Ο Καχύποπτος Φορτηγατζής Και Το Εργοστάσιο Που Δεν Υπήρχε

Ma  Έφυγα ευχαριστημένος από την συνάντηση που είχα μ’ εκείνον τον δυνατό οικονομικό παράγοντα της Αλεξανδρούπολης, αλλά επειδή είχα να κάνω κι άλλα τέτοια επαγγελματικά ραντεβού σε επιχειρήσεις της ίδιας πόλης, πήγα αμέσως στο συνεργείο του φίλου μας, προκειμένου να ζητήσω βοήθεια από αυτόν για το που θα τις έβρισκα, αφού όπως σας το είπα, πρώτη μου φορά επισκεπτόμουν την περιοχή τους.

 Με την δική του συμμετοχή λοιπόν, έκανα γρηγορότερα τα ραντεβού μου και μόλις τελείωνα από το ένα, πάλι επέστρεφα σ’ αυτόν, προκειμένου να με οδηγήσει προς το επόμενο.

 Με το να μπαινοβγαίνω όμως στο συνεργείο του, γνωρίστηκα τελικά και μ’ εκείνον τον φορτηγατζή, για τον οποίο σας ανάφερα στο προηγούμενο ότι του έλεγε ψέματα αυτός, για όσα του παρουσίασε ως βλάβη της μηχανής του φορτηγού του.

 Κουβεντιάζοντας μαζί του λοιπόν κάποια στιγμή, μου έλεγε ότι καθόλου δεν συμφωνούσε με την γνωμάτευση του μηχανικού, ο οποίος επέμενε να υποστηρίζει ότι ο θόρυβος που άκουγε σ’ αυτήν, προερχόταν από την μπιέλα της, γι’ αυτό και την έστειλε στο μηχανουργείο του πεθερού μου να του την επισκευάσουν.

 Ο πεθερός μου βέβαια είχε πληροφορήσει τον μηχανικό προ ημερών, ότι ήταν λανθασμένη η διάγνωση του κι ότι ο θόρυβος που άκουγε δεν θα μπορούσε να προέρχεται  από την μηχανή του φορτηγού, αφού όταν την άνοιξαν αυτήν δεν βρήκαν τίποτε το επιλήψιμο στο εσωτερικό της.

 Τον συμβούλεψε μάλιστα να εξετάσει και την μηχανή του αεροσυμπιεστή που διέθετε το φορτηγό, γιατί μάλλον η δική της μπιέλα χτυπούσε, πράγμα βέβαια που αυτός δεν έβαζε με το μυαλό του, έστω κι αν ήταν πολύ καλός μηχανικός.

 Παραδέξου το λάθος της διάγνωσης σου του έλεγε ο πεθερός μου και στείλε μας με το λεωφορείο την μηχανή του αεροσυμπιεστή, την οποία και θα σου την επιστρέψουμε την ίδια μέρα πίσω. Όσο γι’ αυτήν που έχουμε εδώ, σου την επιστρέφω άθικτη σήμερα κιόλας με την μεταφορική.

 Αυτά άκουσε να τον πληροφορεί ο πεθερός μου, αλλά για τους δικούς του λόγους ο μηχανικός, προτίμησε να λέει ψέματα στον φορτηγατζή πελάτη του, τον οποίο διαβεβαίωνε μάλιστα, ότι όπως και πολύ σωστά εντόπισε αυτός την βλάβη της, του επέστρεψαν επισκευασμένη την μηχανή του φορτηγού του κι ότι το συντομότερο δυνατόν θα του την μοντάριζε.

 Τον προετοίμαζε δε, ώστε να δεχθεί ψύχραιμα και το υψηλό κόστος της επισκευής της, το οποίο θα ήταν τόσο όσο και του το προανήγγειλε, λόγο της ιδιομορφίας της βλάβης που παρουσίασε η μηχανή του.

 Το υψηλό κόστος της επισκευής βέβαια, μπορούσε να το δικαιολογήσει ο φορτηγατζής. Εκείνο όμως που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει ως σωστή, ήταν η γνωμάτευση του μηχανικού του κι επειδή ούτε κι αυτός έβαζε με το μυαλό του, ότι θα μπορούσε να ευθύνεται ο αεροσυμπιεστής του για τον εντοπισμένο θόρυβο, νόμιζε ότι τον κοροϊδεύουν για κάποιο λόγο, αφού όπως και το έβλεπε αυτός να γίνεται, η μηχανή του απέδιδε τα μέγιστα και τίποτε σ’ αυτήν δεν δικαιολογούσε τέτοιου είδους βλάβης στο εσωτερικό της.

 Το υποψιαζόταν αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είχε και με τι να το αποδείξει, γι’ αυτό κι από το πρωί εκείνης της ημέρας περίμενε να δει όπως και να ακούσει την επισκευασμένη του μηχανή να δουλεύει, όταν βέβαια θα αποφάσιζε ο μηχανικός του να του την μοντάρει στο φορτηγό του, πράγμα όμως που αυτός καθυστερούσε να κάνει κι αυτό ήταν κάτι που επίσης δεν μπορούσε να καταλάβει ο φορτηγατζής.

 Καχύποπτος λοιπόν καθώς ήταν, λεπτό δεν έφευγε από κει και για τον ίδιο λόγο, παρακολουθούσε όλες τις κινήσεις του μηχανικού του, μήπως κι ανακαλύψει στις ενέργειες του την κοροϊδία που υποψιαζόταν.

  Ήταν και οικονομικοί οι λόγοι που τον υποχρέωναν να ψάχνει την κοροϊδία, γιατί αν ήταν λανθασμένη η γνωμάτευση, τότε τα έξοδα αυτής της επισκευής έπρεπε να τα επιβαρυνθεί το συνεργείο κι όχι αυτός. Πως λοιπόν να ξεκολλούσε τόσο πρόχειρα από κοντά του;

 Κι ο μηχανικός του όμως, το ίδιο περίπου πρόβλημα είχε. Σκόπιμα δηλαδή δεν έβαζε σε πρόγραμμα το να μοντάρει την μηχανή στο φορτηγό του, γιατί από την μια ήθελε να κρύψει το λάθος του από εγωισμό κι από την άλλη, δεν ήθελε να διαδοθεί παντού ότι αυτός κάνει και λάθη.

