Μπήκαμε στον Δεκέμβριο μήνα πια και ζώντας δύο μήνες κοντά μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα, διαπιστώσαμε, ότι όπως τα ηλεκτρολογικά του, έτσι κι όλα τα υπόλοιπα δεδομένα του σπιτιού μας, ήταν πάρα πολύ πρόχειρα τοποθετημένα.
Και οι υπόλοιποι ένοικοι, το ίδιο με μας έλεγαν όταν το κουβεντιάζαμε, αφού όπως και το δικαιολογούσαν αυτό κουνώντας το κεφάλι τους, ολόκληρη η οικοδομή ήταν πρόχειρα κατασκευασμένη.
Αυτοί δε, που ήξεραν από κοντά το ιστορικό της εν λόγω οικοδομής, ήταν πολύ κατηγορηματικοί όταν έλεγαν, ότι κι ο εργολάβος που την ανέλαβε ήταν ανίδεος ως κατασκευαστής.
Ένας απλός χτίστης ήταν αυτός πριν αρχίσει να παριστάνει τον εργολάβο οικοδομών κι ότι η οικοδομή που με την θέλησή μας στέγαζε τις οικογένειές μας, ήταν η πρώτη που επιχείρησε να αποπερατώσει.
Ακόμη και η θέρμανση των διαμερισμάτων μας ήταν το ίδιο ανεπαρκής, όπως ανεπαρκής ήταν και η δήθεν μόνωση που διέθετε η οικοδομή στην ταράτσα της, πράγμα δηλαδή που απαγόρευε θα έλεγα το δικό μας διαμέρισμα να ζεσταθεί, αφού κάτω από αυτήν την ταράτσα βρισκόταν.
Ο ανίδεος εργολάβος όμως, το αντίθετο υποστήριζε, όταν επιτέλους τον συνάντησα στις αρχές του Δεκεμβρίου και του έκανα τα παράπονα μου, για την δήθεν μόνωση που διέθετε η πολυκατοικία του.
– Εξήντα πόντους μόνωση έβαλα σ’ αυτήν την ταράτσα κι εσείς μας λέτε ότι κρυώνετε;
– Πως είναι δυνατόν ρε εργολάβε της κακιάς ώρας, να έβαλες εξήντα πόντους μόνωση σ’ αυτήν την ταράτσα, όταν εμείς δεν μπορούσαμε να μείνουμε μέσα στο σπίτι από την ζέστη, ακόμη και τον Οκτώβριο;
Αλλά ούτε και τώρα μπορούμε να ζεστάνουμε αυτό το σπίτι, εξ αιτίας των κακής ποιότητας θερμοσυσσωρευτών που τοποθέτησες στους χώρους του, πράγμα που αναγκάζει εμένα, να πληρώνω τα μαλλιά της κεφαλής μου στην ΔΕΗ, αλλά και να ζω στο μπαλκόνι με την οικογένεια μου, αφού εκεί έξω είναι πιο ζεστά.
Άκουγε αυτός τα παράπονά μου και για να μην ακούσει περισσότερα, έφευγε γρήγορα από κοντά μου, αλλά κι έλεγε κάτι μέσα από τα δόντια του.
– Μια χαρά είναι το σπίτι.
Καμιά κατασκευαστική χαρά δεν είχε βέβαια η οικοδομή του, αφού για να αντιμετωπίσω τις ατέλειες του σπιτιού που υποχρεωθήκαμε να ζούμε, αναγκάστηκα να ψάχνω τρόπους και λύσεις τέτοιες, που να βοηθούν την προσαρμογή μας στα δεδομένα του.
Τα ηλεκτρολογικά του προβλήματα, τα διόρθωσα εύκολα και γρήγορα σχετικά, αλλά για την θέρμανση των χώρων μας, τίποτε άλλο δεν μπορούσα να κάνω, εκτός από το να πληρώνω ακριβά την ΔΕΗ όπως του είπα, έστω και χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Για να μην αρρωστήσουμε δηλαδή, ζούσαμε έξω και στο μπαλκόνι μας το περισσότερο διάστημα του χρόνου, όταν βέβαια μας το επέτρεπε αυτό κι ο καιρός, αφού εκεί έξω ήταν πολύ ποιο ανεκτά από το εσωτερικό του διαμερίσματος.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που υποχρεώθηκα να κάνω κι ένα πολύ μεγάλο ξύλινο πτυσσόμενο τραπέζι, το οποίο είχα πότε ολόκληρο και πότε το ένα τρίτο από αυτό ανοιχτό για τις καθημερινές μας ανάγκες.
Και το είχα μάλιστα, μόνιμα τοποθετημένο εκεί, αφού στο μπαλκόνι τρώγαμε και σ’ αυτό φιλοξενούσαμε τους εκάστοτε επισκέπτες μας. Μπαίναμε δηλαδή στο εσωτερικό του διαμερίσματος, μόνον όταν έβρεχε, ή όταν έκανε πολύ κρύο έξω.
Βεβαίως και ήταν πολύ πρόχειρης κατασκευής εκείνη η οικοδομή, αλλά το μεγάλο ρετιρέ μπαλκόνι που μας διέθετε, ήταν τέτοιας πολλαπλής χρήσης, που ακόμη το θυμόμαστε, αν και το εγκαταλείψαμε τελικά κι αυτό πριν από τριανταπέντε χρόνια.
Ακόμη κι ο φαλακρός πρώην γείτονας μας το θυμάται αυτό, ο οποίος ήταν μεν φαλακρός, αλλά για τους δικούς του λόγους, ήθελε να τον αποκαλούν σγουρομάλλη οι γνωστοί και οι φίλοι του.
Έμενε στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας μας αυτός και κάτω από δικό μας διαμέρισμα με την οικογένεια του και κάθε τόσο και λιγάκι μας έβαζε τις φωνές στην αρχή.
– Δεν είναι πράγματα αυτά που κάνετε. Ρίχνετε συνέχεια νερά στο μπαλκόνι σας κι όλα αυτά τρέχουν μέσα στο σπίτι μας. Και το χειρότερο είναι, ότι διαλέγουν αυτά να πέφτουν πάνω στο σαλόνι μας.
Επιτέλους σεβαστείτε τους κόπους μας. Κάθε τόσο φωνάζω μπογιατζή να μου βάψει το ταβάνι μας και κάθε τόσο αγοράζω άλλο σαλόνι, γιατί από τα νερά που μαζεύουν τα αφρολέξ τους, μυρίζουν άσχημα.
– Μα δεν ρίχνουμε νερά στο μπαλκόνι μας βρε σγουρομάλλη. Αφού ούτε γλάστρες έχουμε, ούτε άλλος λόγος μας υποχρεώνει να το κάνουμε. Δύο άνθρωποι είμαστε άλλωστε στο σπίτι κι ένα μικρό παιδί δύο χρονών.
Κι εκεί που μας λες εσύ, ότι τρέχουν νερά από μας, βρίσκεται το δικό μας σαλόνι. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, ούτε ρίχνουμε, ούτε μπορούμε να ρίξουμε νερά εκεί μέσα, αφού το πάτωμα μας είναι ξύλινο κι αν κάνουμε αυτό που λες, θα μας σαπίσουν τα σανίδια.
Έλα να το δεις κι από μόνος σου αυτό αν θέλεις, αλλά μάλλον πρέπει να σου πω, ότι όντως είναι παράλογος ο ισχυρισμός σου, όσο κι αν πράγματι θέλω να συμβάλω θετικά κι εγώ στο πρόβλημα που χαλάει τα σαλόνια σου αλλά και την διάθεση σου.
Ήρθε ο σγουρομάλλης γείτονας μας μια μέρα στο σπίτι μας κι όντως έψαξε από δω, έψαξε από κει κι αφού δεν βρήκε πουθενά να υπάρχουν νερά, απορούσε μετά τόσο αυτός, όσο και εμείς, για το χώρο της προέλευσης τους.
Κι όντως απορούσαμε ρωτώντας ο ένας τον άλλον, από πού να έρχονται άραγε αυτά τα νερά, τα οποία μάλιστα, διάλεγαν να καταλήγουν στο σαλόνι του σγουρομάλλη, με τον οποίον βεβαίως και δεν θέλαμε να έχουμε προστριβές.
Λογικά όμως και δεν τα ήθελε ο άνθρωπος στο σαλόνι του, αφού αυτά του έκαναν μεγάλες ζημιές, αλλά κι από μας σίγουρα δεν προερχόταν, όσο κι αν το ψάχναμε, όσο κι αν μας απασχολούσε η ύπαρξη τους.
Ήταν συνομήλικοι μας αυτοί, τόσο ο σγουρομάλλης, όσο και η γυναίκα του και πράγματι ήθελαν να τα έχουν καλά μαζί μας, αλλά κι αυτό που αντιμετώπιζαν ήταν σοβαρό πρόβλημα και με το δίκαιο τους δεν ήθελαν να το αφήσουν άλυτο.
Είχαν κι ένα επιπλέον από εμάς λόγο αυτοί, που να τους υποχρεώνει να θέλουν την άμεση λύση του, δεδομένου ότι ήταν και ιδιοκτήτης του σπιτιού που έμεναν κι ως εκ τούτου, με το δίκαιο τους ενδιαφερόταν τόσο πολύ για το πως θα τα σταματούσαν τα νερά που τους ερχόταν από το πουθενά.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, γίναμε φίλοι πλέον με τον σγουρομάλλη γείτονα μας και μαζί πλέον ψάχναμε την λύση του προβλήματός μας, αν και δεν μπορούσαμε να την βρούμε, όσο κι αν την ψάχναμε.
Πότε με το λάστιχο και πότε με τον κουβά, ρίχναμε μαζί κι επί τούτου πολύ νερό στο μπαλκόνι μας, αλλά σταγόνα από αυτό δεν έπεφτε στο δικό τους σαλόνι.
Μη μπορώντας να βρούμε λύση λοιπόν, αφήσαμε το πρόβλημα να μας παιδεύει, μέχρις ότου αποφασίσει να μας φανερωθεί αυτό από μόνο του, πράγμα βέβαια που έγινε μετά από αρκετό καιρό κι όντως δώσαμε την δέουσα λύση. Το πώς όμως, θα σας το πω αργότερα.
Μιχάλης Αλταλίκης