Μελετώντας λοιπόν τις κινήσεις τους, πολύ καθαρά μπορεί να δει κανείς, ότι το ένα λάθος τους έφερνε το άλλο πίσω από αυτό να ακολουθήσει κι όλα μαζί συσσωρευμένα στον ίδιο χώρο, ήθελαν, δεν ήθελαν όλοι τους, διαιώνιζαν με την συμπεριφορά τους την αδιόρθωτη οικογενειακή τους κατάσταση.
Κι αφού αυτό επέλεγαν να κάνουν επανειλημμένα από άκρατο εγωισμό, όλα τα ενδεχόμενα να τους συμβούν έμεναν ανοιχτά. Ανεξέλεγκτα κι αυτά κινούμενα, με την άνεσή τους συσσωρεύονταν πίσω από την πόρτα του σπιτιού τους όπως λέμε κι όποια ώρα δεν το υπολόγιζαν, ξαφνικά τους εμφανιζόταν τα αποτελέσματα των λαθών τους.
Προετοιμασμένοι και προγραμματισμένα περιμένουμε να δεχθούμε κάποιο γνωστό κι αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας ενέργειάς μας κι όμως μας προκύπτει άγνωστο και αρκετά μπερδεμένο. Όταν μας βρίσκει απροετοίμαστους όμως κι όντως δεν το περιμένουμε, όπως και δεν θα θέλαμε να το δούμε ενδεχομένως, υπάρχει άραγε περίπτωση να το αντιμετωπίσουμε εύκολα, με καλό τρόπο, ή και με χαρά ακόμη;
Απροετοίμαστοι λοιπόν και οι γονείς της Θοδώρας για όσα δεν θα ήθελαν να δουν μπροστά τους, απροετοίμαστη και η ίδια λόγω της διανοητικής της κατάστασης, αλλά κι ο Αιγύπτιος απροετοίμαστος για όσα έμελλε να τους συμβούν, ήθελαν δεν ήθελαν όλοι μαζί και πάλι, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την δεύτερη εγκυμοσύνη της Θοδώρας, ως φυσικό επακόλουθο, μετά από τον συχνό εναγκαλισμό της με τον Αιγύπτιο στο ίδιο κρεβάτι και για αρκετό καιρό μάλιστα.
Όσο κι αν φώναζαν εκ των υστέρων οι γονείς της, όσο κι αν μάλωναν μόνον την Θοδώρα και τον Αιγύπτιο για όσα ανεπίτρεπτα έκαναν οι διό τους, ήταν ποτέ δυνατόν να διορθώσουν κάτι; Τίποτε λοιπόν δεν μπόρεσαν να διορθώσουν.
Κι αφού είχαν συνηθίσει να κάνουν μόνον λάθη στην ζωή τους, πάλι έτρεχε ο πατέρας της πίσω από την Θοδώρα, ώστε με την δική του γνωστή μέθοδο να βοηθήσει στην αποβολή του παιδιού της, αλλά και πάλι το παιδί της δεν έπεφτε.
Έβλεπε όμως να αγριεύει πολύ ο Αιγύπτιος όταν μπροστά στα μάτια του χτυπούσε, ή κλοτσούσε στην κοιλιά τη σύντροφό του, οπότε, όταν κατέβαινε για κάποιο λόγο στο δικό του σπίτι η Θοδώρα, τότε την χτυπούσε ο πατέρας της. Ο Αιγύπτιος όμως, έξω από την πόρτα του περίμενε κι όταν χρειαζόταν, με θυμό του αντιμιλούσε.
Αφού δεν έπεφτε το παιδί της λοιπόν κι αναγκαστικά έπρεπε να το γεννήσει, άρχισαν να της συμπεριφέροντε κάπως πιο ίπια θα λέγαμε, αν και το μυαλό τους μόνιμα γύριζε πια, προς το πώς θα μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτό, όπως κι από τον πατέρα του βέβαια, χωρίς όμως να προκαλέσουν την Θοδώρα, όπως και το κοινό αίσθημα των ανθρώπων του συγγενικού τους περιβάλλοντος.
Αυτοί ιδικά, τους παρότρυναν πλέον, ώστε να παντρέψουν το ζευγάρι και να δεχθούν με καλό τρόπο το παιδί τους, αφού έτσι κι αλλιώς, αυτό απαιτούσε άλλωστε και το Ορθόδοξο Θρησκευτικό τους αίσθημα.
Κι επειδή η μαμά της Θοδώρας ήταν και μέλος της φιλοπτώχου στην ενορίας τους, καθότι καθ’ υπερβολή οικονομικά ευκατάστατη μετά κι από τον θάνατο των πεθερικών της, ήθελε δεν ήθελε, άρχισε να δείχνει προς όλους πλέον, ότι δέχθηκε τελικά το μικρό παιδί κι ότι η ίδια το φρόντιζε στο σπίτι της, γιατί η άρρωστη κόρη τους όπως έλεγε, δεν μπορούσε να κάνει το ανάλογο χρέος.
Επί της ουσίας πάντως, μια γυναίκα μίσθωσε η μητέρα της να φροντίζει το μικρό παιδί κι αυτή ήταν που επέβλεπε την φροντίδα του και μάλιστα στο δικό της σπίτι για να μην ενοχλούνται οι γονείς της Θοδώρας, όπως και οι επισκέπτες τους βέβαια.
Μαζί με αυτούς όμως και η Θοδώρα το απέφευγε, αφού τίποτε δεν μπορούσε να του προσφέρει. Έκαναν το ίδιο και πάλι όλοι μαζί και το έκαναν όπως ακριβώς έγινε και με το πρώτο της παιδί. Το άφησαν δηλαδή στα χέρια μιας ξένης προς αυτούς γυναίκα να το μεγαλώνει.
Μετά από την τακτοποίηση κι αυτού του προβλήματος πάντως και δόλια σκεπτόμενοι όπως πάντα για τους γνωστούς λόγους, κάτι άλλο μαγείρεψαν στην συνέχεια οι οικείοι της. Κι αυτό που έκαναν, ήταν να δρομολογήσουν ένα ταξίδι προς την Αίγυπτο και όλοι μαζί πήγαν εκεί μετά από δυό χρόνια. Ο πατέρας της δηλαδή, η μητέρα της, η Θοδώρα κι ο Αιγύπτιος, όπως και η αδελφή της βέβαια, με την δική της οικογένεια.
Δικαιολογώντας την καλοπροαίρετη κίνησή τους, είπαν προς όλους, ότι για να γνωρίσουν την οικογένεια του Αιγύπτιου το έκαναν, όπως και να δουν τα αρχαία της Αιγύπτου με αυτήν την ευκαιρία. Το ότι είχαν κι απώτερο σκοπό στο μυαλό τους όμως, αυτό, σε κανέναν δον το φανέρωσαν.
Κι αυτό που έβαλαν στο μυαλό τους να κάνουν, όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, ήταν να εκθέσουν τον Αιγύπτιο πια στα μάτια της Θοδώρας, ώστε αυτή πλέον να τον απορρίψει. Από εκεί και μετά, ήξεραν αυτοί τι να κάνουν, τόσο με την ίδια, όσο και με τον Αιγύπτιο.
Αυτό βέβαια, ήταν πολύ εύκολο να γίνει όπως το διαπίστωναν κι από κοντά, αφού η οικογένεια του Αιγύπτιου ήταν πάν φτωχή και τίποτε δεν θα μπορούσε να του δώσει, προκειμένου να οργανώσει αυτός ένα μαγαζί όπως του έβαλαν στο μυαλό να θέλει και μέσα από αυτό, να πουλάει Αιγυπτιακά ρούχα στην Θεσσαλονίκη, για να μην είναι μονίμως άεργος και να τον κατηγορούν οι γνωστοί και φίλοι τους ως τεμπέλη.
Αφού λοιπόν όλα όσα υπολόγιζαν τους ήρθαν ευνοϊκά και αρκετά αρχαία είδαν στην Αίγυπτο, ευχαριστημένοι επέστρεψαν όλοι μαζί και πάλι στην Ελλάδα. Σύμφωνα με το σχέδιό τους όμως, άφησαν τον Αιγύπτιο μόνο του στην πατρίδα του και με αρκετά δικά τους χρήματα μάλιστα στην τσέπη, ώστε να αγοράσει ο ίδιος με αυτά, τα ρούχα που αυτός θα ήθελε να πουλά στο μαγαζί που του υποσχέθηκαν να ανοίξει.
Του το υποσχέθηκαν βέβαια, αλλά μάλλον πίστευαν, ή και το ήλπιζαν αυτό περισσότερο, ότι θα χαλούσε άσκοπα ο Αιγύπτιος τα χρήματα που του άφησαν και μην έχοντας την ανάλογη οικονομική δυνατότητα μετά να επιστρέψει προς στην Θοδώρα, θα έμενε οριστικά πια στην πατρίδα του κι έτσι, θα γλύτωναν από αυτόν μια για πάντα.
Ο Αιγύπτιος όμως δεν ήθελε να αφήσει μόνη της την Θοδώρα κι επειδή φοβόταν, ότι μάλλον θα εύρισκαν ευκαιρία η δικοί της, ώστε να την κλείσουν διά παντός κάπου αφού κανείς πια δεν θα την προστάτευε, αγόρασε στα γρήγορα ότι φτηνιάρικο βρήκε στην αγορά και με τα χρήματα που του έμειναν, δρομολόγησε την επιστροφή του.
Βλέποντας την επιστροφή του οι γονείς της Θοδώρας, απογοητεύτηκαν και πολύ μάλιστα όπως ήταν αναμενόμενο. Η Θοδώρα όμως τον περίμενε και με χαρά τον υποδέχτηκε, όπως κι αμέσως του ανέφερε ότι πάλι της έγιναν προτάσεις για ξεκούραση στην γνωστή κλινική, αλλά δεν πήγε.
Αφού δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά λοιπόν και για τα μάτια του κόσμου περισσότερο, πράγματι του άνοιξαν το μαγαζί της υπόσχεσής τους κι όταν τοποθετήθηκαν τα Αιγυπτιακά στα ράφια του, πολύ χάρηκαν οικογενειακά, γιατί ήταν τέτοια αυτά, που σίγουρα δεν θα μπορούσαν να πουληθούν εύκολα, αφού αυτός που τα αγόρασε, ιδέα δεν είχε από κατάστημα ρούχων.
Μούτσος σε καράβι ήταν ο άνθρωπος και το μόνο που ήξερε να κάνει, ήταν να μαγειρεύει, να πλένει πιάτα, όπως και να κάνει φασίνα στο κατάστρωμα του καραβιού. Από ρούχα όμως κι από εμπόριο, χαμπάρι δεν είχε, οπότε, προς τέρψη των οικείων της Θοδώρας, τίποτε δεν θα έκανε.
Έτσι έγινε λοιπόν κι αφού δεν γινόταν κάποιος τζίρος στο μαγαζί του, με το δίκαιό του διαλαλούσε προς όλους κι ο πατέρας της Θοδώρας μετά, ότι άχρηστος και τεμπέλης ήταν ο Αιγύπτιος κι αφού δεν ήξερε με ποιόν τρόπο να τον απομακρύνει οριστικά από την τρελή Θοδώρα που συνεχώς του προκαλούσε προβλήματα, έδειχνε προς όλους ότι ήταν πάρα πολύ στενοχωρημένος.
Παρόλα αυτά όμως, όταν πια το δεύτερο παιδί της Θοδώρας έγινε τριών ετών, το βάφτισαν όλοι μαζί κι όπως έπρεπε, του έδωσαν το όνομα του παππού του, αφού η μικρότερη κόρη τους είχε δυό κορίτσια και καθώς έπρεπε, τις έδωσαν τα ονόματα των δυό γιαγιάδων τους.
Αν και είχε το όνομά του παππού του λοιπόν ο μικρός. Αν και ήταν παιδί του παιδιού του, ποτέ δεν το είδε ως εγγόνι του ο πατέρας της Θοδώρας, έστω κι αν σε όλους έδειχνε το αντίθετο, αφού και στο παιδικό σταθμό το πήγαινε και το έφερνε κάθε μέρα αργότερα για τα μάτια του κόσμου.
Το ζευγάρι όμως συνέχιζε να μένει ανύπαντρο, όσο κι αν ζητούσαν από τον πατέρα της να τους παντρέψει επιτέλους. Και οι συγγενείς τους πίεζαν τους γονείς της Θοδώρας να τους παντρέψουν, αλλά όποιος κι αν βρισκόταν πρόχειρα ως εθελοντής κουμπάρος, κάτι του έλεγε ο παππούς, κάτι του έδινε κι έτσι ποτέ δεν έφταναν στην εκκλησία οι άνθρωποι, γιατί μετάνιωνε ξαφνικά ο κουμπάρος.
Και για να μην έχει να δίνει κανένα δικαίωμα στον Αιγύπτιο να του ζητά κληρονομιές και τέτοια ο πατέρας της, αυτός αναγνώρισε το παιδί της κόρης του, όπως άκουσα τους συγγενείς τους να μου λένε αργότερα. Έτσι όμως, δεν μπορούσε κι ο Αιγύπτιος να αποδείξει εύκολα, ότι το παιδί ήταν δικό του.
Κι επειδή το σχέδιο τους ήταν καλά οργανωμένο, φρόντιζαν έτσι, που μια φορά στα δυό χρόνια τουλάχιστον να τον στέλνουν με δικά τους έξοδα στην Αίγυπτο να δει τους δικούς του, με την ελπίδα πάντα, να μην γυρίσει ποτέ πίσω. Αυτός βέβαια επέστρεφε αφού το παιδί του ήταν στην Ελλάδα, αλλά και τι είχε να κάνει εκεί, αφού και τα δικά του ψυχολογικά ήταν χαλασμένα πια και οι δικοί του τον έστελναν, ή πίσω, ή σε κάποια ψυχιατρική κλινική;
Ούτε και η Θοδώρα όμως του επέτρεπε να μένει για πολύ καιρό μακριά της. Ζητούσε δηλαδή την επιστροφή του και με υπομονή τον περίμενε, αφού άλλη συντροφιά δεν είχε. Για να είναι δε σίγουρη ότι θα επιστρέψει ο σύντροφός της, πήγαινε κι αυτή μαζί του στην Αίγυπτο. Αν υπήρχαν εκεί οικονομικές δυνατότητες που να μπορούσαν να καλύψουν της δικές της ανεξέλεγκτες ανάγκες, θα έμενε στην Αίγυπτο για να γλυτώσει από την καταπίεση των δικών της. Επειδή βεβαίως και δεν υπήρχαν τέτοιες προϋποθέσεις, αμέσως δρομολογούσε την επιστροφή τους.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως και οι γείτονες που απέκτησαν στο κατάστημά τους μπήκαν στην ζωή τους, οπότε, άρχισαν κι αυτοί να ενδιαφέρονται για τους δύο ανθρώπους με τις όποιες ψυχολογικές τους ιδιαιτερότητες και πολλά έλεγαν στους γονείς της Θοδώρας για την ανάρμοστη συμπεριφορά τους, όταν πού και που εμφανιζόταν στο κατάστημά τους.
Ένας από αυτούς μάλιστα, δεν άργησε να επισκεφτεί κι εμένα μια μέρα κι εν συντομία μου ανάφερε, ότι ένας Αιγύπτιος είχε κατάστημα με ρούχα κι επειδή τίποτε δεν πουλούσε, σκεφτόταν να σκοτώσει το εμπόρευμά του από πλευράς τιμής κι από τα χρήματα που θα έπαιρνε, να έβαζε κάτι νέο στο μαγαζί του.
Αν μπορείς να τον βοηθήσεις κάπου μου έλεγε, θα σου είμαι ευγνώμων. Πρέπει να σου πω μάλιστα, ότι πολύ τους συμπαθώ, γιατί αν και είναι κάπως προβληματικά αυτά τα δυό άτομα, προσπαθούν να επιβιώσουν. Η κοπέλα είναι Ελληνίδα, αλλά ο σύντροφός της είναι Αιγύπτιος. Και οι δύο όμως υποφέρουν από την συμπεριφορά των γονιών της κοπέλας.
Είναι μεγάλη ιστορία αυτή η υπόθεση και δεν θέλω να σε ζαλίσω αυτήν την στιγμή αναφέροντάς την. Εκείνο που θέλω από σένα όμως, είναι να πάμε μαζί κάποια στιγμή στο κατάστημά τους και να δεις από κοντά την πραμάτεια τους. Από εκεί και μετά, εσύ θέλω να δεις αν μπορείς να τα διοχετεύσεις κάπου, ώστε να αποκτήσουν κάποια χρήματα οι άνθρωποι και με αυτά στα χέρια όπως ελπίζουν, να δοκιμάσουν κάτι άλλο.
Μαζί με αυτό όμως, θέλω να δεις και τα πουκάμισα που ράβει ένας φίλος μου στην βιοτεχνία του. Πήρε πολλά δάνεια αυτός για την επιχείρησή του και μη μπορώντας να τα εξοφλήσει, χρωστάει τα μαλλιά της κεφαλής του τώρα στις τράπεζες.
Κάνει συνεχώς τον έξυπνο αυτός και δεν πουλάει τίποτε από αυτά που έχει αποθηκευμένα, αλλά η γυναίκα του κλαίει πίσω από την μηχανή της, γιατί αν δεν πουληθούν τα αποθέματά τους, θα τους τα πάρουν όλα οι τράπεζες και ούτε για φαγητό θα έχουν πλέον χρήματα.
Έλα να δεις τα πουκάμισά τους, έλεγε πάλι με πολύ πόνο στην φωνή του κι όπου εσύ νομίζεις ότι μπορείς, φρόντισε να τα διαθέσεις, ώστε να εξοικονομηθούν οι άνθρωποι έστω και με αυτόν τον τρόπο.
Καλά, καλά του έλεγα και θα δω τι θα κάνω με αυτά που μου λες, αλλά έλα αύριο να πάμε μαζί εκεί που θέλεις, γιατί σήμερα περιμένω επισκέπτες από την Ρωσία και δεν μπορώ να φύγω από το γραφείο μου.
Το 1993 διανύαμε όταν ήρθε αυτός να με βρει κι όπως ήξερε, ένα γραφείο εισαγωγών εξαγωγών διέθετα τότε. Ως εκ τούτου λοιπόν, είχα την δυνατότητα να τα προωθήσω κάπου αν οι προϋποθέσεις μου το επέτρεπαν κι αφού φίλος μου ήταν, θα του έκανε την χάρη, ώστε να δω τουλάχιστον αυτά που ήθελε να μου δείξει, για τους λόγους που αυτόν απασχολούσαν.
Πράγματι λοιπόν, πήγαμε την επομένη να δω τα πουκάμισα πρώτα, αλλά κι όπως έβλεπα εκεί και πολλά ήταν αυτά και ακριβά ήταν ως προς την τιμή τους, αφού τα ζητούσε ο βιοτέχνης τόσο, όσο εύκολα μπορούσε να τα βρει κανείς στην λιανική αγορά.
Κι ο Ρώσος έμπορας που είχα μαζί μου και είδε τα πουκάμισα, το ίδιο είπε ακούγοντας την τιμή τους, οπότε, τίποτε δεν μπόρεσα να κάνω, όσο κι αν πίεζε τον βιοτέχνη η γυναίκα του να του κάνει καλύτερη τιμή, αφού ούτως ή άλως, θα τα έχαναν όλα σε λίγες μέρες.
Ανένδοτος λοιπόν αυτός, μας άφηνε να φύγουμε άπρακτοι, όσο κι αν ο κοινός μας φίλος τον παρακαλούσε, θυμίζοντάς του τις υποχρεώσεις που είχε προς τις τράπεζες. Δώσε στον άνθρωπο μια καλύτερη τιμή ώστε να σωθείς του έλεγε, αλλά εκείνος τίποτε δεν άκουγε. Θα σου τα πάρουν οι τράπεζες όλα κι ακόμη θα χρωστάς, επέμενε να του λέει και πάλι τίποτε δεν έκανε.
Κάνε κάτι λοιπόν τώρα που έχεις τον αγοραστή εδώ, του έλεγε και η γυναίκα του με αγωνία, ώστε και τις τράπεζες να ξοφλήσουμε και χρήματα να μας μείνουν. Αυτός όμως, προτιμούσε, ή να πάρει αυτά που ήθελε, ή τίποτε.
Φύγαμε δηλαδή αφού δεν κάναμε τίποτε και το απόγευμα της ίδια μέρας πήγα να δω, τι ήταν τελικά αυτά που μου έλεγε ο φίλος μου για τα στοκ που είχε στο μαγαζί του ο Αιγύπτιος και ήθελε να τα ξεφορτωθεί, όπως και που θα μπορούσα να τα διαθέσω εγώ, αν εύρισκα ενδιαφερόμενο.
Εκεί λοιπόν είδα τον Αιγύπτιο για πρώτη φορά κι όπως έλεγε ο φίλος μου, πράγματι έδειχνε κάπως προβληματικός από τα ψυχολογικά του προβλήματα μάλλον επηρεασμένος, γιατί συνεχώς για τον πεθερό του μου μιλούσε και για τα εμπόδια που αυτός έβαζε στην ζωή της γυναίκας του, όπως και της δικής του.
Βλέποντας και τα εμπορεύματά του όμως, ευθέως έλεγα σ’ αυτόν όπως και στον φίλο μου, ότι πουθενά δεν θα μπορούσαν να διατεθούν, για τον λόγο ότι ήταν ρούχα που θα φορούσαν Αιγύπτιοι ενδεχομένως, αλλά όχι Έλληνες και προπαντός όχι Ρώσοι. Ήταν κάτι πολύχρωμα μπλουζάκια τα περισσότερα, με χρώματα όμως, που μόνον από Αφρικανούς θα ήταν δυνατόν να επιλεγούν και να φορεθούν.
Και κάτι δερμάτινα που μου έδειξε ο Αιγύπτιος, ήταν κι αυτά παλιάς κοπής όπως έβλεπα και μάλιστα με πολλά ελαττώματα στις ραφές τους. Και ήταν τέτοια τα ελαττώματά τους, που δύσκολα θα τα παράβλεπε κάποιος αγοραστής, έστω κι αν τα πλήρωνε σε πολύ χαμηλή τιμή.
Ωστόσο, τους υποσχέθηκα στο τέλος ότι θα έκανα μια προσπάθεια να μεταβιβάσω στον χώρο μου αυτά που είδα κι αν έβλεπα να ενδιαφέρεται κάποιος, τότε θα τους τον πήγαινα αμέσως στο κατάστημά τους.
Αυτά μόνον τους είπα και μόλις ετοιμάστηκα να φύγω, ο πεθερός του Αιγύπτιου μπήκε στο κατάστημα. Αμέσως προθυμοποιήθηκε να με σύστησε σ’ αυτόν ο φίλος μου, όπως έκανε άλλωστε κι ο Αιγύπτιος. Με αυτήν την ευκαιρία όμως, του έλεγε ο δεύτερος, ότι τους υποσχέθηκα να βρω ενδιαφερόμενο, ώστε να ξεπουλήσει την παλιά πραμάτεια του και με τα χρήματα που θα έπαιρνε, αν έπαιρνε, θα έκανε άλλη αγορά.
Του έλεγε κι άλλα ο Αιγύπτιος στην συνέχεια για να ενισχύσει την επιθυμία που του εξέφραζε, αλλά βλέποντας κι εμένα να κινούμε προς την έξοδο έτοιμος να φύγω, με τραβούσε από το μανίκι στην προσπάθειά του να με κρατήσει λίγο παραπάνω μαζί τους.
Για λύγο μόνον του είπα κι αφού δεν έβλεπα και κάποιο ενδιαφέρον για μένα, στην πόρτα του στεκόμουν μέχρι να τους αφήσω μόνους. Παρατηρούσα και την συμπεριφορά του πεθερού παράλληλα όμως, οπότε, μου έκανε εντύπωση το γεγονός, ότι τίποτε δεν άκουγε από αυτά που του έλεγε ο γαμπρός του, όπως κι ο φίλος μου που προσπαθούσε να τον συμπαρασταθεί.
Εμένα δε, με μισό μάτι με κοιτούσε και σε κάθε λόγο που έπαιρνε μέρος μιλώντας μαζί τους, προσπαθούσε να δείξει σ’ εμένα ιδικά, ότι φτωχοί άνθρωποι ήταν όλοι τους, λες κι ότι ενδιέφερε εμένα προσωπικά η οικονομική τους κατάσταση, ή λες και ήμουν εφοριακός εγώ και κινδύνευε να ελεγχθεί φορολογικά από την υποσχόμενη συμμετοχή μου στο πρόβλημα που του ανάφεραν.
Όπως τους το είπα όμως, έφυγα μετά από λίγο, αλλά την επομένη κιόλας ήρθε να με βρει ο φίλος μου, όπως και πάλι να με παρακαλέσει να κάνω κάτι για τα παιδιά που προστάτευε κι αμέσως άρχισε να μου αναφέρει την ιστορία της ζωής τους, αφού τα περισσότερα που σας είπα από αυτόν τα άκουσα, δεδομένου ότι συγχωριανός του πεθερού ήταν και κοντινός συγγενείς του ήταν και πολλά ήξερε για την οικογένειά του.
Ότι κι αν έλεγε αυτός όμως, πράγματι δεν μπορούσα να διαθέσω κάπου αυτά που μου έδειξαν. Κανείς δηλαδή δεν ενδιαφέρθηκε να τα δει έστω, αφού σε όλους ήταν γνωστά τα Αιγυπτιακά σχέδια και χρώματα, όπως κι ο τρόπος παραγωγής τους.
Μιχάλης Αλταλίκης