Ο τσιφούτης και τα φαινόμενα

mixail-150x1501Από τις απογευματινές ώρες και κάθε μέρα εκείνου του καλοκαιριού και μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της επομένης, μου ανέθετε ο πατέρας μου την φροντίδα της παγωτομηχανής που είχαμε έξω από το μαγαζί και όπως ήταν αναγκαίο αυτό, η παγωτομηχανή μας στηριζόταν στην δεξιά πλευρά της τζαμαρίας του καταστήματος, αφού αυτή ήταν η σταθερή πλευρά της.

 Την είχαμε στο πεζοδρόμιο και έξω από το μαγαζί μας αυτήν και εκεί ετοίμαζα το παγωτό, αυτό δηλαδή που πουλούσα στους περαστικούς, πότε σε χωνάκια και πότε σε κύπελλα αν ήθελαν.

 Ποτέ δεν σταματούσαν να περνούν πεζοί από εκείνο το πεζοδρόμιο, αφού λίγο πιο κάτω υπήρχε ένας κινηματογράφος που άνοιγε στις επτά το πρωί και έκλεινε στις μία, το άλλο πρωί. Είτε μπαίνοντας, είτε βγαίνοντας οι άνθρωποι από τον κινηματογράφο, περνούσαν μπροστά από το μαγαζί μας και όταν έβλεπαν την παγωτομηχανή στο πεζοδρόμιο, δεν μπορούσαν παρά να ζητήσουν ένα παγωτό σε χωνάκι, ή σε κύπελλο και όπως ήταν φυσικό αυτό, κάποιος έπρεπε να τους εξυπηρετήσει.

 Αφού ανέλαβα να εξυπηρετώ εγώ εκείνους τους πελάτες, ήμουν υποχρεωμένος όπως  καταλαβαίνετε, όχι μόνον να τους ετοιμάζω το παγωτό συνεχώς, αλλά και να τους το διαθέτω βεβαίως, έστω και αν χρειαζόταν να περιμένω γι’ αυτό το σκοπό, μέχρι που να γίνει μία το πρωί, την ώρα δηλαδή που έβγαιναν αυτοί από την τελευταία προβολή του κινηματογράφου.

 Μερικές φορές και όταν είχαμε πολλή δουλειά στο μαγαζί λόγο ζέστης, πήγαινα και τις πρωινές ώρες να κάνω το ίδιο, γι’ αυτό και από πολύ νωρίς το πρωί ετοίμαζα το παγωτό. Ένα τέτοιο πρωινό λοιπόν, πέρασε και ένας φτωχός άνθρωπος μπροστά από το κατάστημα μας και όπως έκαναν και οι περισσότεροι από τους περαστικούς, στάθηκε και αυτός για λίγο μπροστά στη παγωτομηχανή. Την κοίταξε για λίγο σαν να σκεφτόταν κάτι και αμέσως μετά, πήγε να καθίσει κάτω και στην άκρη του πεζοδρομίου, έχοντας τα πόδια του στον δρόμο.

 Έτσι όπως τον έβλεπα, έδειχνε πιο πολύ με κουρελή αυτός παρά με φτωχό και όπως το παρατήρησα, είχε στο παντελόνι του ένα σχοινί αντί για ζώνη. Έτσι δε που καθόταν ο φουκαράς, έχοντας τα δύο του πόδια στον δρόμο, έτρωγε στριμωγμένος εκεί και μόνος, το ψωμί που κρατούσε και λίγες ελιές που προφανώς του έδωσε κάποιος, αφού στην χούφτα του τις είχε.

 Τον λυπήθηκα έτσι όπως τον είδα και ανησύχησα μάλιστα γι’ αυτόν, μη τυχόν και του πατήσει τα πόδια κάποιο από τα λιγοστά έστω διερχόμενα αυτοκίνητα της εποχής που αναφέρομαι. Αυτόν σκεπτόμενος λοιπόν, είπα μέσα μου.

 – Τι να κάνει ο φουκαράς; Πως να πάει στο εστιατόριο έτσι που είναι; Και αν πάλι κάνει πως πάει εκεί, θα τον πετάξουν αμέσως έξω.

 Έφαγε ωσττόσο το ψωμί και τις ελιές του ο άνθρωπος και όπως ήταν επόμενο, δίψασε αφού αυτές ήταν αλμυρές, γι’ αυτό και κάπως ευγενικά βέβαια, μου ζήτησε να του δώσω λίγο νερό αν ήθελα.

 Δεν μπορούσα να του το αρνηθώ αυτό, γι’ αυτό και του έφερα μέσα από το μαγαζί ένα ποτήρι με νερό να δροσιστεί και μαζί με το νερό, σκέφτηκα να τον ρωτήσω, αν θέλει να του δώσω και ένα χωνάκι παγωτό.

 Με πρόλαβε όμως αυτός και αφού με ευχαρίστησε πρώτα για το νερό που του έδωσα, μου είπε μετά κάτι στα γρήγορα και αυτό καθόλου δεν μου άρεσε.

 – Δεν μου δίνεις ρε παιδί και λίγο παγωτό;

 Ο τρόπος που το ζήτησε ήταν αυτό που δεν μου άρεσε, αλλά επειδή ήδη αποφάσισα να του δώσω ένα χωνάκι, όντως του το προσέφερα, χωρίς να του πω τίποτε για την συμπεριφορά του. Και τι να του έλεγα άλλωστε εκείνου του κουρελή, αφού ο τρόπος που ζούσε, δεν μπορούσε να τον παρουσιάζει ευγενικό, όσο κι αν το ήθελε από μέσα του.

 Αυτοί που έχουν τον χρόνο, όπως και τον τρόπο, να είναι όσο ευγενικοί επιβάλλεται να είναι, λόγο της μόρφωσής τους, δεν μπορούν να αποδώσουν την ευγένεια, που σπούδασαν να προσφέρουν, στους συνανθρώπους τους, μπορούσα να την απαιτήσω εγώ από εκείνον τον κουρελή, που μετά βίας ζούσε σαν άνθρωπος;

 Έτρωγε λοιπόν αυτός το παγωτό που του έδωσα και ενώ το έτρωγε αυτό κάπως βιαστικά, κοιτούσε συνεχώς, μια προς το ένα και μια προς το άλλο πεζοδρόμιο της ανατολικής πλευράς του δρόμου που βρισκόμασταν.

 Δεν μπορούσα να ξέρω τον λόγο που το έκανε, αλλά και τι με ενδιέφερε, γι’ αυτό και τον άφησα να κάνει ότι ήθελε, αφού έτσι του άρεσε. Ο πατέρας μου όμως που ήταν μέσα στο μαγαζί και από εκεί παρακολουθούσε τα δρώμενα, βγήκε έξω και ούτε λίγο ούτε πολύ, ήρθε κοντά μου και μου έκανε πολλές παρατηρήσεις.

 – Τι νομίζεις ότι κάνεις; Ποιόν παριστάνεις λοιπόν με τις ενέργειές σου;

 Και ενώ αυτός μου έλεγε τέτοια, εγώ σκεφτόμουν ότι κανένα κακό δεν έκανα εκεί έξω που να τον προσβάλει, γι’ αυτό και απορούσα, όπως και στεναχωρήθηκα με την συμπεριφορά του.

 Πιο πολύ όμως στεναχωρήθηκα για τον φτωχό άνθρωπο, που άκουγε και αυτός χωρίς να φταίει τις φωνές του πατέρα μου. Για κανένα λόγο δεν ήθελα να ακούσει εκείνες τις φωνές, μη τυχόν και βάλει με το μυαλό του ο άνθρωπος, ότι μαλώνουν εμένα για το παγωτό που του έδωσα και εξαιτίας αυτού, πληγωθεί η αξιοπρέπεια του.

 Επαληθεύοντας όμως αυτός τους φόβους μου, σηκώθηκε σαν ελατήριο από την θέση του και έφυγε τρέχοντας σχεδόν από εκεί μόλις εμφανίστηκε ο πατέρας μου στο πεζοδρόμιο.

 Πολύ με πείραξε το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του πατέρα μου, γι’ αυτό και τον παρατήρησα εγώ πλέον.

 – Με ένα χωνάκι παγωτό λιγότερο, δεν θα πέσουμε έξω. Γιατί λοιπόν το κάνεις θέμα και δεν σκέφτεσαι την φτώχεια αυτού του φουκαρά;

 – Να του έδινες δύο και τρία ακόμη αν ήταν φτωχός, απάντησε αρκετά ενοχλημένος ο πατέρας μου. Αυτός όμως δεν είναι φτωχός. Τσιφούταρος είναι και από το Βαρδάρη μέχρι και την Κολόμβου στην Εγνατία οδό, όλα τα καταστήματα δεξιά και αριστερά του δρόμου δικά του είναι.

 Για να εισπράξει τα ενοίκια ήρθε σήμερα εδώ. Δεν πρόσεξες εσύ που όλα τα προσέχεις, πόσο φουσκωμένες ήταν οι τσέπες του; Βλέπεις όμως πως ζει; Φοράει παλιόρουχα και δένει με σκοινί το παντελόνι αντί για ζώνη. Ενώ λοιπόν αυτός έχει να δώσει σε όλους εμάς, που μπροστά του εμείς ήμαστε φτωχοί και ενώ μπορεί να πάει σαν άνθρωπος και με αξιοπρέπεια να φάει σε όποιο εστιατόριο θέλει αφού έχει χρήματα και δεν πεινάει, αυτός ζητιανεύει όπως είδες και τρώει από τσιγκουνιά ελιές και ψωμί στο πεζοδρόμιο. Σαν χαζός όμως εσύ, ξεγελάστηκες από την εμφάνισή του και του έδωσες να πιει νερό, του έδωσες και παγωτό. Κατάλαβες τώρα γιατί σου έκανα παρατήρηση; Πρόσεχε λοιπόν πολύ πριν κάνεις αυτό που θέλεις και πιο πολύ πρόσεχε, απ’ αυτό που περισσότερο σου αρέσει να κάνεις.

 Με προβλημάτισε η παρέμβαση του πατέρα μου. Με προβλημάτισε και η  ανάρμοστη συμπεριφορά εκείνου του τσιφούτη ανθρώπου. Λογικά λοιπόν σκεπτόμενος, παραδέχτηκα την ανάγκη να προσέχω πολύ στο εξής, πριν ή ταυτιστώ με οτιδήποτε βλέπω να γίνεται γύρω μου και να μου αρέσει, αφού πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει στο να εξαπατηθεί κανείς, όχι μόνον από αυτά που εκ πρώτης όψεως βλέπει, αλλά και από όσα υπάρχουν και είναι επιτηδευμένα κριμένα πίσω τους.

 Πέρασε όμως ο καιρός κι εγώ δεν ξέχασα την υποχρέωση που απέκτησα προς τον εαυτό μου, γι’ αυτό και ήμουν πολύ προσεκτικός όταν έβλεπα τα πράγματα να με ωθούν προς το να ταυτιστώ μαζί τους και αφού το έκανα αυτό προς κάθε κατεύθυνση, ήταν επόμενο ότι θα πρόσεχα πολύ και πριν ταυτιστώ με τα πολιτικά δρώμενα.

 Δεν είχα εμπάθειες, αλλά ούτε και εξάρτηση απ’ αυτά. Ήθελα να έχω ανεπηρέαστη την γνώμη μου γι’ αυτά και την αξία τους και έτσι την είχα. Εξέταζα βέβαια και από μακριά κάπως την εν γένη πολιτική συμπεριφορά και έτσι ενεργώντας, έχω να πω ότι ποτέ μου δεν πίστεψα, ότι οι πολιτικές συγκεντρώσεις μπορούν, ή είναι σε θέση να μας ωφελήσουν κάπου, όπως και ποτέ μου δεν πίστεψα, ότι για το δικό μας όφελος γίνονται αυτές.

 Βρέθηκα από σύμπτωση όμως μια μέρα σε μια πλατεία της πόλης μας, εκεί όπου και για πρώτη μου φορά εισχώρησα τόσο κοντά σε μια τέτοια πολιτική συγκέντρωση. Αφού ήμουν έστω και τυχαία εκεί, θέλησα να βεβαιωθώ, αν πράγματι ήταν τα πράγματα έτσι όπως το πίστευα και αν δικαιολογημένα διατηρούσα αυτήν την άποψη για τα πολιτικά δρώμενα και αν όντως ήταν αληθινή η τοποθέτηση μου προς αυτά, ή αν έκανα κάποιο λάθος.

 Στάθηκα λοιπόν εκεί με ειλικρινή διάθεση να εξακριβώσω, αν μπορέσω, το ενδεχόμενο να διοχετεύω αλήθειες στον εαυτό μου γι’ αυτό το θέμα, ή αν του λέω ψέματα παραπληροφορώντας τον. Μαζί μ’ αυτό, ήθελα να μάθω και το κοινό ζητούμενο αν υπήρχε τέτοιο, όπως και το κίνητρο που ανάγκαζε όλους εκείνους τους ανθρώπους να συγκεντρωθούν οικειοθελώς στο ίδιο σημείο.

 Εφόσον είχα ελεύθερο χρόνο λοιπόν και εφόσον είχα όντως ειλικρινή διάθεση να εξετάσω τα φαινόμενα, αλλά και τα κριμένα πίσω από αυτά αν μπορούσα, αποφάσισα να το κάνω και μάλιστα με πολύ προσοχή.

 Έκανα γι’ αυτόν τον σκοπό, πολλές βόλτες κινούμενος ανάμεσα στους συγκεντρωμένους και περιεργαζόμουν τους πάντες και τα πάντα εκεί, παριστάνοντας για ευνόητους λόγους τον αδιάφορο νεαρό.

 Δεκαέξι χρονών ήμουν βέβαια εγώ τότε κι εφόσον μου το επέτρεπε αυτό η εμπειρία που μέχρι τότε απέκτησα, άκουγα με πολύ προσοχή αυτά που τους υποσχόταν αυτός που τους μιλούσε, όπως και αυτά που μεταξύ τους συζητούσαν οι συγκεντρωμένοι.

 Θέλοντας να τους ακούσω όλους αφού μου το επέτρεπαν, επισκεπτόμουν αυτούς που ήταν στο κέντρο, όπως και αυτούς που ήταν στην πρώτη γραμμή και μπροστά σ’ αυτόν που τους εκφωνούσε πολιτικούς λόγους. Δειγματοληπτικά ενεργώντας όμως ως έμπειρος ερευνητής, άκουγα και αυτούς που βρισκόταν περιμετρικά της συγκέντρωσης.

 Αρχικά, επισκέφτηκα αυτούς που ήταν μπροστά από όλους και φώναζαν τα γραμμένα μέσα σε ένα τετράδιο συνθήματα. Μετά, πλησίασα αυτούς που τα επαναλάμβαναν σαν μαγνητόφωνα. Ύστερα, πήγα να ακούσω και αυτούς που ήταν παράμερα και συζητούσαν κατ’ ιδίαν και ανεξάρτητα από τους άλλους, όπως και αυτούς που ήταν σαν και μένα περαστικοί από εκεί και συμφωνούσαν, ή διαφωνούσαν με τις ιδέες των συγκεντρωμένων.

 Από εκείνη την τυχαία επεξεργασία δεδομένων λοιπόν, πολλά διαπίστωσα τότε και όπως το απέδειξα αυτό στον εαυτό μου, άλλο έδειχναν, άλλο ήταν, άλλο σκόπευαν, άλλο υπόσχονταν, άλλο μετέδιδαν και άλλα ήλπιζε ο καθένας ξεχωριστά και το μόνο κοινό που είχαν μεταξύ τους εκείνοι οι συγκεντρωμένοι, ήταν το όνομα του κόμματος που τους εγκλώβισε στις τάξεις του.

 Τους εκμεταλλευόταν φανερά λοιπόν αφού τους βρήκαν πρόχειρους και όπως ήταν λογικό για το κόμμα που τους συγκέντρωσε, δεν ήταν ποτέ δυνατόν να τους φανερώσει και τους πραγματικούς σκοπούς για τους οποίους τους κάλεσαν σ’ εκείνη την συγκέντρωση.

 Ο ένας κορόιδευε τον άλλον δηλαδή και όλοι μαζί τον εαυτό τους, εκτός βέβαια από αυτούς που είδα να είναι παράμερα και εκ των προτέρων ήξεραν με ποια συμφωνία βρισκόταν εκεί και μάλιστα, τότε που έκαναν παρέα σε κείνα τα κορόιδα, που επαναλάμβαναν συνθήματα μόνον, αφού γι’ αυτόν τον λόγο τους κάλεσαν εκεί, σαν να ήταν όντως και μόνον ζωντανά μαγνητόφωνα.

 Όσο για μένα, βεβαιώθηκα ότι δεν έλεγα ψέματα στον εαυτό μου και ότι δεν τον παραπλανούσα βασισμένος σε ψεύτικες θέσεις. Και τι με αυτό; Ούτε μόνος μου είμαι σ’ αυτήν την ζωή, ούτε μόνον για μένα υπάρχουν τα πολιτικά δρώμενα. Υπήρχαν και για εκείνους που τότε ήταν εκεί συγκεντρωμένοι, όπως υπάρχουν και γι’ αυτούς που και σήμερα τρέχουν πίσω από τις πολιτικές συγκεντρώσεις, όπως και ακόμη φωνάζουν τα απραγματοποίητα συνθήματα σαν μαγνητόφωνα, αφού ποτέ δεν τους απασχόλησε το ενδεχόμενο να εξαπατούν και από μόνοι τους τον εαυτό τους, όταν ακολουθούν τελείως  απροβλημάτιστοι τους πολιτικούς τους.

 Ευτυχώς για μένα δεν παραπλάνησα τον εαυτό μου λέγοντας του ψέματα, αλλά και τι μ’ αυτό; Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων και μετά από πενήντα χρόνια, ανέκαθεν έκαναν και ακόμη κάνουν οι πολιτικοί μας κρυφές συμφωνίες πίσω από την πλάτη μας.

 Και αν το ήξερα εγώ αυτό από τότε που ήμουν δεκαέξι χρονών, τι το όφελος; Τώρα πληρώνω κι εγώ μαζί με σας αυτήν την κοροϊδία που έγινε εις βάρος μας και εις βάρος της πατρίδας μας και κανείς από μας δεν ξέρει το πότε και το πως θα τελειώσει αυτό το μαρτύριο που σήμερα ζούμε, όπως και το πόσες γενιές ακόμη θα το πληρώνουν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *