγιο. Αν μας δώσεις τα στοιχεία της μονής έλεγε αυτός, σε πέντε λεπτά θα είναι έτοιμα κι αφού ήρθε μια κυρία να της τα δώσω, πράγματι μου το έφερε σε πέντε λεπτά έτοιμο, αλλά κι όταν έβγαλα χρήματα να της το πληρώσω, μου έλεγε η κυρία ότι ήταν πληρωμένα κι ότι το τιμολόγιο ήταν εξοφλημένο όπως και μου το έδειξε αυτό στο σημείο που έπρεπε να αναφέρεται.

Απορώντας με την άμεση εξόφληση του τιμολογίου, ρώτησα την κυρία να μου πει, αν έκαναν οι μοναχοί την εξόφλησή του από το μοναστήρι καταθέτοντας στην τράπεζα τα ανάλογα χρήματα. Όχι απαντούσε αυτή συγκρατημένα, ο διευθυντής μας μου είπε να το κάνω εξοφλημένο.

Μα, είναι πάνω από πεντακόσια χιλιάρικα σε δραχμές, είναι δυνατόν να πάρω τα εμπορεύματα χωρίς να τα πληρώσω; Δυνατά το είπα αυτό βέβαια και όλοι το άκουσαν όπως το ήλπιζα.

Ακούγοντας ο διευθυντής τους την αντίδρασή μου, σηκώθηκε από την θέση του και με πολύ καμάρι έλεγε παρουσία όλων, ότι επειδή ήταν η πρώτη μας επαφή, ήθελε να κάνει μια ευλογία στο μοναστήρι, όπως άκουσε να αποκαλώ τέτοιες ενέργειες, όταν πριν από λίγο απαντούσα στις ερωτήσεις που μου έκαναν.

Καλά το είπες του απαντούσα κι ευλογία λένε οι μοναχοί τέτοιες ενέργειες, αλλά εσείς εδώ επιχείρηση είστε και όλοι μαζί από τα δικά της έσοδα ελπίζετε να φροντίσετε τις οικογένειες σας. Αν κάνετε όμως τέτοιου είδους και ύψους ευλογίες, μάλλον σε καταστροφή θα οδηγηθείτε κι από όσο γνωρίζω μερικούς από εσάς τουλάχιστον, δεν βρίσκεστε σε τέτοια οικονομική ευρωστία ώστε να αδιαφορείτε γι’ αυτά που σας λέω.

Απαντώντας ο διευθυντής τους και πάλι αντί γι’ αυτούς, έλεγε με πολύ μειλίχιο τρόπο, ότι έπρεπε να πάρω αυτά που μου έδιναν χωρίς να τα πληρώσω κι ότι έπρεπε να πω στους μοναχούς να προσεύχονται γι’ αυτούς όταν μπορούν.

Αυτά λέγοντας, μου έβαλε στην τσέπη το τιμολόγιο, όπως μου έδωσε και τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου και τραβώντας με από το χέρι στην συνέχεια, με συνόδευσε μέχρι την είσοδο του κτηρίου, όπου και πάλι μου θύμισε να πω στους μοναχούς τα περί προσευχής για τις οικογένειές τους.

Μπορούν να το κάνουν αυτό και χωρείς καμιά ευλογία του έλεγα και να είσαι σίγουρος του πρόσθεσα, ότι θα με μαλώσουν οι πατέρες βλέποντας την οικονομική σας συμπεριφορά. Επίτηδες το είπα κι αυτό δυνατά, γιατί έπρεπε να προστατέψω κι εγώ τους αδύναμους οικογενειάρχες που είχε μαζί του ως συνεταίρους και δεν τους υπολόγιζε.

Μας ακολουθούσαν χαμογελαστοί βέβαια αυτοί, αλλά και απονήρευτοι καθώς ήταν, τίποτε δεν καταλάβαιναν από αυτά που απεγνωσμένα προσπαθούσα να τους περισώσω, αφού όπως εκτιμούσα από την συμπεριφορά τους, σε ανεξέλεγκτες γι’ αυτούς καταστάσεις ζούσαν.

Βλέποντας λοιπόν ότι δεν απέδιδαν οι προσπάθειές μου, αρκετά στεναχωρημένος ανέβηκα στο αυτοκίνητό μου, γιατί φεύγοντας από τον χώρο τους, δεν θα είχα πλέον την δυνατότητα να τους βάλω σε σκέψεις, αλλά και τα σπίτια τους δεν ήξερα, ώστε εκεί να τους επισκεπτόμουν για τους ίδιους λόγους.

Ήταν βέβαια κάτοικοι της περιοχής που κι εγώ ζούσα όπως σας είπα και συχνά συναντιόμασταν στους δρόμους, όπως και στα καταστήματα της περιοχής μας κατά διαστήματα, αλλά δεν ήμασταν και συγκάτοικοι.

Μια καλημέρα δηλαδή είχαμε μόνον με τους ανθρώπους κι αυτό ήταν που με έκανε να τους ψάχνω τα απογεύματα, κάνοντας σκόπιμες βόλτες στους δρόμους της Καλαμαριάς, αλλά χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όταν όμως πήγα στο μοναστήρι την παραγγελία με τα τρόφιμα, τους ανάφερα καθώς ήμουν υποχρεωμένος και την οικονομική συμπεριφορά του διαχειριστή της εν λόγω επιχείρησης, τονίζοντάς τους ότι δεν μου επέτρεψε να την πληρώσω, ότι μας τα έκαναν όλα ευλογία κι ότι όφειλαν να προσεύχονται για τις οικογένειες των δωρητών.

Ακούγοντας οι πατέρες αυτά που τους είπα, πάλι με μάλωσαν με τον δικό τους τρόπο όπως πάντα, ενώ μου έλεγαν με νόημα. Είδες; Οι άνθρωποι μας αγαπούν κι εσύ τους έλεγες απατεώνες προτρέχοντας. Τους ζήτησες τουλάχιστον συγνώμη;

Τους ζήτησα, τους έλεγα και το έκανα για μερικούς από αυτούς που έτυχε να τους γνωρίζω και δεν ξέρω τώρα πού να τους βρω, ώστε να τους προφυλάξω από τον διαχειριστή τους, αφού όπως εκτιμώ, αυτός είναι απατεώνας και πολύ φοβάμαι ότι όχι μόνον θα τους φάει τα χρήματα, αλλά και θα τους φορτώσει με πολλά χρέη.

Περιττό είναι τώρα να σας πω, ότι για δεύτερη φορά δυσανασχέτησαν μαζί μου οι μοναχοί και για να συνετίσουν εμένα μάλλον, για δεύτερη φορά με έστειλαν να τους ζητήσω συγγνώμη και μαζί με αυτήν, να τους μεταβιβάσω τις προσωπικές τους ευχές κι ευχαριστίες.

Εκτός από τις ευχαριστίες τους όμως, μου έδωσαν και την εντολή να πάρω από την επιχείρησή τους και δεύτερη ποσότητα τροφίμων, βάσει μιας νέας λίστας που μου έδωσαν, την οποία όμως, μου είπαν να μην δεχόμουν, εάν δεν την πλήρωνα πρωτίστως, ώστε να αποφύγουν και οι μοναχοί, αυτά που τους έβαλα να σκέπτονται ως πιθανό αποτέλεσμα.

Κι αφού αυτό έπρεπε να κάνω, λίγο πριν από την μεγάλη εβδομάδα πήγα να τους βρω χωρίς να τους προειδοποιήσω βέβαια, ελπίζοντας να μη βρω τον διευθύνοντα εκεί, ώστε να πληρώσω πριν πάρω αυτά που θα τους ζητούσα, αλλά και σε κάποιον από τους γνωστούς μου ήθελα να μιλήσω αν μπορούσα, ώστε να προλάβω να τους επιστήσω την προσοχή, για όσα εγώ φοβόμουν ότι θα τους προέκυπταν.

Μπαίνοντας στα γραφεία τους όμως, έβλεπα τον διευθύνοντα να είναι εκεί και να έχει σύσκεψη με τους υπόλοιπους των μετόχων. Όταν με είδαν κι αυτοί βέβαια, αμέσως σηκώθηκαν να με προϋπαντήσουν κι όπως έπρεπε για πελάτη που τους επισκέπτεται για δεύτερη φορά, όλοι μαζί ρωτούσαν να τους πω, πως θα μπορούσαν να με εξυπηρετήσουν.

Ως πελάτης όμως κι εγώ συμπεριφερόμενος, αμέσως τους μεταβίβασα τις ευχές, όπως και τις ευχαριστίες των πατέρων αφού τους χαιρέτησα όλους μαζί κι έναν, έναν ξεχωριστά με χειραψία, αλλά και πριν σας δώσω την νέα μας παραγγελία τους έλεγα, θα πρέπει να σας πω κατόπιν εντολής των πατέρων, ότι αν δεν την πληρώσω, τίποτε δεν θα πάρω φεύγοντας διά παντός από κοντά σας.

Καλά βρε αδελφέ έλεγαν αυτοί, πώς κάνεις έτσι; Είναι δυνατόν να σου τα κάνουμε όλα ευλογία; Αυτό θέλω κι εγώ τους απαντούσα. Να πληρώνω αυτά που παίρνω, για να μπορώ και να σας μαλώνω αν τυχών και κάτι δεν μας αρέσει στην συμπεριφορά σας.

Μη στενοχωριέσαι έλεγαν αυτοί όλοι μαζί και με ένα στόμα και τίποτε κακό δεν θα υπάρξει μεταξύ μας. Αφού συμφωνούμε σε όλα λοιπόν τους απαντούσα κι εγώ, πάρτε την λίστα που σας έφερα και μέχρι να την εκτελέσετε, ευχαρίστως θα έπινα έναν καφέ μαζί σας, προκειμένου να σας πω για δεύτερη φορά συγγνώμη, για όσα σας καταλόγισα την πρώτη φορά, όπως και για κάθε άλλη φορά που θα το κάνω ενδεχομένως στο μέλλον.

Γέλασαν βέβαια αυτοί με όσα άκουσαν να τους λέω και πράγματι μου έκαναν καφέ, όπου και έβλεπα για πρώτη μου φορά κάποια ανησυχία στα πρόσωπά τους, αλλά και τί μπορούσαν να κάνουν μπλεγμένοι καθώς ήταν, σε κάτι που δεν μπορούσαν να ελέγξουν;

Ήπιαμε ωστόσο τον καφέ μας κι όταν πια μου έφεραν τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου οι δύο από τους μετόχους λέγοντας ότι ήμουν έτοιμος, σηκώθηκα από την καρέκλα που καθόμουν κι όπως έπρεπε και τους το είχα απαιτήσει, έβγαλα χρήματα από την τσέπη μου να τους πληρώσω.

Όλως παραδόξως όμως, πάλι με μπλόκαρε ο διευθύνων κι ενώ μου έδινε διπλωμένο το τιμολόγιο στα χέρια, έλεγε με νόημα, ότι ούτε αυτός αλλά ούτε και οι συνεταίροι του ήθελαν να πάρουν χρήματα από μοναχούς, γιατί όπως το δικαιολογούσε, είχαν πολλές αμαρτίες.

Βλέποντας και τους συνεταίρους του όμως να δυσανασχετούν μαζί με μένα, αρνήθηκα την προσφορά του. Όχι του έλεγα κάπως θυμωμένος μαζί του. Ούτε εγώ, αλλά ούτε και οι μοναχοί θέλουν να συνεχιστεί αυτό που κάνεις. Οι άνθρωποι που έχεις μαζί σου, μα συνεταίροι είναι, μα εργαζόμενοι είναι, από τα χρήματα των πελατών ελπίζουν να ζήσουν τις οικογένειές τους. Αν συνεχίσεις λοιπόν εσύ να κάνεις τέτοιες ευλογίες, πώς κι από πού, θα τους εξασφαλίσεις την επιβίωσή τους;

Όσο για τις αμαρτίες που μου ανάφερες, θα σου πω κι εγώ τώρα, ότι άνετα μπορούμε να σε απαλλάξουμε από αυτές αν θέλεις, αρκεί να έρθεις μαζί μου μια μέρα στο μοναστήρι μας. Κι αν πάλι δεν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο, μπορώ να σου φέρω εδώ έναν δικό μας παπά και να σας εξομολογήσει όλους μαζί, χωρίς να μας δώσετε τίποτε.

Πάρε τώρα τα τριακόσια πενήντα χιλιάρικα όπως βλέπω να αναφέρεται στο τιμολόγιο που μου έδωσες για δεύτερη φορά εξοφλημένο κι όποτε το θελήσετε, αμέσως θα σας φέρω έναν δικό μας ιερομόναχο να σας εξομολογήσει. Τα πράγματα όμως, δεν θα τα πάρω, αν δεν σας τα πληρώσω πρώτα. Είμαστε σύμφωνοι;

Αυτά του έλεγα εγώ κι όπως παρατηρούσα και τους συνεταίρους του πια να κάνουν καταφατικές κινήσεις με το κεφάλι τους, του έδωσα στα χέρια τα χρήματα. Αυτός όμως, με κανένα τρόπο δεν τα δεχόταν. Μου τα έβαλε στην τσέπη και με πίεζε να βγω από τα γραφεία τους, επιθυμώντας να δώσει ένα τέλος στην κουβέντα που αρχίσαμε και τελειωμό δεν είχε.

Από τους έξη συνεταίρους του όμως, οι δύο μόνον κατέβηκαν τις σκάλες μαζί με μένα συνοδεύοντας τον διευθύνοντα, ενώ οι άλλοι έμειναν πίσω κι όπως το παρατήρησα στα βλέμματά τους, συνοφρυωμένοι δέχτηκαν το νέο αποτέλεσμα.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, πάλι άκουσα τους μοναχούς να εκθειάζουν εκείνον τον καλό άνθρωπο, αλλά και τους έμεινε μια δυσαρέσκεια πλέον, για τον λόγο που δεν δέχθηκε τα χρήματα της αξίας των όσων τους πήγα, οπότε, δεν μου έδωσαν άλλη παραγγελία.

Ζήτησαν όμως να έχω υπό επιτήρηση κατά κάποιον τρόπο την εν λόγω επιχείρηση. Να τους επισκέπτομαι που και που δηλαδή χωρίς να παίρνω τίποτε, μέχρι να δούμε τι επιτέλους επεδίωκε αυτός που φαινόταν μεν καλός ως άνθρωπος, αλλά και πολλά ερωτήματα προκαλούσε με την συμπεριφορά του.

Δεν είχα βέβαια σκοπό να παριστάνω τον ντεντέκτιβ, γι’ αυτό και τίποτε σχετικό με την διαπίστωση της εξέλιξή τους δεν έκανα. Ούτε και τους γνωστούς μου δηλαδή έψαξα για δεύτερη φορά, οπότε, όταν πια πέρασε ο καιρός και βαδίζαμε στον Ιούνιο μήνα, έκανα μια στάση μπροστά στο διώροφο κτήριο που στεγαζόταν, προκειμένου να τους πω μια καλημέρα τουλάχιστον, δεδομένου ότι μια άσχετη με αυτούς υποχρέωση με πήγε στην περιοχή τους.

Από κάτω κοιτώντας τις τζαμαρίες των γραφείων τους λοιπόν, κάπως σκοτεινά μου φάνηκαν εκείνη την στιγμή, αλλά δεν το έδωσα και πολύ σημασία. Ανεβαίνοντας τις σκάλες τους όμως, άρχισα να ανησυχώ πλέων, γιατί τις βρήκα εντελώς ασκούπιστες. Κι επειδή φυσούσε αρκετά πριν από λίγες μέρες, προσπαθούσα να αποδώσω την ακαταστασία που έβλεπα στην συμπεριφορά του αέρα.

Αμφέβαλα και γι’ αυτό ακόμη βέβαια, αλλά όταν πια στάθηκα μπροστά στην είσοδό τους, καμιά αμφιβολία μου δεν έμεινε αναπάντητη, για τον λόγο ότι έβλεπα καμιά εκατοστή εξώδικα ριγμένα πάνω στο ποδόμακτρο που έγραφε με ξενικά γράμματα, καλώς ήλθατε.

Από μερικά τουλάχιστον που περιεργάστηκα στην συνέχεια, έβλεπα ότι από παραγωγούς κι από βιοτέχνες ήταν σταλμένα και σύμφωνα με τις αναφερόμενες ημερομηνίες, στην περίοδο της τελευταίας μου επίσκεψης με παρέπεμπαν. Ακόμη και η πόρτα της εισόδου τους ήταν γερά κλειστή όπως έβλεπα, αφού με τέσσερις αλυσοδεμένες κλειδαριές την είχαν εντελώς σφραγισμένη.

Οπότε, όχι μόνον καλημέρα δεν μπόρεσα να πω σε κάποιον, αλλά και στενοχωρημένος καθώς ήμουν από το αποτέλεσμα, πολύ σκεπτικός μπήκα στο κατάστημα που βρισκόταν στο ισόγειο. Και πριν ακόμη προλάβω να κάνω κάποιο ερώτημα στον καταστηματάρχη για τύχη των ανθρώπων του ορόφου, εκείνος μου έλεγε με πολύ κατανόηση ομολογουμένως, ότι δεν έπρεπε να στενοχωριέμαι τόσο πολύ, γιατί όπως είδα από τα εξώδικα, δεν ήμουν κι ο μόνος που ξεγελάστηκε από τους απατεώνες.

Με είδε ο άνθρωπος όταν ανέβαινα τις σκάλες, αφού και καλημέρα του είπα, αλλά και τί μπορούσε να μου πει; Με άφησε να δω από μόνος μου δηλαδή την κατάληξη των όσων επένδυσα στην εν λόγω επιχείρηση όπως υπολόγιζε, σύμφωνα πάντα με τις καθημερινές επισκέψεις που δεχόταν από παθόντες σαν κι εμένα, πιστεύοντας ότι κι εγώ, κάποιος από αυτούς ήμουν.

Εγώ βέβαια δεν πληγώθηκα οικονομικά κι αν είχα στενοχωρημένη όψη εκείνη την ώρα, την είχα από συμπάθεια γι’ αυτούς που πράγματι πληγώθηκαν και μάλιστα πολύ ακριβά σύμφωνα με τα ποσά που πρόσεξα να αναγράφονται στα εξώδικά τους.

Και πριν προλάβω να πω στον συνομιλητή μου, ότι εγώ τουλάχιστον δεν ήμουν κάποιος από τους εξαπατημένους, ένας άλλος μπήκε μέσα και με αγωνία ρωτούσε να του πούμε, πού πήγαν αυτοί που έδρευαν στον όροφο, αφού πολλά χρήματα του έφαγαν κι ακόμη δεν είχε κάνει κανένα εξώδικο, όπως κι αυτός είδε να υπάρχουν έξω από την πόρτα τους.

Στρέφοντας τα μάτια του σ’ εμένα πια ο καταστηματάρχης, έλεγε κάπως ενοχλημένος, ότι αυτό γίνετε κάθε μέρα και ώρα κι ότι όλοι σ’ αυτόν τρέχουν να τους πει πού πήγαν αυτοί που τους εξαπάτησαν. Ούτε τους ξέρω λοιπόν, έλεγε ο άνθρωπος, ούτε μου είπαν πού πήγαν. Αν τους βρείτε κάπου και καταφέρετε να πάρετε τα χρήματά σας πίσω, καλώς. Εγώ πάντως, δεν έχω να σας πω τίποτε περισσότερο.

Ακούγοντας αυτά ο νεοφερμένος, τρέχοντας βγήκε από το κατάστημα κι όπως έπρεπε, έκανα κι εγώ το ίδιο αφού δεν είχα τι άλλο να κάνω εκεί. Όταν ανέβηκα όμως στο αυτοκίνητο προκειμένου να φύγω, άκουγα τον νεοφερμένο να παραμιλά τραβώντας τα μαλλιά του, αλλά και βήματα έκανε επί τόπου ο φουκαράς, μια προς τα δεξιά και μια προς τα αριστερά, μη ξέροντας τι να κάνει από το κακό που έπαθε.

Μετά από λύγο δε κι εμένα ρωτούσε να του πω πόσα μου έφαγαν οι απατεώνες. Τί να του έλεγα λοιπόν για να μαλακώσω τον πόνο του; Πολλά έφαγαν κι από μένα του είπα. Εξεπίτηδες το έκανα αυτό κι αφού τον είδα να κουνά το κεφάλι του επιδοκιμαστικά και να φεύγει με το κεφάλι του σκυμμένο, έβαλα κι εγώ μπροστά την μηχανή να κάνω το ίδιο.

Ξεκινώντας όμως, την αποθήκη τους θυμήθηκα, γι’ αυτό και πήγα μέχρι εκεί να δω, μήπως και τους έβρισκα εκεί τουλάχιστον αμπαρωμένους, αλλά δυστυχώς, κλειδωμένη ήταν κι αυτή.

Έκανα πίσω το αυτοκίνητό μου προκειμένου να βγω με την μούρη του στον δρόμο και βλέποντας τον μαραγκό που στεγαζόταν δίπλα τους να με κοιτά με συμπάθεια, σταμάτησα στην πόρτα του και πριν προλάβω να μάθω από αυτόν αν ήξερε που πήγαν οι απατεώνες κι αυτός ρωτούσε να του πω πόσα μου έφαγαν.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν και στον μαραγκό τα ίδια είπα ελπίζοντας να μάθω περισσότερα για την τύχη των απατεώνων, αλλά τίποτε. Πολλά μου έφαγαν του έλεγα συνοπτικά. Αμίλητος όμως κουνούσε κι αυτός το κεφάλι του.

Άνοιξε μετά από λίγο το στόμα του όμως και με πίκρα στην φωνή του έλεγε τα αυτονόητα. Δυστυχώς φίλε μου, από πολλούς έφαγαν πολλά. Αφού λοιπόν δεν μπόρεσα να μάθω περισσότερα, αμίλητος έφυγα κι εγώ από την αποθήκη τους, αλλά κι όταν βρέθηκα στο μοναστήρι μας μετά από λίγες μέρες κι ανάφερα στους πατέρες την συμπεριφορά των ευεργετών που ήταν απατεώνες, πολύ στεναχωρήθηκαν.

Κι ενοχές είχαν γεμίσει είναι αλήθεια, σκεπτόμενοι ότι έφαγαν εν αγνεία τους, αρκετά από τα προϊόντα των αγνώστων εξαπατημένων.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *