Στο επόμενο χρονικό διάστημα, από το τέλος του Αυγούστου δηλαδή, έως και τον Οκτώβριο του 1978, έτρεχα πίσω από τις δουλειές που είχα στην εταιρεία που εργαζόμουν κι έτρεχα με σθένος μάλιστα θα έλεγα, ως άνθρωπος που αγαπάει την δουλειά του.
Μαζί με αυτές όμως, έτρεχα και πίσω από τα προβλήματα υγείας που έβγαλε και πάλι ξαφνικά ο καρκινοπαθής πατέρας μου, ο οποίος άρχισε να κουράζεται πολύ ως εργαζόμενος, στο μπακάλικο που διατηρούσε.
Τον βοηθούσε βέβαια η μητέρα μου, αλλά αδυνατισμένη κι αυτή από την χρόνια κόπωση που το μπακάλικο της επέφερε, δεν μπορούσε πλέον να τον συμπαρασταθεί επαρκώς κι αυτό δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την δική του κατάσταση.
Ήθελε να συνταξιοδοτηθεί ο πατέρας μου προκειμένου να ξεκουραστεί όπως έλεγε, αλλά δεν ήταν ακόμη σε ηλικία που θα μπορούσε να ζητήσει κάτι τέτοιο κι αυτό μαζί με την άσχημη κατάσταση της υγείας του, ήταν κάτι που τον κούραζε εκτός από σωματικά και ψυχολογικά.
Και ήταν τόση η κόπωσή του πλέον, που του κοβόταν η αναπνοή στην προσπάθειά του να ανταπεξέλθει και στο παραμικρό την δουλειά του. Ανησύχησα από την ξαφνική πτώση που υπέστη το δυναμικό του, γι’ αυτό και πήγα να συμβουλευτώ τον χειρούργο, αυτόν δηλαδή που πριν από ένα χρόνο του έκανε δύο επεμβάσεις στο χέρι του, προκειμένου να του αφαιρέσει τα ογκίδια που του παρουσιάστηκαν στους αδένες του.
Με άκουσε αυτός κι όπως ήταν απαραίτητο πια αυτό, μου είπε ότι μάλλον έπρεπε να τον εξετάσει ξανά στην κλινική του και τότε μόνον θα βλέπαμε τι ακριβώς του συνέβαινε.
Αφού έτσι έπρεπε να γίνει λοιπόν, όντως και τον πήγα στην κλινική του, όπου και του έκαναν τις απαραίτητες εξετάσεις, κατά τις οποίες διαπιστώθηκε ότι έκανε μετάσταση ο καρκίνος του, ότι μάλλον προχώρησε στους πνεύμονές του κι ότι αυτός ήταν ο λόγος που του προκαλούσε την κόπωση.
Μετά κι από αυτήν την διαπίστωση, μας υπέδειξε ο γιατρός, ότι μάλλον ήταν απαραίτητο να επισκεφτούμε το αρμόδιο για τα πνευμονολογικά προβλήματα νοσοκομείο, ελπίζοντας ότι εκεί θα είχαμε καλύτερη γι’ αυτόν αντιμετώπιση.
Κάναμε δύο μήνες υπομονή, μέχρι να έρθει η σειρά μας, προκειμένου να μας δεχθούν στο εν λόγω νοσοκομείο κι όταν πια έγινε αυτό, όπως και οι απαιτούμενες εξετάσεις, μας είπαν οι γιατροί του μετά από δεκαπέντε μέρες, ότι όντως οι πνεύμονές του είχαν γεμίσει από καρκινοπαθή στίγματα, δραχμικής ενδείξεως όπως τα αποκαλούσαν.
Μας είπαν δε, ότι εκείνα τα στίγματα, ήταν αποτέλεσμα μετάστασης, η οποία προήρθε μετά από τους όγκους που του αφαιρέθηκαν πριν από ένα χρόνο, όπως κι από την καυτηρίαση της πληγής που πολύ πρόχειρα του έκαναν στο δάκτυλό του.
Μας κράτησαν ένα μήνα εκεί είναι αλήθεια κι επειδή τα στίγματα στους πνεύμονές του ήταν καρκινώματα, δεν μπορούσαν να τα αντιμετωπίσουν αυτοί όπως μας είπαν, γι’ αυτό και μας έστειλαν στο αντικαρκινικό νοσοκομείο.
Στο νοσοκομείο δηλαδή, που πριν από ένα χρόνο τον έστειλε ο αρχίατρός του σε μια κλινική να του καυτηριάσουν την πληγή στο δάχτυλό του, με ακτινοβολίες που αυτός όρισε να του γίνουν, χωρίς ωστόσο να του κάνουν καμιά βιοψία.
Φεβρουάριος του 1979 βέβαια έγινε έως ότου μας δεχτούν εκεί οι γιατροί, αν και για τους παραπάνω λόγους, δεν ήθελα να πάω τον πατέρα μου ξανά σ’ εκείνο το νοσοκομείο.
Επειδή όμως δεν υπήρχε άλλο και παρόμοιο νοσοκομείο στην πόλη μας, αναγκάστηκα τελικά να συναινέσω και σύμφωνα με το ραντεβού που μας έδωσαν, πήγαμε στην ώρα μας εκεί.
Έβαλαν αμέσως τον πατέρα μου στο πρόγραμμα των απαραίτητων εξετάσεων κι όταν αυτές ολοκληρώθηκαν, πράγματι διαπίστωσαν, ότι όντως και ήταν καρκινώματα εκείνα τα στίγματα κι εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα, δεν του έδιναν παραπάνω από ένα έως δύο μήνες ζωή.
Μετά από αυτά τα αποτελέσματα όμως, δεν τον ήθελαν στο νοσοκομείο τους, γιατί από ότι μας είπαν, ήταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο ο καρκίνος του, γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να του κάνουν τίποτε άλλο, εκτός από το να τον εντάξουν σε ένα πρόγραμμα χημειοθεραπειών ανά εικοσαήμερο, οι οποίες ωστόσο, τίποτε δεν θα του έκαναν όπως μας ανακοίνωσαν.
Με στεναχώρησε πολύ η νέα εξέλιξη της υγείας του κι επειδή δεν μου έδωσαν και πολλά περιθώρια οι γιατροί, συμφώνησα μαζί τους για τις προαναφερόμενες χημειοθεραπείες, έστω και χωρίς να έχουμε καμιά ελπίδα για κάποιο θετικό αποτέλεσμα.
Μπήκαμε λοιπόν στο πρόγραμμα που μας έδωσαν από το νοσοκομείο και σε συνεννόηση με τους γιατρούς, επίτηδες ονομάσαμε την πάθησή του ισχιαλγία, στην προσπάθεια μας να του δικαιολογήσουμε κάπως, την ανά εικοσαήμερο επίσκεψή του στο νοσοκομείο.
Από αγάπη γι’ αυτόν βέβαια το κάναμε αυτό, αλλά κι ελπίζαμε ότι κάπως έτσι δεν θα καταλάβαινε αυτός τον ακριβή λόγο που έπρεπε να κάνει εκείνες τις χημειοθεραπείες, φοβούμενοι το ενδεχόμενο να τον πεθάνουμε εμείς μια ώρα αρχίτερα, από άσκοπες διευκρινήσεις.
Αφότου μπήκαμε σ’ αυτό το πρόγραμμα όμως, έκλεισε το μπακάλικό του κι όπως ήταν απαραίτητο πια αυτό, έκανε τα χαρτιά του να συνταξιοδοτηθεί, αλλά για λόγους ασθενείας κι όχι για λόγους γήρατος όπως αυτός θα ήθελε.
Παρόλα αυτά όμως, αν και πέρασε από το νοσοκομείο που ήξερε ότι ήταν το αντικαρκινικό της πόλης μας, δεν έδειχνε ότι κατάλαβε τι ακριβώς είχε, γιατί τον μπέρδευε ο πόνος που είχε στα πόδια του κι επειδή άκουσε ότι αυτό ήταν ισχιαλγία, αυτό κρατούσε στο μυαλό του για πάθηση.
Κι όταν τον ρωτούσαν οι άλλοι ασθενείς να τους πει, πού είχε αυτός τον καρκίνο του, ο πατέρας μου τους έλεγε ευχαριστημένος, ότι δεν είχε καρκίνο, αλλά ισχιαλγία.
Όπως μας είπαν οι γιατροί όμως, μετά από την πρώτη χημειοθεραπεία του, σε δύο μήνες το πολύ έπρεπε να περιμέναμε το μοιραίο, γι’ αυτό και προετοιμαστήκαμε κατάλληλα εμείς, έτσι ώστε να είμαστε έτοιμοι για ότι θα ήθελε να μας προκύψει.
Ωστόσο όμως, αν και κάναμε εκείνες τις χημειοθεραπείες κανονικά και σύμφωνα με το πρόγραμμα που μας έδωσαν, δεν πέθανε όπως οι γιατροί το υπολόγισαν, ούτε το πρώτο, ούτε το δεύτερο, αλλά ούτε και τον τέταρτο δίμηνο που ακολούθησε.
Αντιθέτως, πέθανε ο γιατρός που του έκανε τις χημειοθεραπείες, γιατί όπως μας είπαν οι συνάδελφοι του, σκάλισε αυτός και καυτηρίασε ένα σπυρί που είχε στον ώμο του, αν και δεν τον ενοχλούσε πουθενά, γιατί φοβόταν μη τυχόν κι αυτό εξελιχθεί σε καρκίνο.
Όλο αυτό το οκτάμηνο λοιπόν, έτρεχα συνεχώς πίσω από τα προβλήματα υγείας του, αλλά και πίσω από τις υποχρεώσεις της δουλειάς μου, αφού τίποτε δεν με εμπόδιζε να το κάνω.
Βρισκόμουν παντού δηλαδή, πότε στο νοσοκομείο και πότε πίσω από τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι πελάτες μας, αλλά και η εταιρεία που εργαζόμουν βέβαια.
Και ειδικότερα για τους πελάτες μας, ήμουν πάντα εκεί κι έτοιμος να δώσω λύση, σε όσα προβλήματα τους παρουσιαζόταν, αλλά και ανήκαν στην δική μου αρμοδιότητα.
Έβαζα κι εγώ ένα χεράκι δηλαδή στην εξασφάλιση των δικών τους άμεσα, αλλά και των δικών μας έμμεσα συμφερόντων.
Δεν είναι δυνατόν όμως να αναφερθώ στο που και στο πως και σε πόσους απ’ αυτούς συμπαραστάθηκα, γι’ αυτό και θα αναφερθώ ενδεικτικά παρακάτω και σε μερικές μόνον απ’ αυτές τις περιπτώσεις, έτσι ώστε να φανεί σ’ όλους, ότι όταν εμείς βοηθούμε να εξασφαλίσουν οι πελάτες μας τα δικά τους συμφέροντα, επί της ουσίας, εξασφαλίζουμε τα δικά μας, έστω κι αν αυτό δεν φαίνεται αμέσως κι από την πρώτη στιγμή.
Αυτήν, την άκρως επαγγελματική μου τοποθέτηση, δεν την απέκτησα μόνος μου, αλλά από τον μπακάλη πατέρα μου κι από την διδαχή που έτυχα ως μαθητής, δίπλα από τον Εβραίο δάσκαλό μου.
Αν και αγράμματος ο πρώτος, έλεγε τα ίδια με τον δάσκαλό μου επί του θέματος.
– Επειδή ο πελάτης μας, δεν ξέρει από πού και πως να κερδίσει, όπως και από τι να προφυλαχτεί, μη χάσει κάτι από την μεταξύ μας συνεργασία, εμείς έχουμε υποχρέωση να τον προστατεύσουμε.
Αυτή λοιπόν είναι πραγματική οικονομία. Αυτή δηλαδή, που μας θέλει όλους ενωμένους μεταξύ μας και σαν ένας συμπεριφερόμενους, αλλά κι εργαζόμενους με προσοχή, για το συμφέρον όλων.
Εκ του αποτελέσματος άλλωστε φαίνεται αυτό, το πόσο δηλαδή είναι χρήσιμο, να προστατεύουμε εμείς τα συμφέροντα του διπλανού μας και να το κάνουμε μάλιστα αυτό καλύτερα κι από τον ίδιο, αφού από τα δικά του εξασφαλισμένα συμφέροντα, εξαρτώνται έμεσα και τα δικά μας.
Και διπλανοί μας στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι μόνον αυτοί που εμείς εγωιστικά θα θέλαμε να είναι, αλλά όλοι όσοι ζουν ανάμεσα μας, όπως κι αυτοί που ζουν πολύ πιο μακριά από μας, ότι κι αν κάνουν.
Αυτή λοιπόν είναι η υγιής οικονομία, η οποία υφίσταται, λειτουργεί και συμβάλει στην ζωή όλων όσων ζουν σ’ αυτήν την γη και εξασφαλίζει την ζωή όλων, όπως ακριβώς γίνεται και με την διατροφική αλυσίδα.
Όταν κάποιος έχει σταθερά και αρκετά χρήματα στα χέρια του, γίνεται κατ’ ανάγκη καλός καταναλωτής, οπότε συμβάλει θετικά σ’ αυτήν. Όταν τα χρήματά του είναι ασταθή και λίγα, τότε από φόβο μην του λείψουν, τα κρατά στην άκρη κι εξαιτίας αυτού, γίνεται επιζήμιος για όλους.
Όταν πάλι δεν έχει δραχμή πάνω από τα τελείως απαραίτητα, τότε γίνεται κατ’ ανάγκη επιζήμιος, αφού δεν έχει την δυνατότητα να συμβάλει κι αυτός θετικά καθώς έχει υποχρέωση.
Όσο περισσότεροι είναι αυτοί που στερούνται ακόμη και τα απαραίτητα λόγω έλλειψης χρημάτων, τόσο βέβαιο είναι, ότι όλοι μαζί αυτοκτονούμε οικονομικά, αφού διαταράσσεται ανεπανόρθωτα η οικονομική αλυσίδα.
Μήπως δεν το βλέπουμε να γίνεται αυτό ακριβώς και σήμερα; Αυτοί οι καραγκιόζηδες της διεθνούς οικονομίας και καθηγητές του τίποτε και του άκρατου εγωισμού, συγκέντρωσαν τα χρήματα όλων στις τράπεζές τους, με αποτέλεσμα να στερούνται όλοι οι λαοί της γης, ακόμη και τα τελείως απαραίτητα.
Από αγάπη για τον άνθρωπο λέτε να το κάνουν αυτό; Όχι βέβαια. Από το μίσος που τρέφουν γι’ αυτόν το κάνουν και το κάνουν έτσι ακριβώς κι όπως τους το δίδαξε ο διάβολος πατέρας τους.
Αυτός βέβαια, αυτό προσπαθεί από καταβολής κόσμου, να καταστρέψει τον άνθρωπο. Κι αφού έπεισε τα παιδιά του, ότι αυτοί ανήκουν σε μια άλλη κατηγορία ανθρώπων, συγκεντρώνει με την βοήθειά τους γύρω του όσα κι ότι δεν του ανήκουν κι αφού καταφέρει να στερήσει και τα πλέον απαραίτητα από τους ανθρώπους, τότε θα του είναι εύκολο να εφαρμόσει επάνω τους, τα δικά του σκοτεινά κι απάνθρωπα σχέδια.
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτός, ότι τους χορτάτους, δεν μπορεί να τους κουμαντάρει κανείς εύκολα, επιβάλλει με κάθε τρόπο κι επιστήμη την φτώχεια παντού, ώστε μέσω αυτής να καταδυναστεύσει τους ανθρώπους, αλλά και να τους οδηγήσει εκεί που αυτός θέλει.
Αν εμείς δεν ζούσαμε τόσο πρόχειρα, βεβαίως και δε θα μπορούσε αυτός να μας επιβάλει τα σχέδια του, αλλά και θα αποφεύγαμε αυτά που και σε μας τους Έλληνες συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό.
Ζώντας όμως αδιάφοροι εμείς, παραπληροφορημένοι και προπαντός χωρίς να έχουμε τον Θεό δίπλα μας όπως θα έπρεπε και καθ’ όλα απομακρυσμένοι από τον όντως Κύριο και ιδιοκτήτη αυτής της γης, δίκαια δεν ταλαιπωρούμαστε;
Πιστέψετέ το λοιπόν, ότι όλοι μας και όλα όσα υπάρχουν γύρω μας, κοντά και μακριά από μας, πάνω σ’ αυτήν την γη και πολύ μακριά από αυτήν, όσα είναι φανερά σ’ εμάς κι όσα βρίσκονται κρυφά από μας, όλα ιδιοκτησία του Θεού είναι και κανείς διάβολος δεν μπορεί να τα καρπωθεί, όσο κι αν το προσπαθεί.
Αντιδράστε λοιπόν και ζητήστε τώρα κιόλας βοήθεια από τον μοναδικό Θεό και Κύριο όλων μας, ως ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι, αφού έτσι μας θέλει αυτός ως διαχειριστές της δικής Του περιουσίας.
Και η αρχή αυτής της διαχείρισης είναι μία και μοναδική. Για να έχω εγώ, πρέπει πρωτίστως να έχεις εσύ. Το να έχω εγώ όσα θέλω και να μην έχεις εσύ τίποτε, αυτό είναι δαιμονικό και από τον διάβολο είναι προερχόμενο.
Όποιος μαζεύει την οικονομία στα χέρια του, από μόνος του δηλώνει ότι ανήκει στα διαβολοπαίδια και δεν χρειάζεται να τον κατατάξω εγώ εκεί.
Εμείς πάντως, καλά θα κάνουμε να ενταχθούμε οικειοθελώς κι όλοι μαζί στην προσπάθεια της επανατοποθέτησης του Θεού στην ζωή μας πρωτίστως, αλλά και της υγειούς οικονομίας δευτερευόντως, ώστε και την ζωή όλων μας να καλυτερεύσουμε και τις εχθρικές και δαιμονικές παρενέργειες να απομακρύνουμε δια παντός από ανάμεσα μας και ανθρώπινο περιβάλλον να αφήσουμε στις επερχόμενες γενιές, ως γνήσια παιδιά του ίδιου και μοναδικού Θεού.
Αν δεν Τον βρήκατε ακόμη, ψάξτε Τον και θα σας φανερωθεί. Μην Τον ψάχνετε όμως όπως εσείς θέλετε, ή όπως εσείς νομίζετε πως Είναι, γιατί μπορεί και να παραπλανηθείτε. Ζητήστε ειλικρινά την βοήθεια Του κι Αυτός δεν θα σας προδώσει. Θα βρει τον κατάλληλο τρόπο να σας συστηθεί.
Εσείς όμως, μην σταματάτε να ενδιαφέρεστε για την επανασύνδεση σας μαζί Του. Θυμηθείτε γι’ αυτόν τον σκοπό κι εκείνο το γνωμικό που λέει, ότι ρωτώντας κανείς φτάνει στην Πόλη. Κάντε το ίδιο λοιπόν και δεν θα χάσετε.
Μιχάλης Αλταλίκης