Ο προβληματισμένος νεαρός οικογενειάρχης

   Για περπάτημα βγήκα ένα πρωινό από το σπίτι μου κι όπως το προγραμμάτισα αυτό κι από αρκετές μέρες πριν μάλιστα, ασυνήθιστη απόσταση υποχρέωνα τον εαυτό μου να βαδίσει βάση σχεδίου εκείνη την ημέρα, δεδομένου ότι για πρώτη μου φορά θα δοκίμαζα να κάνω μια τέτοια διαδρομή, τεσσάρων χιλιομέτρων περίπου δηλαδή κατά την εκτίμησή μου και άλλα τόσα για την επιστροφή μου.

Κι αφού πήρα την απόφαση να το κάνω και ήδη βρισκόμουν καθ’ οδόν, άρχισα να υπολογίζω πλέον, αν θα έφτανα αισίως μέχρι τον προορισμό μου, σκεπτόμενος την κόπωση που θα προκαλούσε στα πόδια μου η απόσταση, γιατί αυτά ήταν που είχαν πρόβλημα.

Σκοπεύοντας να μειώσω έστω και για λίγο την απόσταση της διαδρομής μου όμως, τα στενά δρομάκια ανάμεσα από τις πολυκατοικίες άρχισα να χρησιμοποιώ, αλλά κι όταν βγήκα πλέον από την κατοικημένη περιοχή, ερημικά βάδιζα πια, για τον λόγο ότι δεν υπάρχουν κατοικίες εκεί.

Κι ο λόγος που με υποχρέωσε να κάνω αυτό το εγχείρημα, ήταν μια ανάμνηση που ήρθε στο μυαλό μου προ ημερών, για μια περιπέτεια που έζησα στην θάλασσα όταν βρισκόμουν στα δεκαοκτώ μου χρόνια και ξεβράστηκα στο συγκεκριμένο σημείο.

Αυτή λοιπόν ωθώντας με, μια ώρα με πήρε μέχρι να φτάσω στο σημείο του σκοπού μου, αλλά και αρκετά κουράστηκα πρέπει να πω, οπότε, αμέσως άρχισα να ψάχνω, που να καθίσω έστω και για λίγο, γιατί αν δεν ξεκουραζόμουν, πολύ δύσκολα θα έκανα την επιστροφή μου.

Ούτε και μια μεγάλη πέτρα δηλαδή δεν εύρισκα κάπου εκεί κοντά, ώστε αυτή να με ξεκουράσει τουλάχιστον, οπότε, άρχισα να ψάχνω πια ανάμεσα στα χόρτα του αγροκτήματος που συνόρευε με την αμμουδιά, μήπως κι έβρισκα εκεί κάτι να καλύψει αυτήν την ανάγκη.

Επιμένοντας αρκετά λοιπόν, μια πεταμένη πλαστική κλούβα βρήκα τελικά κι αφού μου φάνηκε καθαρή, την σήκωσα από κάτω κι όπως το έβαλα με το μυαλό μου, στο σύνορο με την άμμο την τοποθέτησα και κάτω από την σκιά της μουριάς που υπήρχε κάθισα πάνω της να ξεκουράσω τα πόδια μου, αφού όπως έδειχνε το πράγμα, μάλλον δεν εκτίμησα και πολύ σωστά την αντοχή τους για την απόσταση που θέλησα να διανύσω κι αυτός ήταν ο λόγος που κουράστηκαν τόσο πολύ.

Με θέα την θάλασσα βέβαια βολεύτηκα καθισμένος πάνω στην κλούβα και μακάριζα αυτόν που την πέταξε, ή και να την ξέχασε ίσως, οπότε, άρχισα μετά από λίγο να φέρνω στην μνήμη μου αυτό που μου συνέβη την εποχή που σας είπα και ήρεμα πια αναπολούσα το περιστατικό που έζησα μαζί με κάποιον συνομήλικό μου, από λανθασμένη εκτίμηση απόστασης.

Υπολογίζοντας δηλαδή πολύ κοντινή, την θαλάσσια απόσταση από την Κρήνη της Καλαμαριάς, μέχρι την ακτή της Περρέας, επιχειρήσαμε να την κάνουμε κολυμπώντας οι δυό μας, αλλά από την κόπωση και τα κύματα που βγήκαν ξαφνικά να δυσκολέψουν τον σκοπό μας, από τα μέσα της διαδρομής μας επιστρέψαμε και στο παραπέντε γλυτώσαμε από βέβαιο πνιγμό.

Εκεί λοιπόν ήταν που γνώρισα στην πράξη και το σώζων εαυτό σωθήτο κι ο συνομήλικός μου ήταν αυτός που μου το δίδαξε, γιατί μου ζήτησε να χωριστούμε κι ακολουθώντας ξεχωριστή πορεία πια, όποιος κατάφερνε να σωθεί, ας σωζόταν, αφού όπως είπε, θα κρατούσε ο ένας τον άλλον από φόβο μη πνιγεί αν μέναμε κοντά και στην ίδια πορεία κι έτσι θα πνιγόμασταν και οι δύο.

Στεναχωρήθηκα με την απόφασή του είναι αλήθεια, αλλά εγώ έψαχνα να τον βρω όταν κατάφερα να βγω σε κάποιο κοντινό σημείο από όπου ξεκινήσαμε και ψάχνοντας αυτόν, εδώ που βρισκόμουν σήμερα τον εντόπισα, σωσμένο μεν, αλλά σε πολύ κακή κατάσταση, όπως και πολύ μακριά από την αφετηρία μας.

Αυτά αναπολώντας λοιπόν κι ενώ δεν υπήρχε ψυχή εκεί κοντά, έναν νεαρό είδα ξαφνικά να περπατά στην αμμουδιά, έχοντας σκυμμένο το κεφάλι του και με κάποιο νεύρο να κλωτσά προς την θάλασσα, τις πετρούλες που συναντούσαν τα βήματά του.

Μου φάνηκε σαν να έψαχνε κάτι με τον τρόπο που βάδιζε, γιατί πήγαινε κι ερχόταν και συνεχώς κλωτσούσε τις πέτρες, οπότε, αυτό υπολόγισα κι εγώ, ότι μάλλον κάτι έχασε κι επειδή δεν το βρίσκει, έβγαζε τον θυμό του πάνω στις πέτρες.

Πήγαινε δε κι ερχόταν σε μια απόσταση γύρο στα διακόσια μέτρα κι επειδή επανέλαβε αρκετές φορές την ίδια κίνηση, υποχρεώθηκα θα έλεγα κι εγώ να ξεχάσω τον λόγο που βρέθηκα σ’ εκείνο το σημείο, γι’ αυτό κι άρχισα να μελετώ της κινήσεις του νεαρού πια, που περνούσε μεν από μπροστά μου, αλλά και δεν με έβλεπε, αν και η απόσταση που μας χώριζε δεν ξεπερνούσε τα πέντε, ή έξη μέτρα.

Υπολογίζοντας στο τέλος, ότι μάλλον εκεί θα περπατούσε αυτός όλη την ημέρα, εξαιτίας του λόγου που κατηύθυνε τις ενέργειές του, αποφάσισα να τον καλημερίσω τουλάχιστον, μήπως και του χαλούσα τους άσκοπους λογισμούς του, γιατί όσο κι αν κλωτσούσε τις πέτρες προς την θάλασσα, τίποτε δεν θα εύρισκε.

Καλημέρα του φώναξα και κάπως χαρούμενα το έκαναν για να μη τον τρομάξω, αλλά κι αυτός, ξαφνιασμένος έψαχνε να βρει, ποιός ήταν μαζί του σ’ εκείνη την ερημική τοποθεσία και δεν τον πρόσεξε όταν ήρθε.

Εντοπίζοντάς με τελικά, με καλημέρισε βέβαια, αν και πολύ διστακτικά πρέπει να πω, απορώντας προφανώς για το πώς βρέθηκα κι εγώ εκεί. Χάλασε ωστόσο το πήγαινε έλα του και με την ίδια διστακτική διάθεση στο μυαλό του, πίεζε τον εαυτό του να με πλησιάσει.

Παρατηρώντας την όψη του προσώπου του κι εγώ μόλις ήρθε κοντά μου και στάθηκε όρθιος εκεί, αφού δεν υπήρχε τρόπος να καθίσει κάπου, δεν τον υπολόγιζα παραπάνω από τριάντα πέντε ετών, αλλά και πολύ καθαρά φαινόταν σ’ αυτό κι ο σκοτισμός που τον παίδευε.

Από αυτόν τουλάχιστον σκεπτόμενος να τον απαλλάξω αν μπορούσα, αμέσως του φανέρωσα τις σκέψεις που έκανα για τις δικές του κινήσεις. Ότι και να ψάχνεις στην άμμο παλικάρι, αποκλείετε να το βρεις κλωτσώντας τις πέτρες προς την θάλασσα. Καλά θα κάνεις να ηρεμίσεις πρώτα και μετά να θυμηθείς που είδες την τελευταία φορά αυτό που έχασες.

Όχι ρε θείο. Απάντησε αυτός αμέσως και χαμογελαστά μάλιστα. Τίποτε δεν έχασα και τίποτε δεν ψάχνω. Το μυαλό μου όμως κοντεύω να χάσω, γιατί δεν μπορώ να συνεννοηθώ σε τίποτε με την γυναίκα μου κι αυτός είναι ο λόγος που κλωτσώ τις πέτρες όπως είδες, μήπως και μου περάσει ο θυμός, γιατί δεν ξέρω τί να κάνω πια μαζί της.

Άσπρο λέω εγώ, μαύρο αυτή. Κακό της λέω είναι αυτό, όχι λέει αυτή, αφού όλοι το ίδιο κάνουν. Μα αν θελήσουν να βάλουν τέρμα στην ζωή τους αυτοί, το ίδιο θα κάνουμε κι εμείς; Και τα παιδιά μας; Άλλα θα τα λέω εγώ και άλλα θα τα λες εσύ; Δεν καταλαβαίνεις δηλαδή, ότι θα τα μουρλάνουμε με αυτήν την τακτική;

Τίποτε δεν θα πάθουν απαντάει αυτή. Μα τα παιδιά μας είναι μικρά. Αν δεν τα δώσουμε εμείς σωστό δρόμο να ακολουθούν, πώς θα βρουν μόνα τους, τί σωστό να κάνουν στην ζωή τους; Και πως θα πλάσουν μόνα τους έναν ανθεκτικό χαρακτήρα για τις δυσκολίες της ζωής που θα υποχρεωθούν να αντιμετωπίσουν;

Τέτοια που λες της λέω κι αυτή, βρίσκεται σ’ άλλον κόσμο. Όλη την ημέρα βρίσκεται στημένη μπροστά στον καθρέφτη και το μόνο που την νοιάζει, είναι πώς να παραμείνει όμορφη. Πέραν αυτού όμως, δεν θέλει να ξέρει τίποτε, αλλά και την δική μου υπομονή βάζει σε κίνδυνο.

Αν δεν αγαπούσα τα παιδιά μου, ειλικρινά σου λέω, ότι θα την παρατούσα και θα έφευγα. Τα παιδιά μας όμως σκέφτομαι και το τι θα γίνουν αυτά, αν μείνουν στα χέρια της. Αυτή δεν ξέρει, αλλά και δεν θέλει να ξέρει, τί σωστό πρέπει να κάνει σε κάθε περίπτωση κι όμως, σπρώχνει τα παιδιά μας προς στο πουθενά.

Καταλαβαίνεις τώρα καλέ μου άνθρωπε, γιατί κλωτσώ της πέτρες; Αυτό κάνω λοιπόν εδώ και πολύ καιρό και συνεχώς έρχομαι εδώ στην ερημιά να βγάλω τον θυμό μου, για να μη τον εκδηλώσω πάνω της.

Τόσα κι άλλα τόσα μου ανάφερε ο νεαρός στην συνέχεια και αλήθεια είναι ότι ένοιωσα το βάρος του άγχους που σήκωνε, αλλά και πουθενά δεν μπορούσα να τον βοηθήσω, αφού μόνος του έπρεπε να βρει την σωστή λύση στο δύσκολο οικογενειακό του πρόβλημα.

Συναισθανόμενος όμως την αγονία του, σκέφτηκα να του πω τελικά κάτι, για να μη φύγει κι από εμένα αβοήθητος, μετά από όσα μου φανέρωσε, οπότε, άρχισα να του αναφέρω τις σκέψεις που έκανα στο δικό μου μυαλό όσο αυτός μιλούσε, ελπίζοντας βέβαια, να του χρειαστούν κάπου.

Όπως βλέπεις νεαρέ μου, άγνωστοι ήμαστε μεταξύ μας και τυχαία βρεθήκαμε στο ίδιο σημείο και την ίδια ώρα. Ακούγοντας ωστόσο με πολύ προσοχή αυτά που μου ανάφερες, έχω να σου πω κι εγώ μερικές χρήσιμες για την περίπτωσή σου σκέψεις κι αν θέλεις τις ακούς, αν όχι, τις κρατώ για τον εαυτό μου.

Πριν από αυτές όμως, θα πρέπει να σου δώσω συγχαρητήρια, για την υπομονή που κάνεις και πνίγοντας τον δικό σου αντρικό εγωισμό, σκέφτεσαι πως να βοηθήσεις, αλλά και πως να φανείς χρήσιμος στα παιδιά σου και στην γυναίκα σου.

Για το δεύτερο που έχω να σε συγχαρώ, είναι για την υπομονή που κάνεις προς την ξεκάρφωτη κι εντελώς πρόχειρη όπως είπες συμπεριφορά της γυναίκα σου. Σε συγχαίρω ακόμη και για το ότι υπομένεις την δική σου υπομονή, αυτήν που κάνεις προς την γυναίκα σου κι όταν ακόμη βλέπεις, ότι καμιά μελλοντική δική της καλυτέρευση δεν φαίνεται στον ορίζοντα, γιατί όπως μου το δικαιολόγησες κι αυτό, έτσι είναι μαθημένη από τους γονείς της να συμπεριφέρεται.

Επειδή λοιπόν, η υπομονή ως δική σου ενέργεια είναι αυτή που σε αγχώνει, μόνον γι’ αυτήν έχω να σου πω κάτι, ώστε να γλυτώσεις τουλάχιστον από το δικό της βάρος, αφού για όλα τα υπόλοιπα που συμβαίνουν στην οικογένειά σου κι όντως είναι δύσκολα, τίποτε δεν μπορείς να διορθώσει από μόνος σου, όσο κι αν το προσπαθήσεις.

Άκουσε αυτά που θα σου πω γι’ αυτήν λοιπόν, όπως και για τον λόγο που την κάνουμε, ώστε να μη σου γίνεται βάρος όταν την χρησιμοποιείς, αλλά δρόμος ανοιχτός, όπως και βοήθεια, για οτιδήποτε σε προβληματίζει αρνητικά.

Κατά συνέπια, δεν κάνουμε υπομονή από βλακεία, ή από αδυναμία, ή από υποτέλεια προς τους ανθρώπους που προβληματίζουν την ζωή μας με τις ενέργειές τους, σαν να είμαστε θύματά τους.

Την κάνουμε με επίγνωση των υποχρεώσεών μας κι ως ικανοί να διαχειριστούμε τις δυσκολίες που η ζωή μας παρουσιάζει και λογικά δεχθήκαμε να τις αντιμετωπίζουμε για το καλό όλων μας.

Αν κι εσύ είσαι ικανός να διαχειριστείς τα προβλήματα της οικογένειά σου, που βέβαιος είμαι ότι μπορείς να το κάνεις, δεν έχεις κανέναν λόγο να θυμώνεις με αυτούς που έχεις γύρω σου, όπως και με οτιδήποτε προκαλούν αυτοί εν γνώση τους, ή εν αγνεία τους, ή από προχειρότητα στην συμπεριφορά τους.

Από την στιγμή δηλαδή που απέκτησες οικογένεια, εκ του νόμου θα λέγαμε είσαι υποχρεούσαι να υπομένεις την επάνοδο όλων των δικών σου προς το καλό αποτέλεσμα, εφόσον αυτοί δεν μπορούν μέχρι στιγμής να λειτουργήσουν σωστά, αν κι όφειλαν να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις τους.

Επειδή όμως η τακτοποίηση του εαυτού μας, δεν είναι μόνον δική μας δουλειά, αλλά και του Θεού να το κάνει, όταν βέβαια Του το αναθέσουμε αυτό, η προσωπική μας υπομονή, ως λογική συμμετοχή στα προβλήματα μας, θα πρέπει να στραφεί προς τον Θεό, γιατί Αυτός μόνον ξέρει πως να επαναφέρει κάποιον στην σωστή θέση και κανένας άλλος.

Εξ αυτού λοιπόν, μάθε να προσεύχεσαι από το να αγανακτείς ασκόπως και μάθε να βάζεις τον Θεό μπροστά από οτιδήποτε σε απασχολεί. Και να το κάνεις αυτό με κάθε ειλικρίνεια μάλιστα ώστε λογικά και υπομονετικά πια να περιμένεις το αποτέλεσμα που θα σου φέρει Αυτός κι όχι η γυναίκα σου, που μάλλον δεν έχει καμιά σχέση με την εκκλησία, γι’ αυτό και ζει ξεκάρφωτα.

Μαζί με αυτά δε, να βάλεις και κάτι άλλο στο μυαλό σου, ότι τίποτε δεν είναι δικό μας, ούτε καν ο εαυτός μας δηλαδή. Όλα λοιπόν, ο εαυτός μας, οι γυναίκες μας και τα παιδιά μας, όπως και όσα υπάρχουν γύρο μας και ανήκουν στην δικαιοδοσία μας κι όχι μόνον, όλα του Θεού είναι και σ’ Αυτόν ανήκουν.

Κι εμείς πρέπει να ξέρεις νεαρέ μου, δεν ήμαστε τίποτε άλλο, εκτός από απλοί διαχειριστές αυτών και το μόνο που πρέπει να μας ανησυχεί αν θέλεις, είναι αν είμαστε καλοί, ή κακοί διαχειριστές, της περιουσία του Θεού.

Οπότε. Αν πράγματι θέλουμε να ανήκουμε κι εμείς στα της δικής Του περιουσίας, για τίποτε δεν πρέπει να ανησυχούμε, αφού Αυτός θα κατευθύνει όπως ξέρει, τόσο εμάς, όπως και τα μέλη που ανήκουν στην οικογένειά μας.

Κατά συνέπια, φέρε τον εαυτό σου απέναντι στην υπομονή και δες την όπως της αξίζει, παλικαρίσια δηλαδή. Κι όχι ως υπομονετικό θύμα των περιστάσεων, γιατί τα θύματα δεν μπορούν να υπομείνουν τίποτε. Ανέχονται απλώς ως άβουλα όντα, αυτά που οι άλλοι αποφασίζουν αντί γι’ αυτούς.

Αν κατάλαβες τί σου είπα για την υπομονή, στρέψε τα μάτια σου προς τον Χριστό μας και υπέμεινε καρτερικά την εκδήλωση του δικού Του θελήματος. Κι αν έχεις κάποια σχέση με την εκκλησία, θα σου συνιστούσα να την αυξήσεις προκειμένου να πάρεις δύναμη από αυτήν, ώστε να κερδίσεις τους δικούς σου.

Να την επισκέπτεσαι συχνότερα τις Κυριακές δηλαδή κι αφού βρεις πνευματικό, σ’ αυτόν να εναποθέσεις τις αγονίες σου κι αυτός θα σου δείξει τι ακριβώς πρέπει να κάνεις, ώστε να απαλλαγείς από τις δικές σου περιττές μέριμνες, αφού αυτός και πάλι θα αναλάβει πως να σε οδηγήσει σωστά.

Κι ενώ του έλεγα αυτά, με χειρονομίες έκοψε τον λόγο μου ο νεαρός ενώ έλεγε. Να σε διακόψω κύριε; Πρέπει να σου πω, ότι έχω πνευματικό κι ότι αυτός μου είπε να κάνω υπομονή. Την κάνω βέβαια, αλλά και πολύ με κούρασε όπως σου είπα, γιατί δεν βλέπω αποτέλεσμα. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε που έχω απογοητευτεί από την συμπεριφορά της γυναίκας μου και τόσο πολύ ανησυχώ για την ακαταστασία που ζουν τα παιδιά μας.

Σταματώντας αυτός, πάλι πήρα τον λόγο. Βλέπεις; Θέλεις να έρθει το αποτέλεσμα τώρα κι όπως εσύ το σκέφτεσαι, γι’ αυτό και η υπομονή που κάνεις σου γίνεται βάρος, αλλά κι επειδή μόνος σου την κάνεις σε κουράζει αυτή.

Δεν έβαλες τον Θεό δηλαδή να συμμετέχει στο πρόβλημα σας. Γύρισε αλλιώς τις ενέργειές σου λοιπόν κι αφού βάλεις τον Χριστό μας μπροστά από τις επιθυμίες σου, τότε μόνον θα δεις το αποτέλεσμα που περιμένεις. Κατάλαβες;

Κατάλαβα είπε ο νεαρός και σαν να τελείωσε η κουβέντα μας εκεί, έτσι όπως εμφανίστηκε, έτσι ξαφνικά έφυγε χωρίς καν να με χαιρετίσει. Τον είδα βέβαια που μπήκε τρέχοντας στο ξέφραγο αγρόκτημα, αλλά δεν σηκώθηκα να δω προς τα που πήγε, όπως και για ποιόν λόγο έφυγε τόσο ξαφνικά.

Μετά από αυτό πάντως, άφησα κι εγώ την κλούβα που με ξεκούρασε στο ίδιο σημείο, μη τυχόν και την χρειαστεί κάποιος άλλος κουρασμένος κι όπως έπρεπε, ξεκίνησα την επιστροφή μου πια, μια και η ώρα πέρασε όπως έβλεπα στο κινητό μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *