Κι ενώ γινόταν όλα αυτά που σας ανάφερα για τον νεαρό ανεψιό μου, λεπτό δεν ξέχασα την εργασία μου. Καθημερινά όπως πάντα βρισκόμουν στην αγορά, έστω κι αν είχα σαν αξεσουάρ τον νεαρό μαζί μου κι όπως έπρεπε, ανεπηρέαστος από το δικό του πρόβλημα έκανα τις αγορές μου.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα των πατέρων όμως, πότε με ημερήσιες και πότε με νυχτερινές διαδρομές, με πολύ προσοχή μετέφερα τις ανάγκες της μονής μας στην Ουρανούπολη και με το ίδιο ενδιαφέρον όπως πάντα, τις τακτοποιούσα στο κατάστρωμα του καραβιού.
Όπως καταλαβαίνετε, έπρεπε να φτάσουν ασφαλώς στην προβλήτα της μονής μας, όπως και στα χέρια των πατέρων βέβαια αυτά που τους έστελνα, γι’ αυτό και με πολύ προσοχή τα στοίβαζα το ένα πάνω στο άλλο, όσο ανόμοιες κι αν ήταν μεταξύ τους οι εκάστοτε προμήθειές τους.
Κι όλα αυτά τα έκανα μόνος μου, αφού και μόνος έκανα αυτήν την εργασία, όπως αρκετές φορές σας το ανάφερα κι αυτό. Αλλά κι όταν ερχόταν κάποιος από φιλότιμο κινούμενος να με βοηθήσει, όπως έκανε κι ο ανεψιός μου, δύσκολα δεχόμουν την βοήθειά του.
Όχι βέβαια γιατί δεν την ήθελα, ή γιατί δεν την χρειαζόμουν, αλλά γιατί έβλεπα κάποια βιασύνη στην προσπάθειά τους να τελειώσουν γρήγορα αυτό που έπρεπε να κάνουν κι αυτό ήταν που δεν ήθελα να δεχθώ.
Οι δικές τους βιαστικές ενέργειες δηλαδή, δεν επέτρεπαν σ’ εμένα να κάνω τις προσεγμένες τοποθετήσεις που έπρεπε, αφού τα περισσότερα από αυτά που άφηνα στο καράβι ήταν όχι μόνον ανόμοια μεταξύ τους όπως σας είπα, αλλά κι ευαίσθητα.
Βάζοντάς τα τσαπατσούλικα όμως αυτοί το ένα πάνω στο άλλο, μεγάλος κίνδυνος υπήρχε να μου κάνουν σοβαρή ζημιά από το να μου προσφέρουν κάποια βοήθεια κι αυτό ήταν που ήθελα να αποφύγω.
Ακόμη και τα βαριά αντικείμενα, μόνος τα σήκωνα, αφού διό άνθρωποι δεν μπορούν να σηκώσουν με την ίδια δύναμη το ίδιο πράγμα κι αυτό, όχι μόνον ζημιά μπορεί να προκαλέσει πέφτοντας κάτω, αλλά και σωματική βλάβη μπορεί να προκαλέσει στους συμμετέχοντας.
Και είναι τόσο εύκολο να γίνει αυτό ιδικά, αφού κι ο παραμικρός θόρυβος είναι ικανός να προκαλέσει σοβαρή σωματική βλάβη σε κάποιον, αποσπώντας του την προσοχή, την στιγμή που πάει να σηκώσει αυτό που έπιασε.
Εγώ για παράδειγμα, έπαθα μια τέτοια ζημιά ένα πρωινό, όταν άκουσα στις τρείς τα χαράματα να με καλεί κάποιος στο τηλέφωνο. Την στιγμή δηλαδή που είδη είχα πιάσει ένα σακί πενήντα κιλών με ζάχαρη κι έβαζα την ανάλογη δύναμη να το σηκώσω, χτύπησε το κινητό μου τηλέφωνο.
Μου απόσπασε όμως την προσοχή ο ήχος της κλήσης και η δύναμη που έβαλα στο σώμα μου αλλοιώθηκε κατά κάποιον τρόπο. Και αντί να σηκώσω το σακί όπως ήλπιζα, δυνατά φώναξα. Ωχ. Και φώναξα ωχ, από κάποιον δυνατό εσωτερικό πόνο που ένιωσα. Και δεν ένιωσα μόνον τον πόνο, γιατί κι ένα κρακ άκουσα λίγο ποιο πάνω από τον γοφό, όπου κι εστιαζόταν ο πόνος μου.
Ήταν τέτοιος μάλιστα αυτός, που με γονάτισε θα έλεγα, αλλά και κρύος ιδρώτας με έλουσε συγχρόνως, σκεπτόμενος το ενδεχόμενο να έσπασε κάτι σοβαρό μέσα μου. Κι επειδή πονούσα πολύ, σκέφτηκα να καθίσω κάτω μήπως και καλμάριζε κάπως, αλλά τίποτε δεν κατάφερα.
Πονούσα ακόμη περισσότερο εκεί και για να σηκωθώ όρθιος ξανά, μαρτύρησα. Πάι. Σακατεύθηκα έλεγα μέσα μου, αφού ούτε βήμα δεν μπορούσα να κάνω από τον πόνο. Έμεινα εκεί λοιπόν και όρθιος μπροστά στην συρταρωτή πόρτα του αυτοκινήτου μου έψαχνα μέσα μου να δω, τι έπρεπε να κάνω στην συνέχεια.
Τίποτε δεν μπορούσα να βρω όμως, οπότε, πάλι την Παναγία μας θυμήθηκα κι Αυτήν παρακαλούσα να με βοηθήσει. Ο πόνος βέβαια, δεν έλεγε να κοπάσει κι αφού φοβήθηκα ότι έπαθα μεγάλη ζημιά, ασάλευτος έμεινα και για αρκετή ώρα μάλιστα.
Από εκεί και μετά όμως, άρχισε να καλμάρει κάπως ο πόνος και σιγά, σιγά έγινε ανεκτώς. Κι επειδή έμεινε στην μέση η εκφόρτωση που έκανα και το αυτοκίνητό μου ακόμη γεμάτο ήταν, άρχισα δειλά, δειλά να κατεβάζω τα ελαφριά στην αρχή, ώστε να μη χάνω χρόνο, αλλά και τις δυνάμεις μου ήθελα να υπολογίσω μετά από το ατύχημα.
Ασφαλώς και πρόσεχα τι έκανα, όπως και τι σήκωνα στην συνέχεια κι αφού ο πόνος ήταν κάπως ανεκτός, κατάφερα τελικά να ολοκληρώσω την υποχρέωσή μου. Όταν τελείωσα όμως και μετά, έβγαλα το αυτοκίνητο μέσα από το καράβι καθώς έπρεπε και πολύ βιαστικά έφευγα από την Ουρανούπολη, επιστρέφοντας στο σπίτι μου.
Κι αφού ενημέρωσα τον καπετάνιο από τον δρόμο πια για όσα έπαθα στο καράβι, στο εφημερεύον νοσοκομείο της πόλης μας κατέληξα προς εξέταση, γιατί ο συνεχιζόμενος πόνος στιγμή δεν έλεγε να σταματήσει.
Με πέρασαν αμέσως στο εξεταστήριο οι γιατροί κι αφού έκαναν τις σχετικές εξετάσεις εκεί, τίποτε δεν βρήκαν. Υπέθεσαν κάποια θλάση ινών, ως το ποιο πιθανό κι αφού δεν μπορούσαν να μου κάνουν κάτι άλλο, με έστειλαν στο σπίτι μου.
Δεν βρέθηκε βέβαια κάτι που να δικαιολογεί τον πόνο που ένιωσα τότε, αλλά εγώ ακόμη πονώ έστω και λίγο στο ίδιο σημείο από τότε και μετά, αν και πέρασαν παραπάνω από δέκα χρόνια κι όταν ακόμη βήχω δυνατά για κάποιο λόγο.
Κι αφού ο πόνος δεν μου επέτρεπε να τον ξεχάσω, πάντα πρόσεχα όταν φόρτωνα, ή ξεφόρτωνα κάτι στο καράβι, ή οπουδήποτε αλλού. Εκεί λοιπόν που πολύ προσεκτικά έκανα και πάλι κάτι παρόμοιο ένα πρωινό στον ίδιο χώρο και για τον ίδιο σκοπό, ένας νεαρός με πλησίασε πρόθυμος να με βοηθήσει.
Δεν τον γνώριζα προσωπικά, αν και πολλές φορές τον είδα να μπαίνει στο καράβι με προορισμό το Άγιο Όρος. Κάπου εργαζόταν όπως έδειχνε το πράγμα κι αυτός ήταν ο λόγος που έμπαινε τόσο συχνά στο ίδιο καράβι τις πρωινές ώρες.
Βλέποντας λοιπόν να ξεφορτώνω ένα σορό προμήθειες πάλι, από μόνος του ζήτησε να με βοηθήσει. Ευχαριστώ του είπα, αλλά λόγω της ιδιοτροπίας μου, προτιμώ να κάνω μόνος την δουλειά μου κι επειδή εκτιμώ την προσφορά σου, για δεύτερη φορά θα σ’ ευχαριστήσω κι αυτό θα είναι, σαν να με βοήθησες και μάλιστα πολύ.
Δεν χρειαζόμουν βέβαια την βοήθειά του, αλλά κι έτσι όπως τον είδα να περπατά τρικλίζοντας, από ποτά μάλλον μεθυσμένος, το ποιο πιθανό ήταν να μου έκανε ζημιά αντί να με βοηθήσει, γι’ αυτό κι απέφευγα την προσφορά του.
Εκείνος όμως δεν έλεγε να δεχθεί την άρνησή μου, οπότε, έλεγε με στόμφο. Γέρος άνθρωπος είσαι ρε θείο και δεν δέχεσαι να σε βοηθήσω; Καλώς είσαι του λόγου σου. Από εγωισμό πάντως, μια χαρά πάμε. Τόσα χρόνια πας κι έρχεσαι εδώ και τίποτε δεν έμαθες από ταπείνωση.
Θα πέσεις κάτω έτσι όπως παραπατάς, πρόσθεσε, κι αν δεν σε βοηθήσω εγώ να σηκωθείς, εκεί θα μείνεις. Απορώ όμως μαζί σου. Αν και εργάζεσαι σε μοναστήρι, τίποτε δεν έμαθες από τον εγωισμό που θάβει τους υπερήφανους σαν κι εσένα.
Αυτά έλεγε αυτός, αλλά εγώ έκανα την δουλειά μου όπως ήξερα, αδιαφορώντας για τους υπαινιγμούς του μεθυσμένου νεαρού, αν και τρίτη φορά τον ευχαρίστησα για την διάθεση που είχε να με βοηθήσει.
Μπράβο, μπράβο έλεγε, ενώ απομακρυνόταν ανεβαίνοντας ένα, ένα, τα σκαλοπάτια που οδηγούν προς το πάνω κατάστρωμα, αλλά και συνεχώς μουρμούριζε μέχρι να ανέβει εκεί, όπου και κάθισε μάλλον σε κάποιο από τα πολλά παγκάκια του καραβιού.
Αφού έφυγε από κοντά μου λοιπόν, συνέχισα κι εγώ την δουλειά μου χωρίς να τον σκέφτομαι. Μετά από λύγο όμως επέστρεψε και πάλι τα ίδια μου έλεγε για την άρνησή μου να δεχθώ την βοήθειά του. Βλέποντάς τον να επιμένει στις θέσεις του όμως, ενέδωσα τελικά και του είπα να έρθει και να με βοηθήσει αφού τόσο πολύ το ήθελε.
Έλα του είπα και κάνε ότι κάνω. Πιάσε μετά από μένα ένα σακί με ζάχαρη και τοποθέτησέ το, πάνω από εκεί που θα ακουμπήσω το δικό μου. Να, έτσι δηλαδή του είπα και παίρνοντας ένα πενηντάκιλο σακί από το αυτοκίνητο, το έβαλα να σταθεί ξαπλωμένο πάνω σε μια παλέτα που είχα εκεί γι’ αυτόν τον σκοπό.
Πήγε ο νεαρός να σηκώσει το σακί, αλλά με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να το κάνει. Δοκίμασε αρκετές φορές στην συνέχεια να κάνει αυτό που είδε να γίνεται τόσο εύκολα κι όμως, ούτε να το κουνήσει μπόρεσε.
Βλέποντας έναν ιμάντα που είχα επίτηδες ριγμένο πάνω στα σακιά για να μην μου φύγουν από την θέση τους και μου φρακάρουν την πόρτα του αυτοκινήτου, έλεγε με καμάρι. Εμένα πας να κοροϊδέψεις ρε μπάρμπα; Έχεις δεμένα τα σακιά και περιμένεις να τα σηκώσω; Πάρε τον ιμάντα από πάνω τους και να δεις πως θα το κάνω.
Τί να του έλεγα λοιπόν; Δεν είναι δεμένα τα σακιά φίλε μου. Πρόχειρα είναι πάνω τους ο ιμάντας και κοίτα πως θα πάρω εγώ το σακί χωρίς να με ενοχλήσει αυτός. Βλέποντας ο νεαρός να σηκώνετε το σακί σαν πούπουλο κι ο ιμάντας να μένει πάνω στο επόμενο, έλεγε με νεανική αφέλεια. Φακίρης είσαι ρε θείο; Έλα όμως να τα πιάνουμε μαζί και μαζί να τα βάλουμε εκεί που θέλεις.
Όχι, του είπα. Ή θα τα παίρνεις μόνος σου, ή μη κάνης τίποτε. Οι διό μαζί μάλλον ζημιά θα κάνουμε. Αυτά του έλεγα λοιπόν και ξεφόρτωνα τα σακιά μόνος μου, ενώ για δεύτερη φορά αυτός απομακρυνόταν από κοντά μου μουρμουρίζοντας. Κι αυτό που έλεγε, έκανε και τον ίδιο να απορεί. Δεν μπορεί. Φακίρης είναι. Αλλιώς; Πώς γίνεται να μπορεί αυτός να σηκώνει τα σακιά κι εγώ να μη μπορώ;
Γέλασα βέβαια με την τοποθέτησή του, αλλά και τίποτε δεν του είπα. Τον άφησα να πάει στην θέση του, αφού αυτός με δυσκολία σήκωνε τον εαυτό του, θα μπορούσε άραγε να σηκώσει ένα πενηντάκιλο σακί;
Όταν πια τα κατέβασα όλα από το αυτοκίνητο κι έμεινε μέσα μόνον ένα μεγάλο σκαπτικό μηχάνημα, τότε σκέφτηκα να του ζητήσω βοήθεια, αλλά από φόβο μη μου κάνει καμιά ζημιά, ή μη πάθει αυτός κάτι και τρέχω εγώ, το απέφυγα.
Έκανα μια αυτοσχέδια ράμπα στην συνέχεια, χρησιμοποιώντας τις ξύλινες τάβλες που διέθετα στο αυτοκίνητο μου για παρόμοιες χρήσεις κι όπως έπρεπε, κατέβαζα το σκαπτικό μόνος από το αυτοκίνητο στο καράβι. Με την βοήθεια ενός χοντρού σχοινιού το έκανα βέβαια και με αυτό μάλιστα που το είχα δεμένο στην βάση της καρότσας μου.
Εκείνη την στιγμή όμως, πάλι επέστρεψε ο νεαρός κι από μακριά έλεγε τα δικά του. Καλά λέω εγώ ότι είσαι εγωιστής. Στην ηλικία που είσαι, μάλλον έπρεπε να είσαι ποιο ταπεινός κι επειδή εσύ δεν το καταλαβαίνεις, θέλεις δεν θέλεις, θα σε βοηθήσω να καταβάσεις αυτό το βαρύ μηχάνημα.
Μια και ήρθε λοιπόν, του έλεγα να πιάσει τις λαβές του τιμονιού του σκαπτικού όπως κάνουν οι μοτοσικλετιστές και να μην κάνει τίποτε άλλο εκεί, εκτός από το να κρατά το τιμόνι του ίσια. Εσύ θα κάνεις αυτό που σου είπα του έλεγα κι εγώ θα το κατεβάζω με το σχοινί σιγά, σιγά, με τις ρόδες του να πατούν πάνω στην ράμπα που είδες ότι έκανα.
Κι αφού συμφώνησε μαζί μου ο νεαρός, αυτό κάναμε στην συνέχεια και λίγο ακόμη ήθελε να κατέβη το σκαπτικό, αλλά επειδή ξεπερνούσε τα τριακόσια κιλά το βάρος του, μου έκαψε τα χέρια η τριβή του σχοινιού κι έτσι δεν μπόρεσα να το συγκρατήσω ικανά.
Μου έφυγε δηλαδή από τα χέρια, έστω και για μισό μέτρο μόνον, αλλά κινήθηκε εχθρικά κατά του νεαρού. Τον εγκλώβισε για την ακρίβεια, ανάμεσα στα διό μακριά χερούλια του τιμονιού και στα κάγκελα του καραβιού.
Φοβήθηκα είναι αλήθεια ότι θα σκότωνα τον νεαρό, γι’ αυτό και πάλι έπιασα το σχοινί, ελπίζοντας να συγκρατήσω το μηχάνημα πριν πέσει επικίνδυνα πάνω του. Με πρόλαβαν αυτά όμως, γιατί έβλεπα να χτυπούν τα χερούλια του πάνω στα κάγκελα κι έτσι κόπηκε θα λέγαμε η φόρα του.
Αν πήγαιναν τρεις πόντους ποιο κάτω και χωνόταν ανάμεσα από τα κάγκελα, τότε σίγουρα θα κινδύνευε ο νεαρός από κάποιο πολύ σοβαρό, αν όχι από θανατηφόρο γι’ αυτόν ατύχημα, γιατί με την φόρα που κατέβαινε το μηχάνημα, δεν ήταν σίγουρο, αν θα μπορούσα να το σταματήσω με τα πληγωμένα χέρια μου.
Το φρενάρισμά του στα κάγκελα όμως, μου έδωσε τον χρόνο που χρειαζόμουν κι έτσι έσφιξα τελικά το σχοινί με τα χέρια μου κι αφού συγκράτησα το μηχάνημα, είπα στον νεαρό να φύγει από το επικίνδυνο σημείο.
Κι αυτός φοβήθηκε είναι αλήθεια για όσα έβλεπε να παθαίνει, γι’ αυτό και με κοιτούσε με τεντωμένα μάτια και κομμένη την ανάσα, ενώ έσκυβε να περάσει κάτω από τις χειρολαβές. Αν κι απεγκλωβίστηκε όμως, άχνα δεν έβγαζε ο φουκαράς μέχρι να πάρω το μηχάνημα από τα κάγκελα και να το οδηγήσω στην θέση που του κρατούσα.
Όταν τελείωσαν πια οι υποχρεώσεις μου και ανακουφισμένος τον κοιτούσα, πάλι τον άκουσα να μου λέει τα δικά του. Καλά που σε βοήθησα. Πώς θα κατέβαζες μόνος σου ρε θείο αυτό το μηχάνημα; Άλλη φορά λοιπόν, να μην είσαι τόσο ακατάδεχτος και τόσο εγωιστής. Να μάθεις και λίγη ταπείνωση. Κατάλαβες;
Αυτά έλεγε αυτός επανειλημμένα, ενώ ανέβαινε ξανά τις σκάλες για το πάνω κατάστρωμα και μάλλον δεν κατάλαβε, ή δεν συνειδητοποίησε τι ακριβώς έγινε εκεί. Εγώ όμως, πάλι ευχαριστούσα την Παναγία μας, γιατί δεν επέτρεψε να πάθει κάποιο κακό ο νεαρός εξαιτίας μου.
Καλό είναι λοιπόν να ζητούμε, όπως και να δεχόμαστε την βοήθεια των συνανθρώπων μας, αλλά και πολλά διακινδυνεύουμε στηριζόμενοι στον εαυτό μας κι όχι στην προστασία της μητέρας όλων μας καθώς πρέπει.
Μιχάλης Αλταλίκης