Άλλαξα βέβαια θέση, αλλά για μένα δεν άλλαξε και τίποτε, αφού ούτως ή άλλως είχα προνομιακή θέση. Η διαφορά που μου προέκυψε με το λεωφορείο, ήταν ότι μπορούσα να πάω όπου ήθελα μέσα στην πόλη του Κιλκίς και να μένω έξω από το στρατόπεδο όσο αργά ήθελα, χωρίς αυτό να θεωρείται παράνομο.
Δεν ήταν και τίποτε σπουδαίο αυτό, αλλά για έναν στρατιώτη οδηγό, ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να θέλει. Με διαταγή του διοικητού μας λοιπόν πήγαινα τους αξιωματικούς της μονάδας μας στα σπίτια τους και με δική του διαταγή περίμενα στην λέσχη των αξιωματικών, μέχρι να τελειώσουν αυτοί με το φαγητό τους και με δική τους εντολή επέστρεφα μετά στο στρατόπεδο, ή τους πήγαινα όπου αλλού αυτοί ήθελαν.
Την ευθύνη της ασφαλούς μεταφοράς των αξιωματικών μας την είχε ο λοχαγός μας, γι’ αυτό και ήταν λογικό να την εμπιστευθεί σε όποιον αυτός νόμιζε ότι θα είναι εξασφαλισμένος. Αφού λοιπόν ανέθεσε σε μένα αυτήν την ευθύνη, πήγαινα τους αξιωματικούς μας και με την δική του άδεια, όπου αυτοί ήθελαν.
Αυτήν την μεταχείριση όμως, την είχαν μόνον οι δικοί μας αξιωματικοί, πράγμα που έκανε τους άλλους αξιωματικούς της μεραρχίας να παραπονούνται στον Ταξίαρχο.
– Η μοίρα πυραύλων, του έλεγαν, δεν υπακούει στη διαταγή που απαγορεύει την κυκλοφορία των στρατιωτικών οχημάτων μέσα στην πόλη του Κιλκίς τις απογευματινές ώρες. Το λεωφορείο τους δε, κάνει βόλτες στους δρόμους της πόλης, έως και αργά το βράδυ.
Έκανε συστάσεις ο Ταξίαρχος στον διοικητή μας, λέγοντας του ότι δεν είναι σωστό να παραβλέπονται οι διαταγές, αυτός όμως επέμενε να κάνει ό,τι ήθελε, γι’ αυτό και του έλεγε.
– Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες της μονάδας που εγώ διοικώ, πρέπει πρώτα να αισθάνονται την ανθρώπινη συμπεριφορά της πατρίδας που υπηρετούν και μετά να τους ζητήσω εγώ να θυσιαστούν γι’ αυτήν.
Δεν άρεσε στον Ταξίαρχο να τον αγνοούν, αλλά και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αφού όπως και το ανέφερα αυτό, ο διοικητής μας είχε τις πλάτες του τότε στρατιωτικού και πρωθυπουργού της χώρας, γι’ αυτό και μπορούσε να μιλάει με τον τρόπο που αυτός ήξερε ότι πρέπει να κάνει.
Ο διοικητής της ΕΣΑ όμως, δεν μπορούσε να το χωνέψει αυτό, γι’ αυτό έδωσε εντολή στους κατωτέρους του, να με γράφουν όπου με δουν να περιφέρομαι με το λεωφορείο.
– Έχεις βρει μεγάλο μπελά, μου έλεγαν αυτοί και με έγραφαν.
Όταν έφταναν οι αναφορές τους στη μονάδα, τις έσχιζε ο διοικητής μας και έλεγε σε μένα.
– Εσύ κάνε ότι σε διατάζω εγώ. Όσο γι’ αυτούς; Άφηνε τους να σε γράφουν και μη τους αντιμιλάς.
Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες μου τότε, έως ότου ήρθε και η μέρα που γιορτάζαμε την Αγία Βάρβαρα, την προστάτιδα του πυροβολικού δηλαδή. Μια εβδομάδα πριν όμως, με κάλεσε ο διοικητής μας στο γραφείο του και ούτε λίγο, ούτε πολύ, μου ζητούσε να φιλοτεχνήσω ως ζωγράφος την αίθουσα της λέσχης των αξιωματικών της μεραρχίας.
– Θέλω παιδί μου να κάνεις ότι είναι δυνατόν, ώστε ο χώρος της λέσχης να δείχνει γιορτινός, αλλά με σύμβολα και παραστάσεις που να θυμίζουν και να προβάλουν το ένδοξο Πυροβολικό μας. Τι λες; Θα τα καταφέρεις;
Μπορούσα να του το αρνηθώ;
– Και βέβαια θα κάνω ότι μου πείτε κύριε διοικητά.
– Αν θελήσεις βοηθούς, ή να αναλάβει κάποιος άλλος το λεωφορείο σου για λίγες μέρες, αυτό να το κουβεντιάσεις με τον λοχαγό σου. Εγώ πάντως, πήρα την συγκατάθεση του, για όσα σου ζητώ να κάνεις.
– Δεν χρειάζεται να κάνω καμιά αλλαγή κύριε διοικητά και ότι έχω να κάνω, θα το κάνω στον ελεύθερο χρόνο μου. Μην σας απασχολεί τίποτε λοιπόν. Θα γίνουν όλα, έτσι και όπως τα θέλετε.
Αφού τον είδα ευχαριστημένο από τις απαντήσεις μου, έφυγα από το γραφείο του και από την επόμενη στιγμή και μετά, έψαχνα να βρω τι θα κάνω ώστε να ευχαριστηθεί και από τα έργα μου.
Όταν τελικά τα είχα ετοιμάσει όλα, πήγα πολύ νωρίς στην λέσχη των αξιωματικών την ημέρα της γιορτής μας, ώστε να τοποθετήσω τα έργα μου εκεί όπου θα μου το επέτρεπε ο υπεύθυνος αξιωματικός της λέσχης.
Με την δική του βοήθεια λοιπόν, κάναμε πολύ ωραία την αίθουσα, η οποία και γιορτινή ήταν και παντού δέσποζε το ένδοξο πυροβολικό, όπως μου το ζήτησε ο διοικητής μου.
Προκειμένου να πετύχω τον στόχο μου όμως εκεί, την ημέρα εκ των πραγμάτων περιφερόμουν συνέχεια με το λεωφορείο μέσα στην πόλη, έχοντας στον νου μου μόνον, το πως θα ετοιμάσω τον χώρο, αλλά και το πως θα φέρω τους αξιωματικούς μας έγκαιρα στην λέσχη. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που δεν έδινα σημασία στο πόσες φορές με έγραψαν ως παραβάτη τότε οι υπαξιωματικοί της ΕΣΑ.
Όταν τους συναντούσα, κουβέντα δεν τους έλεγα και όπως μου είπε ο διοικητής μας, τους άφηνα να με γράφουν. Τους περισσότερους απ’ αυτούς τους ήξερα από τη Κόρινθο, αφού μαζί παρουσιαστήκαμε εκεί.
– Τι να κάνουμε ρε σειρά, έλεγαν αυτοί μόνον, όταν με συναντούσαν. Σήμερα; Παραπάνω από δέκα φορές σε γράψαμε. Τέτοια διαταγή έχουμε ρε. Να σε γράφουμε όσες φορές σε δούμε περιφερόμενο.
– Δεν πειράζει βρε παιδιά. Γράψτε με όσες φορές θέλετε. Άλλωστε, εμείς γιορτάζουμε σήμερα, γι’ αυτό και βρίσκομαι συνέχεια στους δρόμους.
Αφού λοιπόν ήταν όλα έτοιμα και στην ώρα τους και αφού μετέφερα έγκαιρα και τους αξιωματικούς μας στην λέσχη, στάθηκα κι εγώ έξω από αυτήν να περιμένω, μήπως και για κάποιο λόγο με χρειαζόταν.
Ο διοικητής μας, όπως και οι αξιωματικούς μας, στάθηκαν στην είσοδο της λέσχης και υποδέχονταν εκεί τους καλεσμένους τους, ως οικοδεσπότες. Τον Μέραρχο δηλαδή και όλους τους αξιωματικούς της Μεραρχίας. Τους πολιτικούς της περιοχής, τον Δεσπότη. Και αρκετούς ακόμη από τους επισήμους της πόλης.
Όταν μπήκαν όλοι αυτοί μέσα, μου έκανε νόημα ο διοικητής μας να πάω κοντά του και όταν τον πλησίασα τον άκουσα να μου λέει.
– Περίμενε καλύτερα στον παράδρομο. Δεν θέλω να ερεθίσω περισσότερο τους Εσατζήδες μέρα που είναι. Εμείς; Τα λέμε αργότερα.
Έκανα ότι μου είπε, γι’ αυτό και μετέφερα το λεωφορείο μου πλάγια από την λέσχη και στον παράδρομο όπως μου το ζήτησε. Δεν πέρασε πολύ ώρα όμως και ήρθε να με βρει ένας δόκιμος της μοίρας μας.
– Θέλουν να έρθεις μέσα στην λέσχη.
– Ωχ. Είπα εγώ αυθόρμητα. Κάτι δεν έκανα καλά και που να πάω να κρυφτώ τώρα.
Ακολουθώντας τον δόκιμο, μπήκα φοβισμένος σχεδόν στην λέσχη. Με περίμενε χαρούμενος όμως ο διοικητής μας εκεί, ο οποίος και με σύστηνε στον Στρατηγό.
– Αυτός είναι ο καλλιτέχνης μας Στρατηγέ.
Ενώ μου έσφιγγε το χέρι εκείνος, έλεγε ενθουσιασμένος.
– Πολύ ωραία βρε παιδί μου τα έκανες.
– Μπράβο, είπε ξανά ο Στρατηγός και καμάρωνε ο διοικητής μας.
– Όταν θα γιορτάζουμε εμείς του Αγίου Γεωργίου, μπορείς να μου τον στείλεις στην Μεραρχία; Θέλω να φιλοτεχνήσει και την δική μας αίθουσα τότε.
– Βεβαίως, απάντησε ο διοικητής καμαρώνοντας. Άλλωστε; Που θα βρείτε καλύτερο; Αυτός έχει σπουδάσει στην Αγγλία και όπως βλέπετε, είναι άριστος.
Όταν άκουσε τον διοικητή μας να του λέει για τις σπουδές μου στην Αγγλία, ζήτησε να μάθει από μένα ο Στρατηγός, σε ποια πόλη και πιο πανεπιστήμιο σπούδασα, δεδομένου ότι και ο γιος του σπούδαζε εκεί.
Τα έχασα εγώ με όσα συνέβαιναν, γιατί ποτέ και σε κανέναν δεν είπα εγώ ότι σπούδασα στην Αγγλία. Ο λοχαγός μας προφανώς είπε αυτό το ψέμα στον διοικητή μας, προκειμένου να κάνει ποιο εντυπωσιακή την δική μου καλλιτεχνική υπόσταση.
Ήταν εκεί όμως αυτός για παν ενδεχόμενο, γι’ αυτό και μόλις τον κοίταξα, πήρε το θέμα στα χέρια του και ανέφερε μια πόλη της βόρειας Αγγλίας αντί για μένα στον Στρατηγό και για να μη δοθεί συνέχεια στο θέμα, βεβαίωνε και αυτός με την σειρά του.
– Όταν τον χρειαστείτε Στρατηγέ, Θα σας τον φέρω εγώ προσωπικά στο γραφείο σας.
Και ενώ του έλεγε αυτά, έκανε νόημα σ’ εμένα να φεύγω. Τους χαιρέτησα λοιπόν και έφυγα αμέσως από εκεί, για να μην εμπλέξω περισσότερο τα πράγματα.
Βγήκα έξω και πήγα τρέχοντας σχεδόν στο λεωφορείο. Όπως ήταν στο πρόγραμμα, έπρεπε να περιμένω εκεί το πέρας της εκδήλωσης, προκειμένου να επιστρέψω τους αξιωματικούς μας στην μονάδα ή στα σπίτια τους.
Εκεί όμως με περίμενε ο λοχαγός και διοικητής της ΕΣΑ.
– Πού είσαι συ; Και που γυρνάς τέτοια ώρα; Και γιατί είσαι ακόμη στους δρόμους της πόλης; Δεν σου είπα εγώ ότι δεν θέλω να σε βλέπω να γυροφέρνεις με το στρατιωτικό όχημα μέσα στην πόλη; Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Γιατί δεν παρουσιάζεσαι στον Στρατηγό σύμφωνα με τις αναφορές που σου κάνουμε;
Ήταν έξαλλος και κόκκινος από θυμό και ότι αν του έλεγα, θα τον θύμωνε ακόμη περισσότερο. Ενώ λοιπόν σκεφτόμουν τι να πω, ή τι να κάνω, μου έχωσε μια δυνατή μπουνιά στο στομάχι.
Λίγο γιατί ξαφνιάστηκα, λίγο γιατί πόνεσα, διπλώθηκα στα δύο και όταν μετά βίας σηκώθηκα, επανέλαβε το κτύπημα του λέγοντας.
– Πάρε και αυτήν. Να μάθεις άλλη φορά, να μην αγνοείς τις διαταγές των ανωτέρων σου.
– Μα εγώ αυτό ακριβώς κάνω ψέλλισα μετά βίας. Κάνω ότι με διέταξε ο διοικητής μου.
– Σκάσε μου είπε και μην αντιμιλάς. Μου έδωσε μια δυνατή σπρωξιά μετά και κόλλησα στην μούρη του λεωφορείου.
– Αν σε ξαναδώ εδώ. Θα σε ψοφήσω στο ξύλο είπε θυμωμένος και έκανε τον γύρο, προκειμένου να μπει στο προαύλιο της λέσχης. Από εκεί, πέρασε μέσα στην συνέχεια, γιατί και αυτός ήταν καλεσμένος από τον διοικητή μας.
Εγώ ο ίδιος και κατόπιν διαταγής του διοικητού μου πήγα την πρόσκληση του στο γραφείο του, στον λόχο της ΕΣΑ.
– Δεν φτάνει που σε κυνηγάει, μου είπαν οι υπαξιωματικοί. Του φέρνεις και πρόσκληση;
– Αυτήν την διαταγή έχω τους είπα και σας παρακαλώ να του την δώσετε όταν επιστρέψει.
Όση ώρα με μάλωνε αυτός και με χτυπούσε, στεκόταν παράμερα ένας άλλος αξιωματικός, Συνταγματάρχης στον βαθμό και παρακολουθούσε το σκηνικό.
Όταν μπήκε στην λέσχη ο λοχαγός της ΕΣΑ, με πλησίασε αυτός και με ρώτησε.
– Πονάς;
– Όχι του είπα μη το κάνετε θέμα.
– Τα είδα και τα άκουσα όλα είπε αυτός. Κι εγώ γνωρίζω, ότι με την εντολή του διοικητού σου είσαι εδώ. Γι’ αυτό λοιπόν. Θα πάω τώρα μέσα και θα του αναφέρω επακριβώς όσα συνέβησαν.
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ήρθε αμέσως έξω ο διοικητής μας.
– Πονάς; Είπε κι αυτός στεναχωρημένος από την συμπεριφορά του λοχαγού.
– Όχι, του είπα. Το ξέχασα κιόλας.
– Εγώ όμως δεν μπορώ να το ξεχάσω. Και πρόσκληση τον πήγαμε και στην πρώτη θέση τον βάλαμε να καθίσει. Αυτός όμως τόλμησε να χτυπήσει δικό μου στρατιώτη.
Μου έδωσε ωστόσο ένα γλυκό που κρατούσε στο χέρι του και είπε.
– Έφερα ένα γλυκό να σε κεράσω εδώ για τους κόπους σου, γιατί οι κανονισμοί δεν επιτρέπουν να παραβρίσκονται οι στρατιώτες στην λέσχη των αξιωματικών. Με συνάντησε ο Υποδιοικητής της Μεραρχίας όμως και αυτός με ενημέρωσε για το περιστατικό με τον λοχαγό. Εσύ κάνε την δουλειά σου και μην στεναχωριέσαι για τίποτε. Αυτόν; Άφησε τον σε μένα.
Αυτά μου είπε και μπήκε πάλι στην λέσχη. Τελείωσε κάποια στιγμή η γιορτή μας και όλοι πήγαν στα σπίτια τους. Συνοδευόμενος από τον αξιωματικό υπηρεσίας της μονάδας, πήγα κι εγώ στο στρατόπεδο.
Άφησα τον αξιωματικό στο διοικητήριο και πήγα στον θάλαμο μου να κοιμηθώ, γιατί ήταν ήδη αργά και όλοι κοιμόταν. Κατά τις δώδεκα και κάτι, με ξύπνησαν.
– Ξύπνα. Σε ψάχνουν από την ΕΣΑ. Είναι κάποιος στο τηλέφωνο και σε περιμένει; Τι έκανες πάλι;
Σηκώθηκα γεμάτος περιέργεια και ανέβηκα στον πρώτο όροφο, όπου ήταν το γραφείο του λοχαγού και σήκωσα το ακουστικό.
– Παρακαλώ; Ποιος είναι; είπα και περίμενα ν’ ακούσω το τι με ήθελαν.
– Τι έγινε ρε σειρά; Τι σε έκανε πάλι αυτός; Μάθαμε ότι σε χτύπησε.
– Καλά ρε Αντώνη; Πήρες μέσα στην νύχτα, μόνο και μόνο γι’ αυτό; Δεν μπορούσες να με ρωτήσεις αύριο; Δεν θα με γράψετε αύριο; Και δεν θα ιδωθούμε καθόλου;
– Ρε συ; Ήμαστε όλοι όρθιοι είπε εκείνος. Κανείς μας δεν κοιμάται και δεν μπορούσαμε να περιμένουμε μέχρι αύριο. Πες μας λοιπόν; Τι έγινε; Και τι του έκανες; Του ήρθε μετάθεση πριν από λίγο με τέλεξ και σ’ αυτό γράφουν. «Επείγον και πάραυτα. Απόψε να μετατεθεί στην Ορεστιάδα».
Μαζεύει τα πράγματά του τώρα και φεύγει μέσα στην νύχτα.
– Δεν ξέρω τίποτε ρε παιδιά. Πράγματι με χτύπησε, αλλά, απ’ ότι φαίνεται όμως, αυτό το χτύπημα δεν του το συγχώρησε ο διοικητής μας, που πολύ του κακοφάνηκε. Αυτός μάλλον του την έκανε. Καλά, έφυγε κιόλας;
– Όχι ρε συ, αλλά να, μας έχει όλους όρθιους εδώ και περιμένουμε να μας αποχαιρετήσει. Πήγε στο σπίτι του τώρα να ενημερώσει την γυναίκα του για όσα τον διατάζουν να κάνει και όταν επιστρέψει, ο οδηγός του είναι έτοιμος εδώ, να τον μεταφέρει στην Ορεστιάδα.
– Σίγουρα δεν ήθελα να του συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτός όμως όπως ξέρεις; Έπαιζε με την τύχη του. Τώρα είναι πολύ αργά και εγώ δεν έχω καμιά αρμοδιότητα ώστε να αλλάξω αυτήν την απόφαση.
Αυτά, είπαμε με τον Αντώνη και κλείσαμε την γραμμή. Την επομένη το πρωί κιόλας, ήρθε νέος διοικητής στην ΕΣΑ, ο οποίος και ανέλαβε αμέσως τα καθήκοντά του.
Ήταν όμως εμφανώς διπλωμάτης αυτός, γιατί όταν με έβλεπε να κάνω τα ίδια με το λεωφορείο μου μέσα στην πόλη του Κιλκίς, με χαιρετούσε από μακριά και συνέχιζε τον δρόμο του. Και στους υφισταμένους του, την ίδια εντολή έδωσε.
– Αφήστε τον να κάνει ότι θέλει και μην του κάνετε κανένα έλεγχο.
Αν και το πληροφορήθηκα αυτό, δεν τους έδωσα ούτε και την παραμικρή αφορμή ώστε να μου καταλογίζουν παραβάσεις, αφού δεν έκανα ούτε και στο παραμικρό κάτι παραπάνω από όσα μου διέταζε ο διοικητής μας.
Και δεν θα το έκανα αυτό για κανένα λόγο, γιατί θα έβαζα σε κίνδυνο τα πλεονεκτήματα που είχα ως στρατιώτης και αυτά δεν ήταν λίγα. Την ούτως ή άλλως άριστη υπηρεσία μου, τις βόλτες μου με το λεωφορείο, την εύνοια των ανωτέρων μου, την αγάπη και τον σεβασμό όλων. Οπότε; Γιατί να έκανα από μόνος μου κάτι, που θα μπορούσε να μου χαλάσει όλο αυτό το καλό κλίμα;
Μιχάλης Αλταλίκης