 Δεν ήθελε δηλαδή να φορτώσει τα έξοδα στον φίλο του άλλωστε φορτηγατζή, αλλά αφού φοβόταν την κατακραυγή, έψαχνε να βρει τρόπο για το πως θα μπορούσε να κρύψει το λάθος του, αλλά και να το πληρώσει αυτό ο φορτηγατζής, ως απόδειξη της δικής του εγκυρότητας.

 Για να φέρει όμως τα πράγματα εκεί κι έτσι όπως αυτός θα ήθελε, έπρεπε να φύγει πρώτα και με κάποιο τρόπο ο φορτηγατζής από το συνεργείο του κι όσο αυτός δεν έκανε κάτι τέτοιο, τόσο κι ο μηχανικός δεν μπορούσε παρουσία του να βγάλει την μηχανή του αεροσυμπιεστή που όντως είχε την βλάβη και να την στείλει στο μηχανουργείο του πεθερού μου.

 Προείχε η απομάκρυνση του λοιπόν κι αυτό σκεπτόμενος ο μηχανικός μας πώς να καταφέρει, παρίστανε τον απασχολημένο με άλλες τρέχουσες υποχρεώσεις, παραπλανώντας το άγρυπνο μάτι του φορτηγατζή.

  Σ’ αυτό το πρόβλημα αναζητώντας λύση, θυμήθηκε κάποια στιγμή ότι ένας κοινός τους φίλος, χρωστούσε από πολύ καιρό πριν χρήματα στον φορτηγατζή, για κάποια δουλειά που του είχε κάνει.

 Γρήγορος καθώς ήταν, βάλθηκε στην συνέχεια να σκέφτεται και το πως θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί αυτό αποδοτικά για το θέμα που τον απασχολούσε, γι’ αυτό και με μια πρόχειρη δικαιολογία που πέταξε προς όλους, βγήκε τρέχοντας από το συνεργείο του.

 Βγαίνοντας από αυτό, μπήκε στο διπλανό κατάστημα, από όπου και κάλεσε στο τηλέφωνο τον φίλο τους κι αυτά του έλεγε στα γρήγορα αλλά και πολύ αγχωμένος.

 – Κάλεσε τώρα κιόλας στο συνεργείο μας και ζήτησε να μιλήσεις με τον τάδε φορτηγατζή, του οποίου χρωστάς εκείνα τα χρήματα. Όταν έρθει αυτός στο τηλέφωνο, πες του ότι από κάποιον άλλον έμαθες ότι βρίσκεται εδώ και ζήτησε του να έρθει σε σένα τώρα αμέσως, προκειμένου να του εξοφλήσεις το χρέος σου.

 Αν δεν έχεις τόσα χρήματα επάνω σου σήμερα, πάρε από κάποιον άλλον το αντίστοιχο ποσό και τακτοποίησε την οφειλή σου. Για την εκδούλευση που θα μου κάνεις, θα αναλάβω εγώ να σου επιστρέψω το ποσό της οφειλής σου, το απόγευμα κιόλας αν θέλεις κι όταν θα κλείσω το συνεργείο μου.

 Άκουσε ο άνθρωπος το αίτημα του και ψύχραιμα του έλεγε τα παρακάτω αλλά και απορίες είχε για όσα του ζητούσε ο φίλος του να κάνει και μάλιστα με απαλλαγή του χρέους του.

  – Έχω ρε συ να του δώσω τα οφειλόμενα και δεν χρειάζεται να τα ζητήσω από κάποιον άλλον. Μη στεναχωριέσαι λοιπόν, θα κάνω αυτό που μου ζητάς και δεν θέλω να με πληρώσεις. Το είχα στο πρόγραμμα μου μάλιστα να τον καλέσω εδώ αυτές τις μέρες, ώστε να εξοφλήσω το χρέος μου, αλλά πες μου, γιατί όλα αυτά;

 – Δεν μπορώ να σου πω τίποτε περισσότερο τώρα, γιατί βιάζομαι. Θα σου τα πω όμως μια άλλη φορά και τότε πολύ θα γελάσεις με όλα αυτά.

 Έκλεισαν την γραμμή μετά από όσα είπαν οι δύο φίλοι και επέστρεψε ο μηχανικός στην θέση του σαν να μην συνέβη τίποτε. Μετά από λίγο όμως χτύπησε το τηλέφωνο του συνεργείο κι αφού έτσι ήταν σχεδιασμένο, τον φορτηγατζή ζητούσαν όπως ανακοίνωνε κάποιος από τους βοηθούς του όταν πήγε να σηκώσει το ακουστικό.

 – Έλα εσένα θέλουν.

 Σήκωσε αυτός το ακουστικό κι έτσι όπως ήταν αρκετά καχύποπτος, ρώτησε να μάθει ποιος ήταν αυτός που τον ζητούσε. Δασκαλεμένος όμως ο άλλος του έλεγε στα γρήγορα.

  – Έλα τώρα αμέσως να σε πληρώσω το χρέος μου, γιατί δεν ξέρω αν και κατά πόσο θα μπορέσω να το κάνω αυτό αργότερα και του έκλεισε αμέσως την γραμμή, πριν καν προλάβει να πάρει ανάσα ο φορτηγατζής.

 Παραξενεύτηκε με εκείνο το ξαφνικό και σύντομο κάλεσμα, γι’ αυτό και το μελέτησε στο μυαλό του. Ήθελε να πάρει τα χρήματα, αλλά και δίσταζε να φύγει από το συνεργείο, αν κι έβλεπε τον μηχανικό του να κάνει τις δουλειές του αδιάφορος, για όσα υποχρεωνόταν αυτός να φύγει εκείνη την ώρα από εκεί που δεν θα ήθελε.

 Και τον οφειλέτη ρώτησε να του πει, πως ήξερε ότι ήταν στο συνεργείο, αλλά επειδή εκείνος πρόλαβε και του έκλεισε το τηλέφωνο, δεν πήρε καμιά απάντηση στο ερώτημα του.

 Τι να έκανε λοιπόν, αφού δεν του άφηναν και πολλά περιθώρια; Έστω και με βαριά καρδιά, αποφάσισε τελικά να πάει και να πάρει εκείνα τα οφειλόμενα αφού ούτως ή άλλως θα του χρειαζόταν, για την εξόφληση της ζημιά που είχε να υποστεί στο συνεργείο.

  Αυτήν την αφορμή έψαχνε κι ο μάστορας όπως αποδείχτηκε, γι’ αυτό και μόλις έφυγε ο φορτηγατζής δούλεψε γρήγορα το μυαλό του. Πήρε ένα χαρτόνι στα χέρια του και έγραψε πάνω σ’ αυτό με μαύρο μαρκαδόρο και μεγάλα γράμματα.

 – Λόγου ξαφνικού θανάτου, θα κλείσει το συνεργείο για σήμερα και θα το ανοίξουμε αύριο.

 Κρέμασε στην συνέχεια το χαρτόνι πάνω στην εξωτερική πλευρά της πόρτας του κι αφού την έκλεισε πίσω του, κλειδώθηκε στην συνέχεια μέσα, όπου ανενόχλητος πλέον έβγαλε τον αεροσυμπιεστή από το φορτηγό και από την πίσω πόρτα το πήγε αμέσως στο λεωφορείο, από όπου έφυγε για την Θεσσαλονίκη.

  Όταν έφτασα κι εγώ στο συνεργείο μετά από πολύ ώρα, θέλοντας να του ζητήσω να μου πει, που θα έβρισκα τον επόμενο που είχε σειρά στο πρόγραμμα μου, βρήκα την πόρτα του κλειδωμένη και τον φορτηγατζή να είναι μπροστά της και να διαβάζει την κρεμασμένη ανακοίνωση.

 Μόλις με είδε αυτός να τον πλησιάζω, έλεγε και σ’ εμένα φορτωμένος με μπόλικη καχυποψία.

 – Καλά ρε; Μας δουλεύουν τώρα; Ξέρεις εσύ ποιος μπορεί να πέθανε στα ξαφνικά και μας το γράφουν εδώ πάνω στην πόρτα;

 Όχι του είπα κι εγώ προβληματισμένος με το ενδεχόμενο να πέθανε κάποιος από το συνεργείο όσο έλειπα, αλλά και του πρόσθεσα την σκέψη μου.

  – Όταν πριν από μια ώρα πέρασα από εδώ πάντως, δεν άκουσα να λένε τίποτε σχετικό. Το τι μπορεί να μεσολάβησε όμως πώς να το ξέρω.

 Άκουσε αυτός την αναφορά μου, αλλά και πάλι έλεγε.

 – Τίποτε ρε δεν μεσολάβησε, απλώς μας δουλεύουν.

 Εκείνη την στιγμή όμως, μας πλησίασε κάποιος που δεν ήξερα βέβαια, ο οποίος και έλεγε στον φορτηγατζή.

 – Ήμουν μπροστά στον μάστορα όταν άκουσα να τον καλούν στην κηδεία του αδελφού του πεθερού του. Του είπαν ότι η κηδεία θα γίνει σε ένα χωριό κοντά στο τριεθνές κι επειδή αυτό είναι μακριά, έφυγε αμέσως ώστε να προλάβει. Αργούσες να έρθεις κι εσύ, γι’ αυτό κι ο μάστορας ανέθεσε σε μένα να σε πληροφορήσω περί αυτού.

 Πως μπορούσε όμως να πειστεί τόσο εύκολα εκείνος ο καχύποπτος φορτηγατζής, ο οποίος και του απαντούσε με αρκετή σύγχυση.

– Καλά ρε; Πέρυσι ρε δεν ήταν που πέθανε ο πεθερός του;

– Όχι ο πεθερός του ρε. Ο αδελφός του πεθερού του πέθανε και γι’ αυτόν πήγαν στην κηδεία.

 Το υποστήριζε βέβαια αυτό εκείνος που μας ενημέρωνε, αλλά ο φορτηγατζής δεν το έτρωγε εύκολα, γι’ αυτό και επανέλαβε το ερώτημα.

 – Είχε ρε συ ο πεθερός του αδελφό; Εγώ που τους ξέρω από παλιά, ποτέ μου δεν τους άκουσα να λένε ότι ο πεθερός του έχει αδελφό. Από πού ρε βρέθηκε τώρα αδελφός κι αυτός πάλι πέθανε τόσο ξαφνικά;

 – Όχι ρε συ, μην επιμένεις. Είχε αδελφό ο πεθερός του κι όπως του το είπαν στο τηλέφωνο σήμερα πέθανε.

 Αυτά επέμενε να μας λέει με πολύ σοβαρό ύφος αυτός κι επειδή δεν μπορούσαμε να αμφιβάλουμε εμείς για πράγματα που δεν ξέραμε, έχαψα εγώ προσωπικά το παραμύθι που μας σέρβιρε, αφού από πουθενά δεν φαινόταν ότι θα μπορούσε να ήταν βαλτός.

 Από ότι φάνηκε όμως, το έχαψε κι ο φορτηγατζής προς το παρόν, τον οποίο είδα να φεύγει με πολλές απορίες στο μυαλό του. Όταν όμως εγώ πήγα στο αυτοκίνητο μου με σκοπό να μετακινηθώ από μόνος μου προς τον επόμενο στόχο μου, με πλησίασε ένας άλλος άγνωστος κι αυτά μου έλεγε.

  – Αν θέλεις να δεις τον μάστορα, πήγαινε πίσω από αυτήν την αυλή που σου δείχνω. Όταν φτάσεις εκεί πίσω στην πρασιά, στρίψε δεξιά και θα δεις μια σιδερένια μικρή πόρτα. Άνοιξε την και θα δεις ότι βρίσκεσαι μέσα στο συνεργείο. Εκεί είναι λοιπόν αυτός και δουλεύει αθόρυβα.

 Τα έχασα όπως καταλαβαίνετε με όσα άκουσα, αλλά τα έχασα κι όταν μπήκα στο συνεργείο σύμφωνα με τις υποδείξεις εκείνου του ανθρώπου, γιατί έβλεπα τέσσερα μαστόρια να είναι ανεβασμένα πάνω στο φορτηγό και να προσπαθούν όλοι μαζί να του μοντάρουν την μηχανή του, αυτήν δηλαδή που όπως σας είπα δεν είχε καμιά βλάβη.

 Καταλαβαίνετε τώρα πως κοιτούσα τον φίλο μας, μετά από όσα έκανε προκειμένου να απαλλαγεί από τον φορτηγατζή. Αντιλήφθηκε όμως αυτός το σκεπτικό μου, γι’ αυτό και με πρόλαβε δικαιολογώντας τον εαυτό του, αλλά και ψέλλιζε ενοχλημένος από την συνείδηση του.

 – Πίστεψε με, δεν μπόρεσα να βρω άλλον τρόπο για το πώς θα μπορούσα να ξεφορτωθώ τον φορτηγατζή, προκειμένου να κάνω ήσυχος την δουλειά μου. Θέλω όμως να ξέρεις, ότι κι εγώ στεναχωριέμαι με αυτά που του κάνω.

  Όπως βλέπεις πάντως, έβγαλα τον αεροσυμπιεστή από την θέση του και ήδη τον έστειλα για επισκευή στο πεθερός σου. Τον ενημέρωσα αυτόν προκειμένου να κάνει γρήγορα οπότε και θα μας την επιστρέψει σήμερα κιόλας, με το βραδινό λεωφορείο.

 Τα παιδιά που βλέπεις, θα ξενυχτήσουν εργαζόμενα μέχρι να βάλουν και αυτόν στην θέση του και έτσι το πρωί όλα θα έχουν ξεχασθεί και ο φίλος μας φορτηγατζής τίποτε δεν θα καταλάβει, από όσα όλοι εμείς πασχίζουμε να συγκαλύψουμε.

 Μια χαρά τα μαγείρεψε αυτός και μάλιστα έτσι που να μην καταλάβει τίποτε ο φορτηγατζής. Εγώ όμως; Να μην του έλεγα τίποτε; Τον άρπαξα λοιπόν κι ένα σορό του είπα.

 – Από ότι διαπίστωσα, ο φορτηγατζής είναι πολύ καλός άνθρωπος. Αν του έλεγες από την αρχή την αλήθεια, θα καταλάβαινε ότι κάνουν και λανθασμένες διαγνώσεις καμιά φορά τα μαστόρια στα συνεργεία και δεν θα χρειαζόταν να του στήσεις όλη αυτήν πλεκτάνη.

 Κακώς λοιπόν σκέφτηκες να τον εξαπατήσεις, αφού κι αυτός το ψωμί του θέλει να βγάλει και την οικογένεια του θέλει να φροντίσει. Θα σου άρεσε εσένα να σε ξεγελάσουν έτσι όπως εσύ έκανες σήμερα σ’ αυτόν τον άνθρωπο;

 Πιάσαμε κουβέντα στην συνέχεια με τον μηχανικό κι ο καθένας από εμάς έλεγε τα δικά του από την θέση που βρισκόταν.

 – Μη σου φαίνεται παράξενο αυτό, γιατί κι εμάς μας κοροϊδεύουν άλλοι και μάλιστα, με χειρότερους τρόπους από αυτόν.

 – Δεν ξέρω βέβαια τι κάνουν σε σένα οι άλλοι, αλλά ένα πράγμα πρέπει να ξέρεις για την μεταξύ των ανθρώπων συναναστροφή, ότι πουθενά δεν βγάζει το να ζούμε κοροϊδεύοντας ο ένας τον άλλον.

 – Καταλαβαίνω, αλλά και δεν συμφωνώ μαζί σου. Γιατί εγώ έχω να αντιμετωπίσω και την κατακραυγή των πελατών που με περιμένει. Αν σήμερα παραδεχθώ το λάθος που έκανα, αυτό θα επηρεάσει πολύ την δική μου ζωή, γιατί από αύριο και μετά δεν θα έρχεται κανείς πλέον στο συνεργείο μου.

 Για ένα λάθος προσδιορισμού βλάβης που έκανα κι εγώ μια φορά στα χρονικά, δεν ήθελα να χάσω την εμπιστοσύνη των πελατών μου, αφού όλοι ξέρουν ότι αποδεδειγμένα είμαι ο καλύτερος στην περιοχή.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος που προτίμησα να του πω όλα αυτά τα ψέματα, αν και ξέρω ότι δεν είναι σωστό κι ακόμη περισσότερο, δεν θα ήθελα να πω αυτά τα ψέματα σ’ αυτόν ειδικά τον άνθρωπο, γιατί είναι από τα καλύτερα παιδιά της περιοχής μας, ο οποίος και πολύ καλός φίλος μου είναι όπως σου είπα.

 Τι να κάνω όμως τώρα, που οι συγκυρίες με αναγκάζουν να λέω και να κάνω πράγματα που δεν θέλω;

  Μη στεναχωριέσαι όμως και πολύ εσύ μ’ αυτό το περιστατικό. Εμείς φίλοι είμαστε και θα τα βρούμε όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός. Πήγαινε τώρα να κάνεις εσύ την δουλειά σου και το απόγευμα έλα πάλι από εδώ, θα έχω να σου πω πολλά.

 Τίποτε από όσα μου έλεγε δεν του δικαιολόγησα, αλλά και χρόνο δεν είχα ώστε να κάνω περισσότερες κουβέντες μαζί του. Έφυγα λοιπόν για να προλάβω τις δικές μου δουλειές κι από τα ανέλπιστα, έκανα τότε πολύ καλή παρουσίαση της εταιρείας μας στα δρώμενα τις Αλεξανδρούπολης.

  Ενημερώνοντας και τον διευθυντή μας σχετικά, μου είπε να μη βιαστώ να φύγω από την περιοχή, γι’ αυτό κι έβαλα στο πρόγραμμα μου να μείνω μια μέρα παραπάνω στην Αλεξανδρούπολη, προκειμένου να δω και την επομένη μέρα πελάτες, προσδοκώντας βέβαια να κάνω όχι μόνον φανερή την παρουσία μας στον χώρο της, αλλά και αποτελέσματα να φέρω στην εταιρεία μας κι αυτά να ήταν τέτοια μάλιστα, που να δικαιολογούσαν τα έξοδα εκείνης της επαγγελματικής μου επίσκεψης.

 Αφού ήταν να μείνω ακόμη μια μέρα εκεί όμως, πήγα πάλι το απόγευμα στο συνεργείο του όπως μου το ζήτησε ο μηχανικός και μπήκα πάλι από την πίσω πόρτα σ’ αυτό, από αυτήν δηλαδή που ήξερα μεν εγώ, αλλά όχι ο φορτηγατζής.

 Όπως τους έβλεπα εκεί, ήταν όλοι τους επί ποδός κι αυτά μου έλεγε ο κατά τα άλλα φίλος μας μηχανικός, μόλις με είδε να μπαίνω μέσα.

 – Σε μια ώρα από τώρα θα τελειώνουμε το μοντάρισμα της μηχανής στο φορτηγό και κατά τις δέκα το βράδυ, θα είναι στο πρακτορείο και η μηχανή του αεροσυμπιεστή όπως μας το υποσχέθηκε ο πεθερός σου.

 Τα δύο παιδιά που βλέπεις να δουλεύουν εδώ μαζί μ’ εμάς, θα πάνε να την πάρουν όταν έρθει κι αμέσως μετά θα προσπαθήσουν να την μοντάρουν στην θέση της μόνοι τους.

 Εγώ κι ο συνεταίρος μου όμως, θα πάμε να πάρουμε τις γυναίκες μας από το σπίτι και κατά τις δέκα θα περάσουμε να πάρουμε κι εσένα από το ξενοδοχείο, ώστε να πάμε όλοι μαζί για φαγητό σε ένα χωριό που δεν το υπολογίζει ο φορτηγατζής.

 Το κάνουμε επίτηδες αυτό, αφού όπως και πολύ καλά τον γνωρίζουμε, δεν έφαγε το παραμύθι που του σερβίραμε, με τον πεθαμένο αδερφό του πεθερού μου και σίγουρα θα πάει στο σπίτι να βεβαιωθεί από τις γυναίκες μας, αν όντως και είχαμε κηδεία.

  Αν μάθουν όμως αυτές, το πόσα ψέματα είπαμε στον φορτηγατζή, τότε θα ζήσουμε εμείς την δική μας κηδεία. Αν πάλι τολμήσουμε να τις πούμε την αλήθεια με τον φορτηγατζή, τότε σίγουρο είναι ότι δεν θα δεχτούν αυτές να του εφαρμόσουμε τα επαγγελματικά μας ψέματα κι αυτό όπως καταλαβαίνεις, δεν θα έχει κανένα καλό αποτέλεσμα για μας.

 Πρέπει λοιπόν να πάρουμε τις γυναίκες μας από το σπίτι, αλλά το κακό με αυτό το θέμα είναι, ότι δεν πρέπει να τις επιστρέψουμε πριν από τις δύο τα ξημερώματα, γιατί μόνον έτσι θα είμαστε σίγουροι ότι δεν θα τις βρει αυτός, οπότε και δεν θα μάθει τα ψέματα μας.

 Θα του πούμε βέβαια εμείς την αλήθεια αργότερα, αλλά θα το κάνουμε αυτό τότε κι όταν πια θα περάσει καιρός και θα ξεχαστεί το θέμα, ώστε να εξιλεωθούμε κι εμείς απέναντι του, αφού και πελάτης μας είναι και φίλος είναι.

 Αυτά μου έλεγε αυτός εκείνη την ώρα κι αφού αυτήν την εντολή είχα από τον πεθερό μου για όσα αυτοί οι δύο συνεταίροι ήθελαν να κάνουν στον πελάτη τους, έμεινα κι εγώ ουδέτερος υπακούοντας στο θέλημα του.

 Αφού λοιπόν αυτήν την λύση σκέφτηκε να δώσει ο μηχανικός μας στο θέμα που τον απασχολούσε, δέχτηκα την άποψη του κι έφυγα αμέσως από εκεί για τις δικές μου δουλειές, ενώ αυτός έμεινε στην θέση του, συνεχίζοντας τις δικές του.

 Όταν βράδιασε όμως, πράγματι ήρθαν αυτοί μετά τις δέκα στο ξενοδοχείο κι αφού με πήραν μαζί τους, πήγαμε όπως ήταν σχεδιασμένο σε ένα απομακρυσμένο χωριό, στην ταβέρνα του οποίου ήταν αδύνατον να μας βρει ο φορτηγατζής, όσο κι αν μας έψαχνε.

  Κατά την διάρκεια του φαγητού μας βέβαια, όλο και ρωτούσαν οι γυναίκες τους να μάθουν τον λόγο, αυτής της τόσο απομακρυσμένης εξόδου τους, αλλά καμιά απάντηση δεν έπαιρναν από τους άντρες τους.

 – Μα γιατί ήρθαμε τόσο μακριά; Και τι το σπουδαίο έχει εδώ που μας φέρατε; Και δεν μας έφτανε αυτό, αλλά πήραμε μαζί μας κι αυτόν τον ξένο άνθρωπο, που για πρώτη του φορά επισκέπτεται την περιοχή μας.

 Άντε στην υγειά μας έλεγαν αυτοί πίνοντας χαμογελαστοί το κρασί τους και συνέχιζαν αμίλητοι το φαγητό τους. Μετά από τις δύο τα ξημερώματα πάντως κι αφού ήπιαμε πολλά μπουκάλια κρασί, αποφάσισαν επιτέλους οι δύο συνεταίροι μηχανικοί ότι μάλλον έπρεπε να φύγουμε.

 Άλλωστε, με πολύ κόπο κρατούσαν εκεί και τόσες ώρες τις γυναίκες τους ξάγρυπνες, οι οποίες αγνοούσαν τον λόγο για τον οποίο υποχρεωθήκαν αυτοί να πίνουν και για πρώτη φορά στην ζωή τους τόσο πολύ κρασί, γι’ αυτό και συνεχώς τους έλεγαν.

 – Φτάνει πια. Τι πάθατε σήμερα και πίνετε τόσο πολύ;

  Φύγαμε τελικά από εκεί κι όταν επιτέλους επιστρέψαμε με το καλό στην Αλεξανδρούπολη, προφασίστηκε ο πρωτομάστορας ότι μάλλον ήμουν μεθυσμένος εγώ, γι’ αυτό κι έπρεπε κατά την άποψη του να με συνοδέψει μέχρι το ξενοδοχείο που έμενα.

 Για τον ίδιο λόγο, έλεγε στον συνεταίρο του ότι έπρεπε να πάει αυτός τις γυναίκες τους στο σπίτι, ενώ στην δική του γυναίκα έλεγε ότι θα επιστρέψει κι αυτός στο κρεβάτι τους, αφού πρώτα εξασφαλίσει εμένα στο ξενοδοχείο μου.

 Αν δεις ότι αργώ πρόσθεσε στον συνεταίρο του δυνατά, ώστε να το ακούσουν και οι γυναίκες τους, έλα να με βρεις στο ξενοδοχείο μήπως κι έχουμε πρόβλημα με τον μεθυσμένο επισκέπτη μας.

 Άκουσαν οι γυναίκες τις οδηγίες που του έδινε και παρατηρώντας εμένα, του έλεγαν με απορία.

  – Μα δεν έχει τίποτε ο άνθρωπος. Τι πάθατε απόψε και συμπεριφέρεστε τόσο παράξενα;

 Δεν ήταν βέβαια δυνατόν να καταλάβουν αυτές, το τι μαγείρευαν οι άντρες τους και πόσα είχαν προσυμφωνημένα οι δύο τους, ώστε να δικαιολογήσουν την περαιτέρω απουσία τους από τα σπίτια τους, αφού κι αυτοί ήθελαν να μείνουν όλη την νύχτα στο συνεργείο, προκειμένου να τελειώσουν με ασφάλεια το μοντάρισμα των μηχανών στο φορτηγό.

 Την επομένη το πρωί όμως έφυγα πολύ νωρίς εγώ από το ξενοδοχείο, έχοντας στο πρόγραμμα μου να επισκεφτώ ένα εργοστάσιο, το οποίο όπως με ενημέρωσαν οι δύο μηχανικοί, βρισκόταν στα σύνορα σχεδόν με την γειτονική μας Βουλγαρία, αλλά και στο ύψος της Αλεξανδρούπολης.

 Σύμφωνα με τις οδηγίες που μου έδωσαν αυτοί, βγήκα από τα όρια της πόλης τους και περνώντας μέσα από μια πολλή όμορφη δασώδη περιοχή, αλλά και οδηγώντας το αυτοκίνητο μου πάνω σε έναν πολύ καλά διατηρημένο ορεινό χωματόδρομο, κατέληξα σε ένα χωριό κτισμένο σαν αετοφωλιά πάνω στην κορυφή του βουνού που βρέθηκα, όπου και κατέληγε εκείνος ο δρόμος.

  Όταν ακινητοποίησα το αυτοκίνητο μου στην μέση μιας μικρής αλάνας που έκανε χρέη πλατείας, ζήτησα να μάθω από τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού, το που θα έβρισκα το εργοστάσιο που έψαχνα.

  Παραξενεύτηκαν αυτοί με το ερώτημα μου, γιατί όπως μου έλεγαν στην συνέχεια δεν είχαν κάτι τέτοιο εκεί. Βλέποντας την επιμονή μου όμως, αφού οι δικές μου οδηγίες έτσι έλεγαν, μου έδειξαν τελικά μια ρεματιά, μέσα στην οποία κάτι υπήρχε όπως μου εξηγούσαν, αλλά όχι εργοστάσιο.

  – Εκεί κάτω στο βάθος είναι. Αν ακολουθήσεις αυτόν τον δρόμο που είναι δεξιά σου, θα σε βγάλει εκεί ακριβός.

 Δεν ήταν δρόμος αυτό που μου έδειχναν, αλλά αφού μέσου αυτού μόνον μπορούσα να φτάσω εκεί που μου υπέδειξαν, κατέβαινα την ρεματιά και απορούσα λέγοντας με απορία στον εαυτό μου.

 – Μα τι εργοστάσιο μπορεί να είναι αυτό εδώ μέσα, που ζητά τόσα πολλά χρήματα για την αναβάθμιση του μηχανολογικού του εξοπλισμού;

 Το έλεγα αυτό, γιατί από σύμπτωση και μόνο, πριν από λίγο καιρό τους φέραμε εμείς μερικά από αυτά τα αναβαθμισμένα μηχανήματα, τα οποία και τους τα παραδώσαμε ελεύθερα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το που τα πήγαν, αλλά και το πώς τα έφεραν μέσα σ’ εκείνη την ρεματιά δεν μας απασχόλησε καθόλου.

 Δεδομένου όμως ότι επρόκειτο να εισαχθούν και μεγαλύτερα από αυτά στο εν λόγω εργοστάσιο, όπως με ενημέρωσαν οι Γερμανοί συνάδελφοι μου, έπρεπε να δω από κοντά την θέση τους σύμφωνα με τις οδηγίες που είχα, αλλά και την διαμόρφωση του εδάφους που είχε ο χώρου τους να τους περιγράψω, ώστε να κάνουμε με ασφάλεια την μεταφορά αυτών των μηχανημάτων, αν κι όταν ποτέ μας την ανέθεταν βέβαια.

  Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που έψαχνα το εργοστάσιο αφού εκεί δήλωνε ότι διέθετε την έδρα του, έστω κι αν εγώ δεν μπορούσα να το διακρίνω πουθενά μέσα σ’ εκείνη την ρεματιά.

 Ψάχνοντας το όμως, βρέθηκα χωρείς να το υπολογίζω μπροστά στην είσοδο ενός μικρού μεταλλείου, από όπου βγήκε να με προϋπαντήσει κάποιος που μου δήλωσε ότι ήταν ο υπεύθυνος.

 Αφού λοιπόν εξήγησα και σ’ αυτόν το λόγο της επίσκεψης μου στον χώρο που ήταν αυτός υπεύθυνος, του ζήτησα να μου δώσει εξηγήσεις για όσα δεν έβλεπα εκεί κι όμως τα χαρτιά που είχα στα χέρια μου έλεγαν ότι υπήρχαν.

 Από αυτόν όμως άκουγα ανεξήγητα πράγματα. Το εργοστάσιο έλεγε δεν ήταν εκεί, αλλά στην Αθήνα. Μετά από όσα άκουγα, εύλογα ήταν και τα ερωτήματα που του διατύπωνα απορώντας.

 – Αφού αυτό βρίσκεται στην Αθήνα, τότε γιατί στα τιμολόγια αγοράς των μηχανημάτων εμφανίζεται ως έδρα και προορισμός των μηχανημάτων που θέλουν να εισάγουν και μάλιστα με υπέρογκα ποσά δανείου, στην θέση που βρίσκετε το μικρό μεταλλείο που βλέπω κι εσύ είσαι απληροφόρητος αν και υπεύθυνος;

 Κι αυτά τα τόσο μεγάλα και ακριβά μηχανήματα που σκοπεύουν να φέρουν εδώ, που θα τα τοποθετήσουν;

 Τα έχασε αυτός όταν βρέθηκε απροετοίμαστος μπροστά στα ερωτήματα που του έθεσα και προκειμένου να καλύψει τον εαυτό του, αλλά και την εταιρεία στην οποία εργαζόταν, προσπάθησε να με παραπέμψει στα κεντρικά τους στην συνέχεια, γι’ αυτό και με δυσκολία απαντούσε στα ερωτήματα μου, αν και ήταν πολύ προβληματισμένος από όσα άκουγε να του αναφέρω.

 – Όλα αυτά που ζητάς να μάθεις από εμένα, είναι καλύτερα να τα ρωτήσετε στα γραφεία μας των Αθηνών, αφού και τα άλλα μηχανήματα που λέτε ότι μας φέρατε εδώ, εκεί θα πήγαν. Εδώ, μόνον ένα μικρό μηχάνημα ήρθε κι αυτό πάλι ήταν μεταχειρισμένο. Όσο για τα υπόλοιπα που μου αναφέρεις, τίποτε δεν γνωρίζω.

  Επειδή δεν ήξερε αυτός να μου πει περισσότερα για όσα ήθελα εγώ να πληροφορηθώ, του ζήτησα να μου δώσει τουλάχιστον το τηλέφωνο των Αθηνών, έτσι ώστε να μιλήσω με τα κεντρικά τους για όσα αφορούσαν το θέμα που με οδήγησε στο μικρό του μεταλλείο.

 Όσο κι αν του το ζητούσα όμως, αυτός επέμενε να μην μου το δίνει. Αφού λοιπόν δεν είχα να κάνω τίποτε περισσότερο εκεί, τον χαιρέτησα κι έφυγα από τον χώρο του προβληματισμένος και μέχρι να επιστρέψω στην Αλεξανδρούπολη μελετούσα αυτό το θέμα.

 Ήταν προφανείς οι λόγοι για τους οποίους ζητούσαν δάνειο αυτοί για την παραμεθόριο περιοχή, αφού αυτό υπόκειτο σε ιδικό οικονομικό καθεστώς κι αυτό ήταν που ήθελαν να επωφεληθούν δηλώνοντας για έδρα τους εκείνο το μικρό μεταλλείο. Τα μηχανήματα όμως θα κατέληγαν με τρικ στην Αθήνα, αφού εκεί υπήρχε και λειτουργούσε το εργοστάσιο τους.

 Μήπως μόνον αυτοί ήταν που έκαναν τέτοια κόλπα; Παρακάτω θα δείτε περισσότερα τέτοια κι όντως θα απορείτε κι εσείς μαζί με μένα λέγοντας τα στον εαυτό σας, αφού κανείς από αυτούς που θα έπρεπε δεν τα ακούει.

 – Μα γιατί επετράπη να γίνουν τέτοια πράγματα εις βάρος της πατρίδας μας και του λαού της;

 Για την ιστορία πάντως σας το αναφέρω αυτό, ότι έμαθα τελικά το τηλέφωνο τους και το έμαθα αργότερα, αλλά και πάλι δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη μαζί τους, ώστε να κάνω κάποια δουλειά τουλάχιστον με το εν λόγω εργοστάσιο, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες.

  Απαντούσαν μεν αυτοί στα τηλεφωνήματα μου, αλλά ποτέ δεν μου έδωσαν τις πληροφορίες που χρειαζόμουν, προκειμένου να συμμετάσχω στο μελλοντικό τους μεταφορικό έργο κι αυτός είναι ο λόγος που δεν ξέρω πως εξελίχτηκε στην συνέχεια αυτή η ιστορία με το υπέρογκο δάνειο τους, αυτό δηλαδή που προοριζόταν μεν για το παραμεθόριο μεταλλείο τους, αλλά με τον ανανεωμένο μηχανολογικό τους εξοπλισμό να καταλήγει στην Αθήνα.

  Για να επιστρέψουμε όμως στην Αλεξανδρούπολη και στα υπόλοιπα εργασιακά ραντεβού που είχα να κάνω στην περιοχή της το απόγευμα εκείνης της ημέρας, σας αναφέρω ότι ένα από αυτά ήταν πολύ σοβαρό, γι’ αυτό και προτίμησα να μείνω κι εκείνο το βράδυ στην Αλεξανδρούπολη προκειμένου να το αντιμετωπίσω με άνεση χρόνου.

 Άλλωστε, με βόλευε περισσότερο το να επισκεφτώ τις πρώτες πρωινές ώρες την Κομοτηνή, αφού εκείνος ήταν ο τρίτος προορισμός μου, η βιομηχανική περιοχή της οποίας παρουσίαζε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την εταιρεία που εργαζόμουν.

  Δεν ήταν δυνατόν όμως να μείνω το βράδυ στην Αλεξανδρούπολη και να μην με πλαισιώσουν οι φίλοι μας του συνεργείου, γι’ αυτό και βρήκα να με περιμένει μια εντολή στο ξενοδοχείο όταν επέστρεψα, η οποία και μου έλεγε ότι δεν έπρεπε να φύγω από την πόλη τους αν πρώτα δεν περνούσα από το συνεργείο τους, προκειμένου να μου δώσουν τα χρήματα που όφειλαν στον πεθερό μου.

  Πήγα να τους συναντήσω λοιπόν για τον λόγο που με κάλεσαν κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό, μου εξιστόρησαν εκεί και την εξέλιξη που είχε η ιστορία με τον φίλο τους τον φορτηγατζή κι αυτά μου έλεγαν.

 Από την στιγμή που με άφησαν αυτοί τα χαράματα έξω από το ξενοδοχείο μου, όταν επιστρέψαμε από το χωριό που κρύφτηκαν για να μην τους βρει ο γνωστός μας πια φορτηγατζής, επέστρεψαν αμέσως στο συνεργείο τους και σαν καλοί επαγγελματίες, έπεσαν με τα μούτρα στην δουλειά.

 Εργαζόταν όλη την νύχτα στην συνέχεια εκεί κεκλεισμένων των θηρών, αλλά με έναν και μοναδικό στόχο, το να μοντάρουν σύντομα τις μηχανές στο φορτηγό και να το κάνουν αυτό μάλιστα τόσο γρήγορα, που να μην  μπορέσει να αντιληφθεί τίποτε ο φορτηγατζής από όσα του έστησαν, όταν από τα χαράματα πια αυτός θα τους έκανε επίσκεψη, καχύποπτος καθώς ήταν.

 Ευτυχώς γι’ αυτούς όμως, όλα πήγαν καλά στο φορτηγό όπως έλεγαν και δεν ακουγόταν πια από πουθενά εκείνος ο γνωστός θόρυβος της μπιέλας που χτυπά, γι’ αυτό κι έκλεισαν την πίσω πόρτα τους και ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα της μαστοριά τους, άνοιξαν με θάρρος πλέον την μπροστινή τους πόρτα διάπλατα, ώστε να υποδεχτούν ήρεμοι πια τον φίλο τους.

 Ήρθε αυτός όπως ήταν αναμενόμενο και πολύ παραξενεύτηκε όταν τους βρήκε όλους εκεί επί ποδός να τον περιμένουν πίνοντας ήρεμοι τον πρωινό τους καφέ.

 Δεν έδωσε βέβαια και πολύ σημασία σε όσα έβλεπε, αφού άκουγε κι αυτός ευχαριστημένος την μηχανή του φορτηγού του να δούλευε αθόρυβα, γι’ αυτό και ξέχασε όλα όσα υποψιαζόταν ότι του έκαναν κι αυτά τους έλεγε χαρούμενος.

 – Δεν ξέρω τι κάνατε, αλλά αφού όλα είναι καλά, χαλάλι σας. Κι αφού τελειώσατε τόσο γρήγορα την επισκευή της μηχανής μου, θα σας κάνω και το βραδινό τραπέζι. Αν είναι ακόμη εδώ όμως εκείνο παιδί από την Θεσσαλονίκη, θέλω να το πάρετε μαζί σας και να πάμε να φάμε όλοι μαζί φρέσκα ψάρια στην γνωστή μας ταβέρνα της Χιλής.

 Αυτά λοιπόν μου εξιστόρησαν οι μηχανικοί κι αφού ήμουν καλεσμένος από τον ίδιο τον φορτηγατζή, βρέθηκα κι εγώ μαζί τους το βράδυ και με την δική του έγκριση μάλιστα, τρώγοντας και πίνοντας στην γνωστή τους ταβέρνα της Χιλής κι όντως περνούσαμε πολύ καλά.

 Μου έδωσε και τα χρήματα για την επισκευή που έκανε στην μηχανή του ο πεθερός μου, μόνον που κάθε τόσο μου έλεγε τα ίδια και με το δίκαιο του άλλωστε.

  – Μας την έφεραν που λες. Αλλά τι να κάνω αφού δεν μπορώ να το αποδείξω;

 Άντε για μας έλεγε και δεν το χώνευε και συνεχώς το μυαλό του ήταν εκεί κολλημένο και στην μπαγαποντιά που του έκαναν οι φίλοι του, αλλά κι όλο μουρμούριζε πίνοντας το κρασί του απευθυνόμενος σ’ εμένα.

 – Και δεν μας έφτανε αυτό που λες, αλλά τους πληρώνουμε και το τραπέζι. Να ξέρεις όμως, ότι αυτοί κάτι έκαναν κι εμένα δεν μου το βγάζεις από το μυαλό. Ότι κι αν έκαναν όμως, όπως κι αν έχει το πράγμα, όντως είναι καλά μαστόρια αυτοί κι όντως τους έχω εμπιστοσύνη.

  Όπου αλλού κι αν πήγαινα το φορτηγό μου και πιο πολλά θα πλήρωνα και δεν ξέρω τι δουλειά θα μου έκαναν. Γι’ αυτό λοιπόν και τους αγαπώ και τους συχωρώ για όσα ακόμη πιστεύω ότι μου έκανα και σίγουρος είμαι ότι κάτι δεν είναι έτσι, όπως αυτοί μου παρουσίασαν το θέμα της βλάβης.

  Όσο και αν προσπαθούσαν να τον πείσουν οι φίλοι του μηχανικοί, ότι ήταν αλήθεια  όλα όσα του έλεγαν, αυτός ποτέ δεν το πίστεψε, γι’ αυτό κι όταν ακόμη πλήρωσε τον λογαριασμό, έλεγε στον ταβερνιάρη.

 – Μας γέλασαν που λες αυτοί και εμείς πληρώνουμε τον λογαριασμό τους. Κορόιδα όμως δεν είμαστε. Το κάνουμε αυτό, γιατί απλώς έτσι μας αρέσει, να κερνάμε.

  Γελάσαμε με την συμπεριφορά του, αλλά και απορήσαμε με την δύναμη που είχε το ένστικτο του. Αφού χαιρετηθήκαμε όμως, με την υπόσχεση να τους επισκεφτώ και πάλι, πήγαμε όλοι στα κρεβάτια μας, από όπου εγώ σηκώθηκα πρωί, πρωί και έφυγα για την Κομοτηνή, όπου είχα να δω πολλούς πιθανούς πελάτες μας, αλλά και πάρα πολλά άλλα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *