Ο Σαουδάραβας με τα γαλανά μάτια

ΑΓΙΟΝ  ΟΡΟΣ 4 Ένας απλός υπάλληλος ήμουν εγώ ως εργαζόμενος στο ναυτιλιακό γραφείο, αλλά με τον έναν, ή με τον άλλον τρόπο, εμπλεκόμουν συνεχώς στις δουλειές, όσων ερχόταν εκεί να ζητήσουν λύση στα δικά τους προβλήματα, πότε ως πελάτες και πότε ως συνεργάτες μας.

 Παρασυρόμουν όπως καταλαβαίνετε από τα γεγονότα και έκανα πολλά γι’ αυτούς, στην προσπάθεια μου να τους φανώ κι εγώ χρήσιμος και όσο ήταν δυνατόν αυτό για μένα, συμμετείχα και ενεργά στην βοήθεια που μας ζητούσαν.

 Βοηθώντας αυτούς λοιπόν, ομολογώ ότι έκανα και πολλές προσπάθειες, ώστε μέσα από τις δικές τους επαγγελματικές ανησυχίες, να κάνω κάτι και για τον εαυτό μου.

 Και το μόνο που ήθελα στην προκειμένη περίπτωση, ήταν να φροντίσω και για την προσωπική μου επαγγελματική αποκατάσταση, αφού όντως το μπορούσα, όσο και αν ήξερα ότι επιδιώκοντας την, θα μου έβγαιναν πολλά εμπόδια.

 Αυτό επιχείρησα να κάνω και ένα πρωινό, λίγο πριν φύγω από το γραφείο για τις συνηθισμένες πρωινές μου εργασίες στο λιμάνι, όταν δεχτήκαμε την επίσκεψη ενός Σαουδάραβα.

 Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει αυτός τον λόγο που επισκέφτηκε το γραφείο μας και μάλιστα πρωί, πρωί, έλεγε εν ολίγοις στα Αγγλικά, απευθυνόμενος προς στο αφεντικό μας.

 – Ήρθα συστημένος σε σας από κάποιον φίλο μου και κοινό μας γνωστό από την Αίγυπτο, ο οποίος και σας παρακαλεί να με εξυπηρετήσετε εξ ονόματος του.

 Αφού άκουσε με προσοχή αυτός τα συμφραζόμενα του Σαουδάραβα, του υποσχέθηκε στην συνέχεια και στην ίδια γλώσσα, ότι θα τον εξυπηρετήσει βέβαια, αν πρωτίστως του δήλωνε το είδος της εξυπηρέτησης που ήθελε να του κάνουμε.

 Πήρε θάρρος ο επισκέπτης μας ακούγοντας την υπόσχεση του, γι’ αυτό και άρχισε να μας εκθέτει στα Αγγλικά πάντα, το πρόβλημα του.

 – Είμαι έμπορος ζώντων ζώων και ήρθα στην Ελλάδα με σκοπό να αγοράσω από εδώ, τριάντα χιλιάδες πρόβατα με μακριά ουρά. Αυτό που θέλω από σας είναι, να με βοηθήσετε ώστε να κάνω με τον καλύτερο τρόπο την δουλειά μου κι όσα χρήματα ζητήσετε για την μεσολάβηση σας, είμαι διατεθειμένος να σας τα καταβάλω.

 Άκουσε το αίτημα του το αφεντικό μου, όπως και την αναφορά που με τόση προσοχή του έκανε ο Σαουδάραβας κι επειδή καθόλου δεν τον ενδιέφερε, όπως και καθόλου δεν του άρεσε η ιδέα να ασχοληθεί με τα πρόβατα του επισκέπτης μας, τον κοιτούσε αδιάφορος.

 Θέλοντας και να τον ξεφορτωθεί μάλλον, του έλεγε μετά κάτι στα Γαλλικά, γιατί αυτά προτιμούσε αυτός να μιλάει όταν έπρεπε να πει κάτι σε όποιον το χρειαζόταν, αν και ήξερε πολύ καλά τα Αγγλικά.

 Δυσκολευόταν όμως ο άνθρωπος να καταλάβει τα δικά του Γαλλικά και επειδή κουράστηκε το υπέργηρο αφεντικό μου να επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια, άρχισε να χρησιμοποιεί και τα Αγγλικά του, οπότε κατάφερε τελικά να πει στον Σαουδάραβα, τα μισά στην μια και τα μισά στην άλλη γλώσσα.

 – Εμείς εδώ, είμαστε ναυτιλιακοί πράκτορες. Δεν ασχολούμαστε καθόλου με το εμπόριο και δεν είναι μέρος τις δουλειάς μας να σου βρούμε, τριάντα χιλιάδες πρόβατα που θέλεις να αγοράσεις. Καλά θα κάνεις λοιπόν, να απευθυνθείς σε ένα μαντρί.

  Κατάλαβε ο άνθρωπος, ότι τον έδιωχνε εν ολίγοις το αφεντικό μου, αλλά και τι μπορούσε να κάνει; Μια κοιτούσε εμένα λοιπόν και μια αυτόν, στην προσπάθεια του να βρει λύση στο πρόβλημα του, αφού από μας την περίμενε και αυτός ήταν ο λόγος που ακόμη μια φορά το προσπαθούσε.

 Τα έλεγε στα Αγγλικά αυτά που ήθελε να μας πει και το έκανε επιλεγμένα αυτό όπως το έβλεπα, προφανώς για να είναι σίγουρος ότι θα καταλάβαινε καλύτερα το υπέργηρο αφεντικό μου αυτά που άκουγε.

 – Ήρθα στην πόλη σας, γιατί εδώ με έστειλε ο κοινός μας γνωστός, ο οποίος και επέμενε μάλιστα να έρθω στο δικό σας γραφείο, γιατί μόνον εδώ θα εύρισκα λύση στο πρόβλημα μου. Εσείς τώρα; Γιατί με διώχνετε;

 Τον άκουσε το αφεντικό μου, αλλά και πάλι τον έκοψε λέγοντας του.

 – Ναι. Καλά έκανε ο φίλος σου και σε έστειλε εδώ. Έκανε όμως λάθος στο επάγγελμα μας. Εμείς είμαστε ναυτιλιακοί πράκτορες και δεν εμπορευόμαστε πρόβατα.

 Αυτά του έλεγε βαριεστημένα από έλλειψη ενδιαφέροντος για κάθε είδους δουλειάς, αλλά και από γεροντική αδιαφορία βέβαια. Αντιλαμβανόμενος την αδιαφορία του ο Σαουδάραβας, τον κοιτάει άφωνος και έβραζε μέσα στις σκέψεις του.

 Στεκόταν δε αμήχανος μπροστά του και μη ξέροντας τι να κάνει, κοιτούσε εμένα μέσα στην απόγνωση του. Διαβάζοντας κατά κάποιο τρόπο μέσα από τα μάτια του εγώ, τους λογισμούς που αυτός έκανε εκείνη την στιγμή μέσα του, όντως στεναχωρήθηκα για όσα σκεφτόταν.

 Και ούτε λίγο, ούτε πολύ, αυτό κατάλαβα ότι σκεπτόταν. << – Που να πάω τώρα; Πως θα βρω λύση στο πρόβλημα μου; Αφού από εδώ την περίμενα κι εδώ με έστειλαν; >>

 Τον λυπήθηκα έτσι που τον είδα να είναι προβληματισμένος, γι’ αυτό και είπα στο αφεντικό μου.

 – Πες του να έρθει το απόγευμα και τότε που θα έχω ελεύθερο χρόνο, ώστε να ασχοληθώ εγώ μαζί του. Δεν είναι σωστό να τον αφήσουμε να φύγει από εδώ αβοήθητος, αφού σε μας τον έστειλαν.

 Κοίταζε κι εμένα βαριεστημένα αυτός, αλλά και είπε στον επισκέπτη μας.

  – Έλα στις πέντε το απόγευμα και τότε που θα τελειώσει ο νεαρός από τις δουλειές του, οπότε και θα μπορέσει αυτός να σε βοηθήσει.

 Ανακουφίστηκε κάπως ο Σαουδάραβας και κάτι πήγε να πει, αλλά το μετάνιωσε. Πήρε την τσάντα του παραμάσχαλα στην συνέχεια και έφυγε, για να μην επιστρέψει ποτέ, γιατί όταν πήγα το απόγευμα στο γραφείο, δεν τον βρήκα να με περιμένει όπως του το ζήτησα.

  Μετά από τρεις μέρες όμως ήταν Κυριακή κι εγώ όπως πάντα, έκανα την συνηθισμένη πρωινή και μοναχική μου βόλτα στην παραλία της πόλης μας.

 Εκεί που βάδιζα λοιπόν, αισθάνθηκα να με τραβά κάποιος από το σακάκι, γι’ αυτό και περιορίζοντας τα βήματα μου, γύρισα να δω ποιος ήταν.

 Απόρησα όταν είδα τον Σαουδάραβα να με κρατά και πριν προλάβω να τον ρωτήσω εγώ κάτι, για τον λόγο που αυτός δεν ήρθε προχθές το απόγευμα στο γραφείο, μου απαντούσε.

 – Θύμωσα μ’ εκείνον τον παππού, γι’ αυτό και δεν ήρθα. Εσύ όμως; Πως μπορείς να με βοηθήσεις;

 Και πριν προλάβει να πάρει την απάντηση μου, με κάλεσε για καφέ. Αφού καθίσαμε σε κάποιο από τα καφέ της παραλίας, του ζήτησα να μου πει ποιος είναι, τι δουλειά κάνει, την ιστορία της ζωής του δηλαδή και μαζί με όλα αυτά να μου εξηγήσει, γιατί τα μάτια του ήταν γαλανά και γιατί δεν έμοιαζε και τόσο με Σαουδάραβα, όπως προχθές μας συστήθηκε.

 Γέλασε αυτός με τα ερωτήματα που του έθεσα, αλλά και στα γρήγορα μου έλεγε την ιστορία του.

 – Είμαι απόγονος των Ρωμαίων στρατιωτών, απ’ αυτούς που έμειναν εκεί από την Ρωμαϊκή ακόμη αυτοκρατορία, γι’ αυτό και τα μάτια μου είναι γαλανά ενώ το δέρμα μου έχει σκούρο χρώμα.

 Είναι πολλοί αυτοί που ζουν στην Σαουδική Αραβία και είναι σαν κι εμένα απόγονοι εκείνων των στρατιωτών και λογικά θα έπρεπε να το ξέρεις, αν πρόσεχες το μάθημα της ιστορίας που κάνατε στο σχολείο.

 Ωστόσο, έχω οικογένεια εκεί που ζώ, όπως και πολλές επιχειρήσεις. Η έδρα μου βρίσκετε στο Λίβανο βέβαια, αλλά ένα μέρος των επιχειρήσεων μου που ασχολείται με τα νωπά κρέατα, εδρεύει στην Σαουδική Αραβία, εκεί δηλαδή που οι άνθρωποι αγοράζουν για τις ανάγκες τους, μόνον ζωντανά πρόβατα και μάλιστα αυτά που έχουν μακριά ουρά.

 Η ουρά των προβάτων είναι ο καλύτερος μεζές γι’ αυτούς και αυτός είναι ο λόγος που ήρθα στην Ελλάδα, γιατί όπως και το πληροφορήθηκα αυτό, εσείς  έχετε εδώ τέτοια πρόβατα.

 Για τέτοια πρόβατα λοιπόν ενδιαφέρομαι και αν τα βρω αυτά όπως τα θέλω, τότε θα αγοράζω για τις ανάγκες της επιχείρησης μου, τριακόσιες χιλιάδες ζωντανά πρόβατα κάθε χρόνο.

 Αυτές τις μέρες που ήμουν εδώ, γύρισα παντού και σε όλες τις υπηρεσίες σας, αλλά κανείς δεν ήξερε να μου πει όπως και το αφεντικό σου, από που ν’ αρχίσω ψάχνοντας και που να βρω τα πρόβατα που χρειάζομαι.

 Αφού τελείωσε ο άνθρωπος με την διήγηση της ιστορίας του και αφού μου εξέθεσε και τους προβληματισμούς του, με κοίταζε μετά και περίμενε να του πω κι εγώ κάτι με την σειρά μου, για όσα άκουσα.

 Επειδή του όφειλα μια απάντηση, αλλά και επειδή όντως ήθελα να του φανώ χρήσιμος, του είπα όσο πιο κατατοπιστικά μπορούσα να το κάνω στα Αγγλικά και αυτά πάλι, όπως εγώ μπορούσα να τα πω.

 – Έκανες ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, χωρίς να έχεις όπως θα έπρεπε για έναν καλό και έμπειρο επιχειρηματία, τις σωστές πληροφορίες. Πριν πάρεις την απόφαση να έρθεις έως εδώ λοιπόν, έπρεπε να ξέρεις ότι εκτρέφουμε μεν εμείς πρόβατα, αλλά αυτά που διατίθενται στην αγορά μας προς βρώσιν, δεν φτάνουν να καλύψουν ούτε τις δικές μας ανάγκες.

 Μόνον για το Πάσχα που εμείς γιορτάζουμε και ήταν πριν από τρεις μήνες η γιορτή του, καταναλώσαμε τόσο πρόβιο κρέας κατά το έθιμο μας, που ξεπέρασε και το ενενήντα τοις εκατό της ετήσιας και συνολικής μας παραγωγής και επειδή δεν μπόρεσαν να καλυφθούν με αυτά οι ανάγκες μας, κάναμε όπως κάθε χρόνο για τον ίδιο λόγο κι εμείς εισαγωγή πρόβειου κρέατος, από άλλες χώρες.

 Εμάς βέβαια δεν μας ενδιαφέρουν οι ουρές, γι’ αυτό και τρώμε αυτά που μας φέρνουν εδώ οι εισαγωγείς μας από την Ρουμανία, την Πολωνία, και την Ουγγαρία.

 Τέτοια πρόβατα όμως, σαν αυτά που ζητάς με τις μακριές ουρές, τώρα πια μόνον στην Βουλγαρία μπορεί να βρεις και δεν ξέρω αν και αυτοί έχουν να σου δώσουν τόσα πολλά.

 Παλιότερα, διατηρούσαμε κι εμείς πολλά απ’ αυτά τα πρόβατα, αλλά λίγο που λιγόστεψαν τα βοσκοτόπια, λίγο που δεν θέλουν πια να τα συντηρούν οι νέοι κτηνοτρόφοι, είναι δύσκολο να τα βρει κανείς και μάλιστα στην ποσότητα που εσύ ζητάς.

 Θα μπορούσες πιθανόν να το καταφέρεις αυτό και να συγκεντρώσεις την ποσότητα που έχεις στο μυαλό σου, αν βέβαια μείνεις καιρό εδώ και για μερικούς μήνες θα έλεγα.

 Αν αρχίσεις να τα μαζεύεις αυτά λίγα, λίγα, ίσος και να μπορέσεις να τα καταφέρεις, πράγμα όμως που δεν το βλέπω να γίνεται.

 Άκουσε ο άνθρωπος αυτά που του είπα και αφού τα σκέφτηκε για λίγο μου είπε ευχαριστημένος.

 – Μου έδωσες τόσες πληροφορίες, που όντως δεν τις υπολόγιζα. Μου έδειξες και τι να κάνω με το πρόβλημα μου, γι’ αυτό και δεν ξέρω πως να σε ευχαριστήσω.

 Αφού μου είπε αυτά, σηκώθηκε μετά από την καρέκλα του και πρόσθεσε.

– Δεν μπορώ να μείνω εδώ τόσο καιρό που μου είπες και δεν έχω σκοπό να τα μαζεύω λίγα, λίγα.

 Ήρθα εδώ να τα πάρω ελπίζοντας να τα βρω εύκολα και μετά να φύγω. Αφού δεν έχει όμως εδώ πρόβατα με μακριές ουρές, θα πάω στην Βουλγαρία να τα βρω. Και όπως είπες, ίσως εκεί, να βρω τόσα πολλά.

 Αν όμως δεν βρω ούτε εκεί τέτοια, τότε θα πάω στην Ρουμανία προκειμένου να πάρω από εκεί τα δικά τους έστω και με κοντές ουρές.

 Σκέφτομαι όμως, το πως και με ποιόν τρόπο θα μπορέσω να μεταφέρω αυτά τα πρόβατα από την Βουλγαρία ή την Ρουμανία στην Βηρυτό.

 Εύλογο ήταν το ερώτημα του και σωστά τον απασχολούσε, γιατί και αυτό ήταν πολύ σοβαρό θέμα. Θέλοντας να του φανώ και πάλι χρήσιμος, του είπα κάτι που και σίγουρα δεν ήξερε.

 – Θα τα φέρεις εδώ και στο λιμάνι μας σιδηροδρομικώς. Το ίδιο κάνουν άλλωστε και αυτοί που ήρθαν από την Σαουδική Αραβία πριν από εσένα για τον ίδιο λόγο.

 Αυτοί πάντως, ξεκίνησαν πριν από ένα εξάμηνο να κάνουν αυτό, για το οποίο εσύ τώρα ψάχνεις και ακόμη το σκέφτεσαι.

 Αν καταφέρεις όμως και τα φέρεις εδώ, εμείς θα μπορέσουμε μετά να σου τα μεταφέρουμε με τα δικά μας καράβια, όπου θέλεις.

 Ευχαριστημένος ο άνθρωπος απ’ όσα άκουγε να του λέω, με χαιρέτισε μετά από λίγο και φεύγοντας από το σημείο που πίναμε τον καφέ μας, μου υποσχόταν λέγοντας.

 – Θα πάω να βρω τα πρόβατα που θέλω. Επιστρέφοντας όμως από όπου και αν τα βρω, σύντομα το ελπίζω, θα έρθω εδώ να σου ανακοινώσω τα αποτελέσματα των προσπαθειών μου.

 Είτε βρω πάντως αυτά που ψάχνω, είτε δεν τα βρω, εσένα θα σε χρειαστώ για συνεργάτη μου και να είσαι σίγουρος, ότι δεν θα χάσεις από αυτήν την συνεργασία.

 Αυτά μου υποσχέθηκε ο Σαουδάραβας με τα γαλανά μάτια πίνοντας καφέ και αμέσως μετά αφότου χωρίσαμε, κόλλησε στο μυαλό μου όπως ήταν αναμενόμενο, η υποσχόμενη μελλοντική μας συνεργασία.

 Αυτήν πια την συνεργασία, την περίμενα μετά φανών και λαμπάδων μαζί με την δική του επιστροφή και δεν σας κρύβω ότι έκανα πολλά όνειρα μέχρι να τους δω να έρχονται μαζί και συντόμως όπως μου το υποσχέθηκε.

 Ωστόσο, στο ναυτιλιακό μας γραφείο όλα κυλούσαν ομαλά, γι’ αυτό και οι μέρες μας περνούσαν σύμφωνα με το καθημερινό μας πρόγραμμα. Την συμπεριφορά της τρελής και εξηνταπεντάχρονης όσο και ανύπαντρης κόρης του αφεντικού μας την είχαμε συνηθίσει πια, γι’ αυτό και την εντάξαμε στα καλώς κακός κείμενα.

 Τα συνηθισμένα της τα ξέραμε και όπως ήταν λογικό αυτό για μένα, καθόλου δεν ανησυχούσα, για το τι έκανε αυτή εκείνα τα χρήματα που έπαιρνε μέρα παρά μέρα μέσα από το γεμάτο χρηματοκιβώτιό τους.

 Ανησύχησα όμως με κάτι καινούργιο που μας παρουσίασε και αυτό όχι μόνον δεν μπορούσα να το δικαιολογήσω, αλλά και όντως πολύ με προβλημάτισε, γιατί είχε επιπτώσεις στην δική μου ζωή.

 Το νέο που μας προέκυψε λοιπόν, ήταν ότι ζήτησε για δεύτερη φορά από τον πατέρα της, να της πάω εγώ ένα πρωινό στο σπίτι της, το γιαουρτάκι που της έλειπε.

 Την πρώτη φορά που μου το ζήτησε της το πήγα βέβαια, αλλά και το θεώρησα τυχαίο. Όταν όμως μου το ζήτησε για δεύτερη φορά αυτός και επέμενε να το κάνω, τα έχασα. Και τα έχασα, γιατί όπως σας το είπα, είχα να κάνω πλέον πολλές δουλειές στο λιμάνι μ’ εκείνες τις νταλίκες, που αν τις εμπιστευόμουν σε πέντε ανθρώπους, χωρίς υπερβολή τίποτε δεν θα μπορούσαν να κάνουν σε μια μέρα.

 Αυτά έχοντας στο μυαλό μου, έλεγα στο υπέργηρο αφεντικό μου για την παράλογη απαίτηση της τρελής κόρης του.

 – Εγώ καίγομαι σήμερα, σκεπτόμενος το που θα βρω χρόνο προκειμένου να διεκπεραιώσω τις φορτοεκφορτώσεις που πρέπει να κάνω σε είκοσι νταλίκες κι εσύ μου ζητάς να σταματήσω την δουλειά μου, για να πάω στην κόρη σου ένα γιαουρτάκι από το γαλακτοπωλείο που είναι δίπλα μας, την στιγμή που ξέρεις ότι υπάρχει κάτω από το σπίτι της γαλακτοπωλείο;

 Το σκέφτηκε για λίγο αυτός, αλλά υποκύπτοντας με το γεροντικό του το μυαλό στην απαίτηση της κόρης του, μου έλεγε.

 – Τι να κάνω βρε παιδί μου; Μου είπε ότι αυτό το γιαούρτι της αρέσει περισσότερο και ότι είναι κάπως αδιάθετη. Η αδιαθεσία της λοιπόν, δεν της επιτρέπει να βγει έξω από το σπίτι της σήμερα, γι’ αυτό κάνε τον κόπο και πήγαινε της ένα γιαουρτάκι.

 Να της το πάω σκεπτόμουν, αλλά πήγαινε έλα στο σπίτι της θα μου έτρωγε παραπάνω από μισή ώρα, την οποία χρειαζόμουν εκείνο το πρωινό όπως και τα προηγούμενα δηλαδή, γι’ αυτό και δεν ήθελα να το κάνω.

Ήταν και ένα άλλος λόγος όμως που δεν ήθελα εγώ να βρεθώ στο σπίτι της, γιατί εκείνο το διάστημα με είχε βάλει στο μάτι αυτή και με το γέρικο χαμόγελο της, προσπαθούσε να μου φανεί πολύ ευχάριστη.

 Μέχρι και καφέ ήρθε να πιεί μαζί μου ένα πρωινό, προφασιζόμενη ότι της άρεσε να κουβεντιάζει μαζί μου. Εγώ βέβαια κατάλαβα που το πήγαινε και έκανα το κοροΐδο για όσα γέρικα υπονοούμενα μου πετούσε.

 Αυτά έχοντας στο μυαλό μου, προσπάθησα ακόμη μια φορά να αποφύγω εκείνο το κακό συναπάντημα και αυτό με έκανε να πω στο αφεντικό μου.

 – Παραμύθια. Άλλο έχει κατά νου της αυτή. Και όπως φαίνεται, δεν θα  γλυτώσω από την παθιασμένη και εγωιστική της επιθυμία. Θα με υποχρεώσει έμμεσα, να βρεθώ στο σπίτι της.

 Τίποτε απ’ όσα του έλεγα δεν καταλάβαινε αυτός, γι’ αυτό και επέμενε να με πιέζει.

 – Πήγαινε της βρε παιδί μου ένα γιαουρτάκι και άφησε τα πολλά λόγια, γιατί όπως είπες, έχεις πολύ δουλειά σήμερα.

 Για να ξεμπερδεύω λοιπόν μ’ αυτόν και την τρελή του κόρη, της το πήγα τελικά το γιαουρτάκι. Μόλις με είδε αυτή στην πόρτα της, θυμήθηκε ότι πριν από σαράντα χρόνια ήταν νέα. Και σαν νέα, κάτι έβαζε με το μυαλό της, γι’ αυτό και με πήρε με το καλό.

 – Κάθισε λίγο βρε παιδί μου να σε δούμε. Όλο βιαστικός είσαι.

 Τι να της έλεγα λοιπόν για τα καμώματα της και προπαντός τι καλό θα μπορούσα να πω εγώ εικοσιδύο ετών νεαρός με την γιαγιά μου; Γιαγιά ήταν αυτή και το έπαιζε νεαρά καθότι ελεύθερη από υποχρεώσεις. Για να μην χάσω την δουλειά μου όμως από κάποια δική μου κακή συμπεριφορά απέναντι στην δική της άσχημη επιθυμία, της είπα κάτι στα γρήγορα και έφυγα.

 – Δεν έχω καθόλου χρόνο στην διάθεση μου. Πρέπει να φύγω γιατί με περιμένουν πολλές δουλειές σήμερα.

 Αυτά της είπα και έφυγα τρέχοντας από το σπίτι της να προλάβω όσα με περίμεναν στο λιμάνι όπως είπα, αλλά και για να γλιτώσω τον εαυτό μου απ’ όσα έβαζε εκείνη η γριά γυναίκα στο μυαλό της να κάνει μαζί μου.

 Πήγα λοιπόν στην δουλειά μου και εκεί έπεσα με τα μούτρα όπως κάθε μέρα, προκειμένου να ανταπεξέλθω σωστά της υποχρεώσεις μου και δεν σας κρύβω, ότι εξ αιτίας της συμπεριφοράς της αφεντικίνας μου, ήμουν πλέον πολύ προβληματισμένος.

 Και με το δίκαιο μου ήμουν προβληματισμένος, αφού αυτή ήθελε απλώς και μόνον να διασκεδάσει την γέρικη μοναξιά της, παρέα με ένα νεαρό, τότε που εγώ ήθελα να διεκδικήσω μια καλύτερη θέση στο γραφείο της ως εργαζόμενος, ποντάροντας στις πολλές δυνατότητες μου.

 Αν λοιπόν απέφευγα φανερά να της προσφέρω έστω και για λίγο αυτό που από μακριά φαινόταν ότι μου ζητούσε, κινδύνευα απορρίπτοντας την, να βρεθώ εκτός εργασίας.

 Και αν πάλι έκανα πως ενέδιδα στις επιθυμίες της, έστω και για μια φορά, ελπίζοντας ότι έτσι θα αναβαθμιζόταν η υπαλληλική μου σχέση στο γραφείο της, ήταν σίγουρο ότι θα ήταν μόνο για μία φορά;

 Και αν πάλι νόμιζε αυτή, ότι με την θέληση μου ακολουθούσα τις γέρικες επιθυμίες της, πώς θα γλίτωνα τον εαυτό μου από ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Αυτά λοιπόν σκεπτόμενος, δεν ήξερα πλέον πώς να διαφυλάξω την θέση που είδη κατείχα στο γραφείο της. Ελεύθερος όμως ακόμη από τους κακούς συμβιβασμούς που επεδίωκε να με εμπλέξει η σιτεμένη και εξηνταπεντάχρονη κόρη του αφεντικού μου, εξετέλεσα και πάλι επαρκώς τις υποχρεώσεις μου εκείνης της ημέρας.

 Όταν πια το απόγευμα επέστρεψα στο γραφείο, σκέφτηκα να αναφέρω στον υπέργηρο πατέρα της, τις κρυφές της επιθυμίες όπως και την δική μου αντίσταση βεβαίως, αλλά τίποτε δεν του είπα για όσα ετοίμαζε για μένα η κόρη του.

 Και δεν του είπα τίποτε, γιατί σεβόμενος την ηλικία του τουλάχιστον, δεν ήθελα να τον στεναχωρήσω. Έβαζα όμως και με το μυαλό μου το ενδεχόμενο να έκανα λάθος στην εκτίμηση μου, όπως και το ενδεχόμενο να το ξεχάσει αυτή, ή να με θεωρήσει ανώριμο για τέτοια παιχνίδια, οπότε και θα γλίτωνα από όσα φοβόμουν μη μου συμβούν.

Άφησα λοιπόν το πράγμα να εξελιχθεί όπως η αφεντικίνα μου θα ήθελε να το κάνει, ενώ εγώ παρίστανα τον αδιάφορο και αυτόν που από φυσικού του δεν μπορεί να καταλάβει τι γίνεται γύρω του και έτσι περίμενα με υπομονή την τρίτη ενδεχομένως παρενόχληση.

 Στο τέλος όμως εκείνης της εβδομάδας, επέστρεψε όπως το υποσχέθηκε ο Σαουδάραβας από το ταξίδι του στην Ρουμανία και όπως ήταν επόμενο, ήρθε πρωί, πρωί, στο γραφείο μας.

 Αφού μιλήσαμε για λίγο εκεί οι δύο μας, ζήτησε στην συνέχεια από τον ηλικιωμένο υπάλληλο να μάθει, ποιο θα ήταν το κόστος μεταφοράς από Θεσσαλονίκη έως και την Βηρυτό, για πέντε χιλιάδες πρόβατα την εβδομάδα, δεδομένου ότι βρήκε στην Ρουμανία αυτά που ζητούσε και με τον ρυθμό μάλιστα που μας ανέφερε.

 Αφού έψαχναν ολόκληρη εκείνη την ημέρα οι δύο τους, αλλά και τις υπόλοιπες μέρες μέχρι και την επόμενη εβδομάδα, το σε ποιο κόστος θα καταλήξουν τελικά, διαπίστωσε απογοητευμένος ο Σαουδάραβας, ότι δεν ήταν δυνατόν να κάνει αυτήν την δουλειά.

 Και δεν ήταν δυνατόν να την κάνει, γιατί το κόστος μεταφοράς που του προέκυπτε, επιβάρυνε τόσο πολύ ανά κιλό το πρόβιο κρέας που αυτός διέθετε, ώστε να μην μπορεί να γίνει ανταγωνιστικός στην αγορά τους.

 Απογοητευμένος λοιπόν ο Σαουδάραβας φυσούσε και ξεφυσούσε μη μπορώντας να ξεπεράσει το πρόβλημα που του παρουσιάστηκε, γι’ αυτό και μου ζήτησε να πάω μαζί του για ένα ποτό το απόγευμα, έτσι ώστε να ξεδώσει κάπως.

 Με την άδεια του αφεντικού μου λοιπόν, αφού αυτός δεν ενδιαφερόταν καθόλου γι’ αυτήν την δουλειά και όπως είπα ήθελε να τον ξεφορτωθεί, πήγα όντως και τον συνάντησα στο σημείο του ραντεβού μας.

 Κουβεντιάζοντας οι δύο μας εκεί, του εξήγησα λέγοντας.

 – Το δικό μας γραφείο, δεν έχει στην διάθεση του κανένα ειδικό και έτσι διαμορφωμένο καράβι που να μπορεί να μεταφέρει ζωντανά ζώα.

 Σκεπτόμενοι λοιπόν το ενδεχόμενο να πάρουμε την δική σου δουλειά, πρέπει να διαμορφώσουμε από την αρχή ένα καράβι προκειμένου να το κάνουμε ζωάδικο, μετατρέποντας την πρότερη του δομή.

 Τα έξοδα όμως που προκύπτουν απ’ αυτήν την αλλαγή, αναγκαστικά τα φορτώνεται το κόστος μεταφοράς, γι’ αυτό και γίνεται πολλαπλάσιο αυτού που ήδη κυκλοφορεί στην αγορά μας.

 Δυστυχώς λοιπόν για σένα, αλλά και για το γραφείο μας, όσο και αν ψάξαμε παντού μέσα στην Μεσόγειο, πουθενά δεν μπορέσαμε να βρούμε ελεύθερο από ναύλο ένα έτοιμο καράβι, προκειμένου να το διαθέσουμε  για τις δικές σου ανάγκες.

 Γι’ αυτό, δύο λύσεις έχεις στην διάθεση σου αυτήν την στιγμή. Ή που θα πρέπει να ξεχάσεις αυτήν την δουλειά. Ή που θα πρέπει να περιμένεις την ημέρα που θα βρούμε ένα καράβι ελεύθερο να σου διαθέσουμε.

  Άκουγε ο Σαουδάραβας αυτά που του έλεγα και κάθε τόσο ξεφυσούσε σαν ατμομηχανή ευρισκόμενη σε αναμονή, γιατί και την δουλειά του ήθελε και πίσω δεν σκεφτόταν να κάνει.

 Έπρεπε λοιπόν να βρει πάση θησεία μικρότερο κόστος μεταφοράς, αφού όπως και το δήλωνε αυτό, ήθελε να μπει δυναμικά στην αγορά τους. Μαζί μ’ αυτόν όμως, σκεπτόμουν κι εγώ για το πώς και που θα βρει αυτός την λύση που ζητούσε και του χρειαζόταν, γι’ αυτό και επιστράτευσα όσα ήξερα για την δική του δουλειά, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο δικός του σκοπός.

 Τρέχοντας καθημερνά μέσα στο λιμάνι για τις δικές μου δουλειές, παρακολουθούσα κατ’ ανάγκην και αυτές που γινόταν γύρω μου, εξαιτίας  των οποίων και έμαθα πολλά από πολλές δουλειές όπως και απ’ αυτήν που αφορούσε την μεταφορά ζώντων ζώων.

 Αυτά βέβαια που έμαθα εγώ εκεί παράλληλα με την δική μου δουλειά, δεν θα μπορούσε να τα μάθει, ή να τα ξέρει ο Σαουδάραβας, όσο και αν τα έψαχνε, όσο και αν τα πλήρωνε, όσο και αν του χρειαζόταν.

 Βλέποντας τον λοιπόν να είναι όντως και τόσο πολύ προβληματισμένος εκείνο το απόγευμα και να μετρά και να ξαναμετρά το μεγάλο κόστος  μεταφοράς που του προέκυπτε, του έλεγα συμμετέχοντας στο πρόβλημα του.

 – Μην ταλαιπωρείσαι άδικα. Όπως μου είπες, έχεις πολλά λεφτά και σ’ ενδιαφέρει πολύ αυτή η δουλειά. Αφού έχεις αυτή την δυνατότητα, γιατί δεν κάνεις κάτι άλλο που και πολύ πιο απλό είναι, αλλά και πολύ πιο αποτελεσματικό συγχρόνως;

Αντί να πληρώνεις αυτά τα υπέρογκα κόμιστρα που σου ζητούν οι πλοιοκτήτες, δεν είναι πιο αποδοτικό να αγοράσεις με τα χρήματα του ενός και μόνο ναύλου που σου ζητούν αυτοί, όχι ένα, αλλά δύο πεπαλαιωμένα καράβια, τα οποία να διαμορφώσεις εσύ σε ζωάδικα;

 Διαθέτοντας δικά σου μέσα μεταφοράς, θα γίνεις όχι μόνον αυτάρκης αλλά και ανεξάρτητος όπως καταλαβαίνεις και έτσι, θα είσαι πολύ καλύτερα σε σχέση με τους ανταγωνιστές σου, αφού αυτοί θα πληρώνουν μονίμως κόμιστρα στους πλοιοκτήτες για την μεταφορά των ζώων τους.

 Σε πληροφορώ δε, ότι μέχρι και αυτήν την στιγμή τουλάχιστον, κανείς από τους ανταγωνιστές σου δεν διαθέτει αυτήν την καινοτομία. Αυτοί πληρώνουν και θα πληρώνουν ες αεί έστω και λιγότερα κόμιστρα από αυτά που ζήτησαν σήμερα από εσένα οι πλοιοκτήτες.

 Επίτηδες βέβαια αύξησαν αυτοί τα δικά σου κόμιστρα ελπίζοντας ότι θα τα αποδεχτείς, εφόσον πολύ καλά ξέρουν, ότι δεν υπάρχουν άλλα  διαθέσιμα ζωάδικα καράβια στην αγορά, όπως και πολύ καλά κατάλαβαν, ότι όντως θέλεις να κάνεις την δουλειά που δρομολόγησες.

 Στην δική σου συναίνεση λοιπόν αποσκοπώντας αυτοί, είναι σίγουρο ότι θα αλλάξουν την συμφωνία που έχουν με τους ανταγωνιστές σου, όταν λήξει το συμβόλαιο τους, ώστε να ζητήσουν και απ’ αυτούς στην συνέχεια ισόποση με την δική σου οικονομική μεταχείριση, με στόχο όπως πάντα, το να αυξήσουν αυτοί τα δικά τους έσοδα.

 Μόλις άκουσε ο Σαουδάραβας αυτά που του ανακοίνωσα, σηκώθηκε όρθιος και αφού με κοίταξε καλά, καλά, είπε με στόμφο.

 – Ξέρεις τι μου είπες τώρα; Αύριο κιόλας θα πάω σε ένα φίλο μου στην Μάλτα, ο οποίος και μου πρότεινε προ καιρού να αγοράσω τα καράβια του, πράγμα βέβαια που τότε δεν το έδωσα και τόσο σημασία.

 Να όμως που τώρα κατάλαβα, ότι έκανα λάθος. Θα πάω να τον βρω λοιπόν και σε μια εβδομάδα από τώρα θα επιστρέψω. Και όπως σου είπα την προηγούμενη φορά, ετοιμάσου για πολλές δουλειές.

 Επειδή όμως εσύ σκέφτεσαι, εγώ πολύ σε χρειάζομαι. Γι’ αυτό λοιπόν, κοίταξε να μη χαθείς και να είσαι εδώ όταν έρθω. Θα σε κάνω χρυσό από πάνω μέχρι κάτω.

 Αυτά είπε ο Σαουδάραβας και πάλι κάθισε δίπλα μου. Έτσι όπως ήταν όμως ενθουσιασμένος από την λύση που δόθηκε, δεν ήξερε πως να δείξει την χαρά του.

 Έφυγε ωστόσο το επόμενο πρωί όπως είπε, και έφυγε υποσχόμενος ότι θα επιστρέψει αμέσως από την Μάλτα, αφού ήταν σίγουρος ότι θα του έδινε τα καράβια ο φίλος του.

 Είχε και άλλο λόγο που τον πίεζε να επιστρέψει σύντομα από την Μάλτα, γιατί έπρεπε να πάει και στη Ρουμανία, προκειμένου να δέσει εκεί με οριστικά συμβόλαια τους Ρουμάνους, για όσα συμφώνησε προφορικά μαζί  τους κατά στην πρώτη του επίσκεψη.

 Ωστόσο όμως, πέρασαν πολλές εβδομάδες και δεν επέστρεψε ποτέ από την Μάλτα αυτός. Όσο και αν τον περίμενα εγώ με αγωνία, αυτός ποτέ δεν εμφανίστηκε.

 Μετά από τρεις μήνες όμως, ήρθε στο λιμάνι ένας Λιβανέζος καπετάνιος με το καράβι του, ο οποίος ήταν κοινός γνωστός μας και γνώριζε πολύ καλά τον Σαουδάραβα.

 Απ’ αυτόν λοιπόν πληροφορήθηκα, ότι μετά από την Μάλτα πήγε στον Λίβανο για κάποιον λόγο ο Σαουδάραβας και ότι μάλλον σκοτώθηκε εκεί σε κάποιο αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Όπως καταλαβαίνεται λοιπόν, μετά από όσα έμαθα, έπαψα να τον περιμένω.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *