Ο παλιός σιδηροδρομικός Σταθμός και τα γραφεία μας

 mixail-150x1501Ο χώρος του παλιού σιδηροδρομικού Σταθμού ήταν αρκετά μεγάλος σε διαστάσεις και όπως σας το έχω αναφέρει αυτό, ήταν γεμάτος από σιδηροδρομικές γραμμές. Αυτές πάλι, ήταν παράλληλα και διαγώνια διατεταγμένες πάνω στο επίπεδο έδαφος του και όπως ήταν αναγκαίο αυτό για έναν τόσο υπερφορτωμένο εργασιακά εμπορευματικό σταθμό, οι γραμμές του συνδέονταν μεταξύ τους με την μεσολάβηση των ειδικών συνδέσμων, που λόγο του σχηματισμών που προκαλούν με την μεσολάβηση τους, αλλά και την αλλαγή πορείας που προκαλούν με την παρουσία τους, ονομάζονται ψαλίδια.

 Αυτά λοιπόν τα ψαλίδια, ήταν διάσπαρτα τοποθετημένα και σε πολλά σημεία εκείνου του μεγάλης επιφάνειας χώρου, χωρίς την μεσολάβηση των οποίων, δεν ήταν δυνατόν να γίνει ομαλά καμιά μετακίνηση βαγονιού από την μια γραμμή στην άλλη.

 Αν και ήταν μεγάλος όμως εκείνος ο χώρος, αν και διέθετε πολλά ψαλίδια για την διευκόλυνση της μετακίνησης των βαγονιών εντός και εκτός αυτού, εν τούτοις, για τις ανάγκες των φορτοεκφορτώσεων που προέκυψαν την εποχή που εγώ αναφέρομαι, δεν διέθετε καμιά μελετημένη υποδομή εξυπηρέτησης των εταιρειών διεθνών μεταφορών που τον χρησιμοποιούσαν, για τις εμπορικές δραστηριότητες των δικών τους πελατών.

 Τις εισαγωγικές όπως και τις εξαγωγικές τους ανάγκες του εβδομήντα δηλαδή, τις αντιμετώπιζε ο σταθμός με την υποδομή που είχε αποκτήσει το σαράντα, όταν οι Γερμανοί κατακτητές σκεφτόταν να εξυπηρετήσουν με την τότε οργάνωση του, τα δικά τους μεγαλεπήβολα σχέδια, αν δεν κάνω λάθος.

 Όσοι λοιπόν εργαζόταν εκείνο το χρονικό διάστημα στον εν λόγο σιδηροδρομικό σταθμό και σαν εμένα είχαν να διεκπεραιώσουν καθημερινά το διαμετακομιστικό έργο της εταιρείας που τους διέθετε εκεί, ήθελαν δεν ήθελαν, έκαναν τις φορτοεκφορτώσεις τους στρυμωγμένοι και ανάμεσα σ’ αυτές που είχαν να κάνουν οι ανταγωνιστές τους, ελλείψη της ανάλογης και απαραίτητης υποδομής που έπρεπε να διαθέτει, η απαρχαιωμένη πια υπηρεσία του σταθμού.

 Θα μπορούσε βέβαια να μην είναι και τόσο κακό αυτό και με λίγη καλή θέληση να ξεπερνούσαμε αυτό το μεταξύ μας πρόβλημα, αλλά να που οι άνθρωποι της μεγαλύτερης εταιρείας εκ των ανταγωνιστριών, δεν ήθελαν να υπάρχει κανένας άλλος ανάμεσα στις δικές τους υποχρεώσεις και αυτός ήταν ο κυρίως λόγος, των μεταξύ μας συνεχών προστριβών.

 Εδώ που τα λέμε, ούτε κι εγώ θα ήθελα να βρίσκεται κάποιος άλλος ανάμεσα στις δικές μου δουλειές και αυτό θα μπορούσε να το θεωρήσει κανείς δικαιολογημένο, αφού έτσι όπως κάναμε ανακατεμένοι τις φορτώσεις μας, μπερδεύαμε κατ’ ανάγκη τα φορτηγά, όπως και τα βαγόνια που μεσολαβούσαν γι’ αυτόν τον σκοπό.

 Και για τους εργάτες που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες όλων μας ήταν δύσκολο να κάνουν την δουλειά τους καλά και χωρίς κανένα λάθος, αφού ούτε και σ’ αυτούς ήταν εύκολο να διακρίνουν μέσα σ΄ εκείνο τον φόρτο υποχρεώσεων που είχαν προς τους εργοδότες τους, τίνος ήταν το βαγόνι και τίνος το αυτοκίνητο που έπρεπε να ξεφορτώσουν πάνω σ’ αυτό.

  Μπροστά σ’ αυτήν την δυσκολία του θέματος λοιπόν, κανείς από μας δεν θα ήθελε άλλον δίπλα του, αλλά τι να κάναμε; Αφού ο χώρος του σταθμού ήταν πλέον μικρός για τις δραστηριότητες όλων μας; Και μήπως ήταν δίκαιο το να μας αναγκάζουν οι από πολλά χρόνια υπάρχοντες εκεί, να τα μαζέψουμε και να φύγουμε από τον σταθμό, για να συνεχίσουν αυτοί να υπάρχουν εκεί ανενόχλητοι;

 Εκτός από αυτούς όμως που είχαν την μερίδα του λέοντος των δραστηριοτήτων  τους στον σταθμό, μόνον εγώ είχα υπολογίσιμες ανάγκες στον ίδιο χώρο καθημερινά και αυτός ήταν ο λόγος που αυτοί ήθελαν να με απομακρύνουν από ανάμεσα τους, για να μην τους ενοχλώ με τις δραστηριότητες μου, αφού από μέρα σε μέρα τις έβλεπαν να αυξάνονται.

 Οι υπόλοιποι ανταγωνιστές, ήταν εκεί με πολύ μικρές απαιτήσεις και αυτές όπως ήταν υποχρεωμένοι, τις ζητούσαν κατά διαστήματα μόνον από τον σταθμό, γι’ αυτό και σπανίως ενοχλούσαν τόσο εμένα, όσο και τους προϋπάρχοντας εκεί για τους ίδιους λόγους.

 Φορτώσεις ωστόσο, κάναμε σε δύο σημεία. Το ένα βρισκόταν στην ανατολική είσοδο του σταθμού, όπου και υπήρχε μια ράμπα γι’ αυτούς τους λόγους. Το άλλο σημείο βρισκόταν στην μέση περίπου του χώρου του και γύρω από την εσωτερική πλατεία του όπως το ανέφερα στα προηγούμενα.

 Μεγαλώνοντας όμως τις δικές μου υποχρεώσεις εκεί, έφερα το αδιαχώρητο κάποια στιγμή στον σταθμό όπως καταλαβαίνετε και αυτός ήταν ο λόγος που οδηγήθηκαν τα πράγματα στις γνωστές διενέξεις με τους ανταγωνιστές μας, τις οποίες βεβαίως και δεν μπορούσα να αποφύγω, αφού και η δική μου εταιρεία ήθελε να αναπτυχθεί εκεί αφού πλέον το μπορούσε.

 Προκειμένου να διευκολύνω τον εαυτό μου λοιπόν, αλλά και τις συνεχώς αυξανόμενες υποχρεώσεις μου, αναζητούσα άλλον χώρο φόρτωσης και σε άλλο σημείο του σταθμού, ώστε να φύγω πια, όχι μόνον από εκείνη την στενή πλατεία, αλλά και από τις διενέξεις που είχα καθημερινά με την νοοτροπία των ανταγωνιστών μας.

 Δυστυχώς για μένα όμως, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του σιδηροδρομικού σταθμού, δεν ήθελαν να μπουν σ’ αυτόν τον διαδικαστικό κόπο, υποστηρίζοντας ότι πουθενά εκεί δεν υπήρχε ένας τέτοιος ελεύθερος χώρος, ώστε να μου τον διαθέσουν.

 Εγώ όμως βρήκα τον χώρο που χρειαζόμουν και όπως ήταν αναμενόμενο αυτό για τα δικά μου δεδομένα, τους τον υπέδειξα διεκδικώντας τον, αν και καθόλου δεν ήταν κρυμμένος από το οπτικό τους πεδίο, αφού και αυτοί ήξεραν την ύπαρξη του στην δυτική πλευρά του σταθμού.

 Ως κλασικοί δημόσιοι υπάλληλοι όμως αυτοί, αδιαφορούσαν για την εκμετάλλευση του, αν και η είσοδος του εν λόγω χώρου απείχε φραγμένη με συρματόπλεγμα, μόλις εκατό μέτρα από τα κεντρικά τους γραφεία.

 Είναι αλήθεια ότι η πυκνή, όσο και ανεξέλεγκτη βλάστηση που υπήρχε σ’ ολόκληρη εκείνη την μεγάλη επιφάνια, απογοήτευε όποιον έβλεπε την εμφάνιση του, αφού θύμιζε απάτητο δάσος από τα αγριόχορτα, αλλά και από τα πολλά δένδρα που ήταν φυτρωμένα εκεί από την εποχή του σαράντα.

 Βλέποντας τις καθημερινά αυξανόμενες ανάγκες μας οι υπεύθυνοι του σταθμού, θα μπορούσαν να τον μετατρέψουν σε χρήσιμο χώρο για όσους τον χρειαζόταν αν ήθελαν , αλλά για τους δικούς τους λόγους, αυτοί τον κρατούσαν αχρησιμοποίητο.

 Με την βοήθεια κάποιου εξ’ αυτών όμως, μπήκα πολλές φορές εκεί μέσα και μελέτησα με προσοχή τις δυνατότητες του βαδίζοντας κάθε φορά με επιφύλαξη εκεί μέσα θα έλεγα, κατά προτροπή του συνοδού μου δηλαδή, ο οποίος φοβόταν όπως έλεγε την πιθανότητα να ήταν ναρκοθετημένη εκείνη η επιφάνια από τους αποχωρίσαντες Γερμανούς.

 Μελετώντας όμως εκείνον τον πολύ μεγάλο χώρο, διαπίστωσα ότι όντως και μπορούσε να εκτονώσει την μέχρι τότε κατάσταση των δικών μου αναγκών, αλλά δεν ήθελαν να μου τον παραχωρήσουν αυτοί, δεδομένου ότι ήταν αρκετά μακριά από την ακτίνα δράσης τους όπως μου έλεγαν, πράγμα  που θα τους προβλημάτιζε πολύ αν μου τον διέθεταν.

 Και για μένα βέβαια θα ήταν πρόβλημα να τον χρησιμοποιήσω, για τον λόγο ότι θα άνοιγα κατά πολύ το δικό μου πεδίο δράσης, πράγμα που θα το πλήρωνα με πολλά επιπλέον χιλιομέτρων την ημέρα σε περπάτημα, αφού θα έπρεπε να κάνω νέα είσοδο εκεί και στο τελευταίο άκρο του σταθμού.

 Μόνον από εκείνη την είσοδο θα μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν τα φορτηγά που συμμετείχαν στις φορτοεκφορτώσεις μου και για να μπορώ να επικοινωνώ με τα γραφεία μας όπως και με τους εκάστοτε συνεργάτες μου, έπρεπε να κάνω τον γύρο του σταθμού μέχρι να βρεθώ στο τηλέφωνο του περιπτέρου και αυτό όντως πολλαπλασίαζε την απόσταση που έπρεπε κάθε φορά να διανύσω.

 Εφόσον όμως δεν έγινε αποδεκτό το αίτημα μου τότε, το μετέθεσα για αργότερα και για την περίπτωση που τα πράγματα και οι δουλειές μου θα πίεζαν περισσότερο, όχι μόνον εμένα, αλλά και τους υπηρετούντες τον σιδηροδρομικό σταθμού να το κάνουν.       

 Στα γραφεία μας πάλι; Σπανίως εμφανιζόμουν, δεδομένου ότι δεν είχα αρκετό χρόνο στην διάθεση μου, ώστε να τα επισκέπτομαι συχνότερα. Αναγκαζόμουν όμως να το κάνω αυτό κάπου, κάπου και αυτό πάλι κατά την διάρκεια των πρωινών ωρών και όταν είχα να πάρω φορτωτικές από εκεί, ή άλλα συνοδευτικά έγγραφα.

 Τα απογεύματα όμως που τότε τα δουλεύαμε ακόμη, τους έκανα που και πού καμιά επίσκεψη όταν μου το επέτρεπαν οι υποχρεώσεις μου και αυτό το έκανα έτσι, για να γνωριστώ καλύτερα με τους συναδέλφους μου που δεν ήταν και λίγοι, αλλά και για να μάθω κάτι και από τις δικές τους επιμέρους εργασίες.

 Δεν το έκανα από απλή περιέργεια, αλλά από την επιθυμία που είχα να γνωρίσω και άλλα αντικείμενα εργασιών εντός του πλούσιου δυναμικού της εταιρείας που υπηρετούσα, μήπως και ανακαλύψω εντός αυτών πιο ενδιαφέρουσες για μένα δραστηριότητες, απ’ αυτές που ήδη διεκπεραίωνα στον χώρο του σταθμού.

  Ο διευθυντής μας ήταν Γερμανός, αλλά και όπως καθημερινά τον άκουγα να μου μιλά από τηλεφώνου, ήταν λίγο τσιβδός. Δεν μιλούσε καλά την γλώσσα μας και αυτό μαζί με την δυσκολία που είχε να αρθρώσει σωστά την κάθε λέξη, τον έκανε να μην γίνετε εύκολα κατανοητός.

Ειδικά εγώ που τον άκουγα να μου μιλά μόνον μέσα από τις γραμμές του τηλεφώνου, ελλείψη της απαραίτητης προσωπικής επαφής, αλλά και μακριά από την ψυχολογία ενός Γερμανού, ποτέ δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε, όπως και ποτέ δεν ήξερα τι μου ζητούσε καθημερινά να του κάνω.

 Του έλεγα μονίμως και συνεχώς ναι, ναι εγώ, σε όσα άκουγα να μου απευθύνει όταν  ζητούσε από τον περιπτερά της πλατείας του σταθμού να επικοινωνήσω μαζί του και ένα πράγμα μόνον ήλπιζα απ’ αυτήν την κατ’ ανάγκην επικοινωνία μου μαζί του.

 Αυτό που θα έκανα εγώ, να ήταν όντως αυτό που αυτός μου ζητούσε να κάνω, αν και δεν ήταν λίγες οι φορές που μου έδινε επείγουσες οδηγίες, για κάτι που μόνον αυτός ήξερε τι ακριβώς ήθελε.

 Όλως παραδόξως όμως, όσα πράγματα κι αν μου ζητούσε αυτός από τηλεφώνου, όποιες οδηγίες κι αν μου έδινε καθημερινά και για πέντε ολόκληρα χρόνια συνεργασία στην συνέχεια, ποτέ δεν βρέθηκα υπόλογος απέναντι του και τίποτε δεν με έφερε σε αντιπαράθεση μαζί του, αν και ποτέ μου δεν έκανα τίποτε το ιδιαίτερο εκεί, ή έξω απ’ αυτά που από μόνος μου ήξερα ότι έπρεπε να κάνω ως υπεύθυνος για όσα μου εμπιστευόταν να διεκπεραιώνω.

 Τα έδινα όλα ως εργαζόμενος όπως καταλαβαίνετε και όπως ήταν λογικό αυτό για μένα, περίμενα από τους ανωτέρους μου να αναγνωρίσουν την αυτοθυσία μου, αλλά και την εργατικότητά μου, αυτήν δηλαδή που καθημερινά τους έδειχνα.

 Και δεν τους την έδειχνα έτσι απλά και μόνον για τα χρήματα που μου έδιναν κάθε μήνα ανελλιπώς βεβαίως, αλλά και τους ζητούσα να μου το ανταποδώσουν αυτό, τοποθετώντας με σε αποδοτικότερη γι’ αυτούς θέση, αφού εγώ είχα και την απαιτούμενη πείρα και τα δεδομένα να φέρω το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα, σε οποιοδήποτε άλλο τομέα θα ήθελαν αυτοί να με εντάξουν.

  Και το βέβαιον είναι, ότι εγώ ποτέ μου δεν έβαλα με το μυαλό μου να κάνω τα λιγότερα ως εργαζόμενος, αφού ανέκαθεν ήθελα να έχω για μένα, περισσότερο, δυσκολότερο και πολυδιάστατο έργο, έτσι ώστε να μπορώ να λειτουργώ ολόκληρος και όχι με ένα μέρος μόνον του εαυτού μου.

 Περίμενα λοιπόν αυτήν την αναγνώριση, όχι μόνον γιατί ήμουν όντως εργατικός, αλλά και γιατί οι Γερμανοί και οι Ελβετοί διευθυντές μας, ήθελαν όπως έλεγαν να έχουν στην δούλεψη της πολυεθνικής τους εταιρείας, ανθρώπους με δυνατότητες, αφού και αυτοί ως τέτοιοι μας παρουσιαζόταν με τα λόγια.

 Δυστυχώς όμως, έκαναν και αυτοί προχειρότητες τότε και μάλιστα παρόμοιες, με αυτές που εμείς οι Έλληνες κάνουμε, όπως μονίμως ικανοποιούνται να μας καταλογίζουν από μόνιμη και αλαζονική αντιπάθεια.

 Έβλεπαν δηλαδή και αυτοί πολύ κοντά και τόσο κοντά και κάτω, που το βλέμμα τους δεν ξεπερνούσε το ύψος της τσέπης τους, αν και αυτό ως απώτερος σκοπός όπως πολύ καλά έπρεπε πρωτίστως να ξέρουν, δεν είναι χρήσιμη οικονομική πολιτική για καμιά επιχείρηση και για κανέναν σώφρονα διευθυντή, όσο και αν τον βολεύει να φέρεται έτσι, εξασφαλίζοντας τα προσωπικά του και μόνον συμφέροντα.

 Απογοητεύτηκα όπως καταλαβαίνετε από το περιορισμένο σκεπτικό τους και όπως ήταν επόμενο αυτό, δεν έμεινα άπραγος. Έκανα πολλές προσπάθειες και πολλές φορές τους το τόνισα αυτό λέγοντας, ότι αν ενδιαφέρονται μόνον για την δική τους τσέπη και δεν μεριμνούν με το ίδιο ενδιαφέρον και για την εξασφάλιση των συμφερόντων των συνεργατών τους, όχι μόνον δεν θα τους αποδώσει αυτό περισσότερα, αλλά και βέβαιο είναι, ότι θα ξυπνήσουν ένα πρωί και θα δουν ότι όλως περιέργως, δεν έχουν πια αυτά που εχθές και προχθές είχαν.

Δυστυχώς και πάλι όμως, δεν καταλάβαιναν αυτοί, τίποτε απ’ όσα τους έλεγα. Περιόριζαν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες στην θέση που από συγκυρίες κατείχαν και το μόνο που έκαναν μετά απ’ αυτό, ήταν να την κρατούν αυτήν με νύχια και με δόντια, από φόβο μη την χάσουν και μαζί με αυτήν, χάσουν και τα μικροσυμφέροντα τους.

 Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος άλλωστε, που έβλεπαν τους πάντες ανταγωνιστικά, γι’ αυτό και δεν ήθελαν να δώσουν περιθώρια και στους υπόλοιπους συναδέλφους που ήταν γύρω τους να αναπτυχθούν, αν και έβλεπαν ότι το μπορούσαν.

  Εμένα προσωπικά, με ικανοποιούσαν μεν χρηματικά για όσα συμφωνήσαμε να μου δίνουν κάθε μήνα, αλλά με κορόιδευαν φανερά, με το θέμα των υπερωριών. Ενώ δηλαδή εγώ εργαζόμουν από τις πέντε το πρωί, έως και τις δύο το άλλο πρωί στον σταθμό, αφού τέτοιες ήταν οι ανάγκες τους, αυτοί μου αναγνώριζαν μόνον ένα μέρος αυτών.

 Δικαιολογούσαν αυτήν την εις βάρος μου συμπεριφορά ως ενδεδειγμένη για μια καλή επιχείρηση, αποβλέποντας στο να μην δίνουν φανερά αφορμή και στους υπόλοιπους εκ των συναδέλφων μου να ζητούν και αυτοί τα δικά τους νόμιμα δίκαια, εξαιτίας των οποίων υπήρχε κίνδυνος να παρουσιάσουν οικονομικό έλλειμα στο ούτως ή άλλως προσοδοφόρο ταμείο τους.

 Για τον εαυτό τους όμως, φρόντιζαν ώστε να πληρώνονται επιπλέον των νόμιμων και με έμμεσες παροχές, από αυτές που σαν διευθυντές είχαν την δυνατότητα να παίρνουν από όπου και αν ήθελαν, έστω και αν δεν έκαναν τίποτε ικανό που θα μπορούσε κανείς να δικαιολογήσει την εγωιστική συμπεριφορά τους.

 Εφόσον όμως τους προέκυψε θέμα με τις δικές μου συνεχείς αντιδράσεις, μου έδιναν κι μένα το δικαίωμα να κάνω το ίδιο με αυτούς και να πληρώνω εν μέρει βέβαια, έμμεσα και σιωπηρώς τον εαυτό μου, αποβλέποντας στην αποκλιμάκωση των ενοχλήσεων που τους έκανα, αλλά και στην απόκρυψη αυτής της απολαβής από τους υπόλοιπους συναδέλφους μου, έστω και αν ήξεραν ότι και η δική τους εργασιακή προσφορά ήταν επίσης αξιόλογη.

 Μου κακοφαινόταν όμως αυτή η κρυφή όσο και άδικη συμπεριφορά, γι’ αυτό και πάλι τους έλεγα.

 – Αφού δικαιούμαι να πάρω νόμιμα πολλά περισσότερα, γιατί με υποχρεώνετε να δεχθώ μικρότερες αποδοχές με έμμεσο τρόπο, αλλά και να αδιαφορήσω μάλιστα μου ζητάτε για τα δίκαια των συναδέλφων μου;

 Τους χρειαζόμαστε αυτούς, γι’ αυτό και θα έπρεπε να τους θέλετε όλους ευχαριστημένους. Για να εξασφαλίσουμε την συλλογικά μας αξιοπιστία, αυτήν που καλώς υποσχόμαστε προς όλους τους πελάτες μας, κρίνεται απαραίτητο το να είναι κι όλοι οι συνάδελφοι μας ευχαριστημένοι από την οικονομική μας πολιτική, αφού όλοι θα κληθούν να την αποδώσουν.

 Είναι εις βάρος μας λοιπόν το να τους αφήνουμε δυσαρεστημένους, αφού αυτό θα τους κάνει όλους κατ’ ανάγκη πλέον αδύναμους, αλλά και αδιάφορους. Τους δε εκ συνειδήσεως εργατικούς, θα τους αναγκάσουμε με την δική μας κακή συμπεριφορά, να ψάχνουν αλλού την ανταπόκριση που τους οφείλουμε και με το δίκαιο τους θα την αναζητήσουν αλλού.

 Και όχι μόνον αυτό θα πετύχουμε, αλλά θα αναγκάσουμε αυτούς που μπορούν να είναι χρήσιμοι για όλους μας, να γίνουν ανήμποροι να βοηθήσουν την ολοκλήρωση του σκοπού μας, αφού εμείς οι ίδιοι θα τους εμποδίσουμε να μας ανοίξουν και άλλους δρόμους από αυτούς που ήδη έχουμε.

 Που βλέπετε λοιπόν, ότι όλα αυτά που κάνετε, είναι πράγματα που ευνοούν όλους εμάς, αλλά και την εταιρεία στην οποία εργαζόμαστε;  Εγώ πάντως, ένα πράγμα έχω να σας πω γι’ αυτό το θέμα. Να καταλάβετε πρωτίστως εσείς πρέπει, ότι δεν είστε εδώ διευθυντές μας, μόνον για να ευνοήσετε την δική σας τσέπη, όπως και μόνον την δική σας μίζερη αποκατάσταση.

 Μην παίρνετε λοιπόν μόνον εσείς όσα μπορείτε, από όπου το μπορείτε, αλλά δώστε και στους υφισταμένους σας τα δίκαια τους, γιατί με το δικό τους ενδιαφέρον θα εξασφαλίσετε μαζί με το δικό σας αύριο και το αύριο όλων όσων εργαζόμαστε εδώ και συμπάσχουμε μαζί με σας για την ίδια επιτυχία.

  Αν αδιαφορήσετε για όσα ακούτε να σας λέω σήμερα, θα ξυπνήσετε όπως σας το έχω ξαναπεί ένα αυριανό πρωί και δεν θα έχετε πλέον αυτό που θέλατε να έχετε και ποτέ δεν θα μάθετε γιατί το χάσατε.

 Καταλάβετε λοιπόν, ότι το κακό που κάνετε εσείς σήμερα, θα το υποστείτε κι εσείς μαζί με όλους εμάς αύριο ή μεθαύριο και τότε θα είναι πολύ αργά αν μετανιώσετε για τις άστοχες ενέργειες σας.

 Άκουγαν αυτοί όσα μπόρεσα να τους πω και εκείνη τη φορά, γι’ αυτό και αμέσως απάντησαν.

 – Εμείς πολύ καλά ξέρουμε τι κάνουμε. Κι εσύ γνώριζε, ότι δεν πρέπει να φοβάσαι τόσο πολύ, γιατί τίποτε από όσα μας λες δεν θα πάθουμε. Το μοναστήρι να είναι καλά λέει μια παροιμία. Και από καλόγερους; Ένα σορό. Αν διαπιστώσουμε κάτι κακό πάντως, να είσαι σίγουρος, ότι θα το δούμε εμείς πρώτοι.

 Γι’ αυτό λοιπόν, πάρε εσύ αυτά που σου δίνουμε τώρα και άσε τους άλλους να κάνουν ότι θέλουν. Όποιου δεν του αρέσει το καθεστώς μας, ας φύγει και ας πάει όπου θέλει.

 Αυτά έλεγαν φορτωμένοι από αλαζονεία, εγωισμό και υπεροψία και επειδή εμείς αυτούς είχαμε για διευθυντές μας, δεν είχαμε παρά να υπακούμε στις εντολές τους, αν θέλαμε να παραμείνουμε εργαζόμενοι στην ίδια εταιρεία.

 Νόμιζαν δηλαδή αυτοί, ότι από την θέση και μόνον που κατέχει κανείς, μπορεί να τα ξέρει όλα, έστω και αν δεν διαθέτει κανένα είδος σχετικής εμπειρίας. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που μου έλεγε κάποια στιγμή συμβουλευτικά συμπληρώνοντας ο Έλληνας γενικός μας διευθυντής των Αθηνών, σε μια μετέπειτα συνάντηση μας.

  – Εσύ ρε είσαι πιο μικρός από μας. Πως μπορείς να μας συμβουλεύεις; Δεν νομίζεις ότι αυτό που κάνεις είναι λίγο παρατραβηγμένο;

 Αφού λοιπόν δεν καταλάβαιναν αυτοί, τι και για ποιο πράγμα τους μιλούσα, το έκοψα και αφέθηκα στο να κοιτώ την δουλειά μου. Εκτός από δυσαρεστημένος όμως εκ της συμπεριφοράς τους, ήμουν και αρκετά προβληματισμένος πλέον μαζί τους.

 Και είχα λόγους να είμαι προβληματισμένος, γιατί εκείνη η ανταγωνίστρια εταιρία που ήταν από παλιά εκεί και κατείχε την μερίδα του λέοντος της αγοράς, εξαιτίας αυτής της αλαζονείας βρέθηκε μια μέρα με το ένα τρίτο της δουλειάς της και το ένα τρίτο του προσωπικού της.

 Κι ενώ εγώ ο νεαρός των εικοσιδύο ετών τρόμαξα για το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να βρεθεί στον πάτο από εγωισμό και αλαζονεία, οι δικοί μας πενηντάρηδες διευθυντές, δεν σπούδασαν τίποτε από το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των παλαιοτέρων τους, γι’ αυτό και έκαναν απρόσεκτοι, τα ίδια και χειρότερα απ’ αυτούς.

  Όσες δουλειές είχαμε εμείς δηλαδή, όπως και όλες τις δουλειές που είχαν όλες εκείνες οι μικρές εταιρείες που ξεφύτρωναν πλέον σαν τα μανιτάρια η μια μετά την άλλη μέσα από το πουθενά, ήταν δουλειές που πήραν μαζί τους αποχωρώντας τα στελέχη αυτής της μεγάλης εταιρείας, όταν απογοητευμένοι και αυτοί από τις συμπεριφορές των εργοδοτών τους, έκαναν τις προσωπικές τους εταιρείες.

 Μαζί με αυτούς, είχαν κουραστεί και οι πολύπαθοι πελάτες τους να ανέχονται την αλαζονεία τους, όπως και την αδιαφορία τους για τα δικά τους συμφέροντα, γι’ αυτό και έδιναν στο εξής από θυμό, όλες τις δουλειές τους στους πρώην υπαλλήλους.

  Οι πρώην υπάλληλοι, που από την θυμωμένη αντίδραση των πελατών τους έγιναν πλέον αφεντικά, έπρεπε να ξέρουν τον λόγο για τον οποίο τους έφερε σ’ αυτήν την αλλαγή, ώστε να προσέχουν στο εξής αυτοί τουλάχιστο ως σώφρονες και να μη κάνουν τα ίδια.

 Αυτοί όμως; Για να επιβεβαιώσουν την παροιμία που λέει, ότι με όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις, δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν τον κανόνα και επέμεναν απερίσκεπτα να κάνουν ό, τι και όσα έμαθαν από τους δασκάλους τους.

 Θεωρώντας λοιπόν ότι είναι καλύτερα γι’ αυτούς, να πάρουν σήμερα όσα μπορούν περισσότερα για τον εαυτό τους, καθόλου δεν μεριμνούσαν και για το αύριο αυτών που εργαζόταν μαζί τους, για τα συμφέροντα τις ίδιας εταιρείας.

  Ωστόσο. Η ανταγωνίστρια εταιρεία, προφανώς από καθυστερημένη κάπως σύνεση, τους ανθρώπους που είχε στον σταθμό, τους πλήρωνε όχι μόνον όπως όριζε ο νόμος, αλλά και με το παραπάνω μάλιστα.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που τους έκανε και έτρεχαν σαν παλαβοί αυτοί, με σκοπό να περισώσουν όσες μπορούσαν από τις δουλειές που σωρηδόν τους έφευγαν πλέον.

 Προστάτευαν έτσι ένθερμα θα έλεγα, τα συμφέροντα της εταιρείας που εργαζόταν, αφού έμμεσα, έτρεχαν αυτοί πολύ λογικά και για τα προσωπικά τους συμφέροντα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *