Παραμονές Χριστουγέννων και ο Γενάρης μήνας της χρονιά του 1999

   Μετά από την πανήγυρη της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας, φτάσαμε και στις παραμονές των Χριστουγέννων εκείνης τις χρονιάς, οπότε, ήρθε η ώρα κι ο καιρός να τιμήσουμε και τον Άγιο Νικόλαο πανηγυρικά κι ως εκ τούτου, πάλι έτρεχα να μαζεύω τις απαραίτητες προμήθειες, για την μονή, τους μοναχούς, όπως και για τους αναμενόμενους προσκυνητές, οι οποίοι θα πλησίαζαν τους τετρακόσιους κατά την εκτίμηση των πατέρων.

Και σ’ αυτήν την πανήγυρη δέχεται πολλούς επισκέπτες η μονή μας όπως σας είπα κι όλοι αυτοί, επίσης έρχονται από πολλά μέρη της γης. Επειδή όμως θεωρείτε πατερική εορτή αυτή του Αγίου Νικολάου, έρχονται και πολλοί μοναχοί από τα μοναστήρια του Αγίου Όρους να τον τιμήσουν.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, οι ψαλμωδίες των πατέρων που παίρνουν θέση στους χορούς των ψαλτών, είναι αναλόγως εκφραζόμενες κι έτσι κανείς δεν θέλει να τις χάσει. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που όπως και στην πανήγυρη της Αγίας Αναστασίας, προτιμούν να στέκονται έστω κι ασφυκτικά όρθιοι μέσα στην εκκλησία όλη την νύχτα, παρά να βγουν έξω και να τις ακούν από τα ραδιόφωνα.

Όπως πάντα όμως, προ παραμονή και πάλι προγραμμάτισα να μεταφέρω τις ανάλογες προμήθειες στο μοναστήρι μας, αν κι ο καιρός ήταν καλός θα λέγαμε και τίποτε το κακό δεν μας προμήνυε.

Εκείνη την φορά μάλιστα, είχα φέρει μαζί με τα υπόλοιπα αναγκαία κι όλα εκείνα που θα διέθεταν οι πατέρες στους επισκέπτες τους προκειμένου να τους φιλοξενήσουν επαρκώς, όπως στρώματα, κρεβάτια, μαξιλάρια και τα σχετικά σεντόνια δηλαδή, αφού κατά τις πανηγύρεις και λίγα, λίγα, αναπληρώναμε τα κενά που είχαμε.

Κι όλα αυτά πάλι τα κάναμε τότε, όχι από αμέλεια, ή από ενέργειες της τελευταίας στιγμής, αλλά από ανάγκη, δεδομένου ότι ήταν πολύ δύσκολο το να αντιμετωπιστούν οικονομικά αυτές ειδικά οι προμήθειες, αφού πολλές άλλες είχαν προτεραιότητα.

Και τα ανάλογα γλυκά που θα χρειαζόταν για τον εαυτό τους οι πατέρες, όπως για τους επισκέπτες τους έφερα κι επειδή εκείνες οι μέρες είναι νηστίσιμες, πεντακόσια νηστίσιμα προφιτερόλ είχα καλά συσκευασμένα μέσα σε χαρτόκουτα.

Με το φορτηγάκι μου βέβαια τους τα μετέφερα στο μοναστήρι εκείνη την φορά κι επειδή μέχρι την προκυμαία μπορούσα να φτάσω, όλα όσα είχα σ’ αυτό, με τα μουλάρια τα ανέβαζαν οι πατέρες στους χώρους της μονής όπως πάντα.

Τα μουλάρια όμως είναι ιδιότροπα ζώα και αλίμονο σε όποιον βρίσκεται πίσω τους, γιατί μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να αρπάξει καμιά κλοτσιά. Είναι και μερικά ήσυχα βέβαια, αλλά ποτέ δεν είναι σίγουρο αυτό.

Ο αρχηγός τους όμως, είναι ανυπόμονος και ποτέ δεν αφήνει κάποιο άλλο από την ομάδα τους να περάσει μπροστά από αυτόν, γι’ αυτό και φεύγει μόλις του φορτώσουν κάτι. Για να μη μεταφερθεί το άγχος του στα υπόλοιπα δέκα τον αριθμό, φορτώνουν τον αρχηγό πρώτα, τον οποίο και κρατούν δεμένο κάπου στην συνέχεια, μέχρι να φορτωθούν και τα υπόλοιπα, ώστε όλα μαζί τα πράγματα να μεταφέρουν στους χώρους της μονής.

Από το άγχος που είχε αυτός όμως, μη τυχόν και του πάρει κάποιο άλλο μουλάρι την πρωτιά, λύθηκε από μόνος του εκείνη την φορά και λυμένος καθώς ήταν, έτρεχε να πάρει την θέση του στο καραβάνι. Και για να κάνει αυτό που σκέφτηκε, έσπρωχνε και κλοτσούσε συνεχώς όποιο από τα υπόλοιπα εύρισκε μπροστά του, αδιαφορώντας τελείως για τα κιβώτια με τα προφιτερόλ που μετέφερε.

Από το τράνταγμα δε που δέχτηκαν αυτά, λύθηκαν από τα σχοινιά που τα κρατούσαν δεμένα στο σαμάρι του κι όπως ήταν αναμενόμενο πια κι αυτό, βρέθηκαν να σέρνονται και για αρκετά μέτρα μάλιστα στο έδαφος μέχρι που να καταλήξουν ελεύθερα θα έλεγα στην τσιμεντένια πλατεία της προβλήτας.

Βλέποντας κι εγώ τις κινήσεις του μουλαριού όμως, έτρεχα πίσω του με αγωνία να δω την κατάσταση που θα εύρισκα τα ευαίσθητα προφιτερόλ. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, ανήσυχος άνοιγα ένα, ένα τα κιβώτια στην συνέχεια, αλλά και με ανακούφιση παρατηρούσα ότι τίποτε δεν έπαθαν.

Ευτυχώς για όλους μας δηλαδή, γιατί δεν ήταν μόνον η αξία τους που έπρεπε να υπολογίζουμε, όπως κι ο κόπος αυτών που μας τα έκαναν βέβαια, αλλά και χρόνος δεν υπήρχε πλέον ώστε να επαναλάβουμε την αντικατάστασή τους. Το χειρότερο όμως για την περίπτωση ήταν, ότι δεν θα είχαμε να δώσουμε κάποιο άλλο γλυκό στους επισκέπτες μας, αφού δεν ήταν εύκολο να βρούμε και τα υλικά εγκαίρως.

Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν, αφού δεν πάθαμε κάτι ανεπανόρθωτο κι αφού όλα τα υπόλοιπα των ετοιμασιών της πανήγυρης που φρόντισαν οι πατέρες ήταν άψογα διατεθειμένα, έλιξε καλώς αυτή εις ικανοποίηση και του Αγίου Νικολάου, ο οποίος κάλυψε πνευματικά και με το παραπάνω μάλιστα τις επιθυμίες όλων όσων ήρθαν να Τον τιμήσουν.

Πέρασε βέβαια η πανήγυρης του Αγίου Νικολάου και λίγο αργότερα σύμφωνα με το Αγιορείτικο ημερολόγιο πάντα, γιορτάσαμε αναλόγως και τις Άγιες γιορτές των Χριστουγέννων που ακλούθησαν, καθώς και την είσοδο της νέας χρονιάς που ακολουθούσαμε, το 1999 δηλαδή.

Στα μέσα του Γενάρη όμως πάλι βρέθηκα αντιμέτωπος με τα χιόνια και τους πάγους, τους οποίους άφοβα όπως πάντα πατούσα κατά τις νυχτερινές μου διαδρομές, από και προς την Ουρανούπολη και με την βοήθεια Της Παναγίας μας όπως πάντα, τίποτε δεν επέτρεπα καθ’ οδόν να ταράξει την ψυχραιμία μου, όπως και την κόπωσή μου.

Κι αφού ήμουν αρκετά κουρασμένος, όπου νύσταζα κοιμόμουν κατά την συνήθειά μου, έστω και στην άκρη του δρόμου κάποιας πλατείας από τα χωριά που περνούσα. Είχα ένα στρατιωτικό υπνόσακο μαζί μου για την συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά όταν κοιμάται κανείς σε υπαίθριο και χιονισμένο όπως και παγωμένο τοπίο μέσα στο αυτοκίνητό του, όσο κι αν σκεπάζεσαι, το κρύο τον πιρουνιάζει.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που κοιμόμουν λίγο, ή το πολύ μια ώρα μόνον, αφού ξυπνούσα από τον πόνο που με προκαλούσαν τα γόνατά μου ως επί το πλείστον, τα οποία δύσκολα έβαζα ξανά σε λειτουργία. Κατά την επιστροφή στο σπίτι μου δηλαδή κοιμόμουν καλά όταν έφτανα, αφού δεν είχα να κάνω κάποια άλλη δουλειά μετέπειτα, αλλά και δεν με απασχολούσε πλέον, το πόση ώρα θα σπαταλούσα γι’ αυτόν τον λόγο.

Όταν ήταν να επιχειρήσω την εκτέλεση του δρομολογίου μου όμως, από την Θεσσαλονίκη προς στην Ουρανούπολη δηλαδή, καθόλου δεν με απασχολούσε ο ύπνος που μου έλειπε, αλλά και χρόνο δεν είχα στην διάθεσή μου ώστε να τον αναπληρώσω κάπου. Έκλειναν τα μάτια μου όμως πολλές φορές, ιδικά όταν ήμουν πολύ κουρασμένος κι αυτό, όντως ήταν πολύ επικίνδυνο, αν με έπιανε ο ύπνος την ώρα που οδηγούσα.

Έφευγα κατά τις δέκα το βράδυ από το σπίτι μου όπως σας είπα προκειμένου να φορτώσω τις προμήθειές μου και μετά από τις δώδεκα ξεκινούσα το δρομολόγιο μου για την Ουρανούπολη κι αυτό πάλι το έκανα, όταν τελείωνα την φόρτωση των ευαίσθητων στο φορτηγάκι μου. Υπολόγιζα μετά μιάμιση ώρα για την διαδρομή μου στην συνέχεια και μιάμιση ώρα περίπου, ή και παραπάνω πολλές φορές, την διαδικασία της εκφόρτωσή τους, όπως και την τακτοποίησή τους στο καραβάκι.

Από εκεί και μετά δηλαδή, δρομολογούσα καθώς έπρεπε και την επιστροφή μου κι όπου νύσταζα, πάρκαρα σε μια άκρη το φορτηγάκι μου και κοιμόμουν ήσυχος στα χωριά που συναντούσα.

Παρ’ όλα αυτά όμως, ποτέ δεν έφτασα αργά στο καραβάκι, ώστε να προκαλέσω κάποια σύγχυση στους υπόλοιπους που το χρησιμοποιούσαν για τους ίδιους με τους δικούς μου λόγους, όπως και ποτέ δεν έδωσα αφορμή στον καπετάνιο του να με μαλώνει, γιατί εξαιτίας την αμέλειάς μου, προκάλεσα την αργοπορία του δικού του θαλάσσιου δρομολογίου.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που όταν ξεκινούσα από το σπίτι μου το δρομολόγιό μου, έβαζα και το ξυπνητήρι μας να μου θυμίζει την ώρα, ώστε να μην χάσω καθόλου την σειρά μου, αν και συνήθως ήμουν ξυπνητός ακόμη πριν το επιχειρήσω.

Να όμως που έδωσα μια μέρα την αφορμή στον καπετάνιο και μου έκανε την παρατήρηση που δεν ήθελα να ακούσω. Είχα φορτώσει από νωρίς το φορτηγάκι την συγκεκριμένη μέρα, κατά της δέκα το βράδυ δηλαδή κι αμέσως μετά πήγα στο σπίτι μου.

Όταν βρέθηκα εκεί βέβαια, ετοίμασα τα χαρτιά μου όπως κι αυτά που έπρεπε να έχω μαζί μου προκειμένου να είμαι έτοιμος κι αφού είχα αρκετό χρόνο στην διάθεσή μου, ξάπλωσα κάπως προκειμένου να ξεκουραστώ, με την προϋπόθεση όμως, να ξεκινήσω κατά τις δύο το πρωί από την Θεσσαλονίκη για την Ουρανούπολη.

Βεβαίως κι έβαλα το ξυπνητήρι να κτυπήσει στις δύο και για να φύγω αμέσως, με τα ρούχα μου ξάπλωνα στον καναπέ μας χαζεύοντας στην τηλεόραση, αλλά και καθόλου δεν νύσταζα. Μέχρι και τις δύο παρά δέκα δηλαδή ήμουν ξυπνητός κι απλώς περίμενα την λήξη της ώρας που προγραμμάτισα να σηκωθώ και κατεβαίνοντας από την πολυκατοικία μας να βρεθώ στο αυτοκίνητό μου, αφού στην είσοδό της το είχα παρκαρισμένο.

Μαζί με το ξυπνητήρι μας όμως, είχαμε κι ένα μεγάλο ρολόι τοίχου στο σαλόνι μας, το οποίο και κτυπούσε σαν καμπάνα τις ώρες, οπότε δεν ανησυχούσα αν κάποιο από τα δυό πάθαινε κάποια βλάβη ξαφνικά και μου χαλούσε το πρόγραμμα.

Δεν ξέρω να σας πω τώρα πώς έγινε αυτό, αλλά όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, στις δύο παρά δέκα σταμάτησε να δουλεύει το ξυπνητήρι λόγω μπαταρίας. Σ’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα όμως, με πήρε ο ύπνος για τα καλά και τόσο καλά μάλιστα που δεν άκουσα ούτε και το ρολόι του τοίχου να κτυπά δύο φορές με την καμπάνα του, οπότε, συνέχισα να κοιμάμαι του καλού καιρού.

Ξύπνησα και πάλι όμως κι όπως έπρεπε, περίμενα να ακούσω το ξυπνητήρι πια, γιατί ο χρόνος που πέρασε από την στιγμή που το είδα να δείχνει δύο παρά δέκα, μου φάνηκε μικρός κι ως εκ τούτου, δικαιολογημένα περίμενα να ακούσω το κουδούνισμα του, αφού τα μάτια μου τα είχα κλειστά ακόμη και δεν έβλεπα τις κινήσεις του.

Αντί αυτού όμως, άκουσα το ρολόι του τοίχου να κτυπά και μετρώντας τους κτύπους της καμπάνας του, τινάχτηκα σαν ελατήριο όρθιος όταν μέτρησα τέσσερις από αυτούς. Στρέφοντας τα μάτια μου προς το ίδιο ρολόι με αγωνία στην συνέχεια, έβλεπα να δείχνει όντως τέσσερις, οπότε, άρπαξα τα χαρτιά μου κι ότι άλλο είχα να πάρω μαζί μου κι αφού με τα ρούχα ξάπλωνα, τρέχοντας θα έλεγα κατέβηκα στον δρόμο και μπαίνοντας στο φορτηγάκι μου, με την ίδια φόρα ξεκίνησα το δρομολόγιό μου.

Τέσσερις ήταν η ώρα κι εγώ ακόμη βρισκόμουν στο σπίτι μου. Ήθελα μιάμιση ώρα μέχρι να φτάσω στην Ουρανούπολη, αν βέβαια μπορούσα να τα καταφέρω, αλλά δεν είχα χρόνο να ξεφορτώσω τα πράγματά μου στο καραβάκι, το οποίο θα ξεκινούσε το δικό του ταξίδι στις πεντέμιση όπως πάντα.

Έτρεχα στον δρόμο ώστε να πιάσω τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο κι αν έφτανα στην ώρα μου, θα παρακαλούσα τον καπετάνιο να κάνει λίγη υπομονή μέχρι να τα ξεφορτώσω, αν κι αμφέβαλα για το αποτέλεσμα.

Ήταν η πρώτη μου φορά που βρέθηκα εκτεθειμένος χρονικά και λογικά ποια τα έβαζα με τον εαυτό μου, γιατί με πήρε ο ύπνος στο παραπέντε κι εγώ ακόμη περίμενα να χτυπήσει το ρολόι. Κι επειδή δεν ήθελα να εκτεθώ και στον καπετάνιο όπως καταλαβαίνετε, φορτώθηκα πολύ άγχος.

Αν με έβρισκε να ξεφορτώνω τα πράγματα, θα ήταν ποιο εύκολο να του ζητήσω λίγη υπομονή. Αν όμως έβλεπε να έρχομαι στην προβλήτα της Ουρανούπολης μετά από αυτόν, τότε, πολύ δύσκολα θα τον υποχρέωνα να με υπομείνει κι ένα σορό λόγια θα μου έλεγε με το δίκαιό του.

Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, ζόριζα το φορτηγάκι μου ώστε να κάνει κάτι παραπάνω από τις δυνάμεις του, το οποίο όμως πράγματι δεν μπορούσε να αποδώσει, δεδομένου ότι και το βάρος που μετέφερε ήταν πάνω από τα όριά του κι έτσι, δεν του επιτρεπόταν να κάνει τίποτε παραπάνω από τα συνηθισμένα, αφού κι αυτά που έκανε, από το ζόρισμα που του έκανα εγώ τα απέδιδε.

Όταν βρέθηκα στην Αρναία πια κι έβλεπα ότι για πέντε λεπτά, ίσως και να μην προλάβαινα το καραβάκι, αποφάσισα να τον καλέσω στο κινητό του και να τον παρακαλέσω για πρώτη μου φορά έστω να με περιμένει.

Αν του έλεγα όμως ότι βρισκόμουν στην Αρναία, θα υπέθετε ότι ήθελα μια ώρα ακόμη μέχρι να φτάσω στην Ουρανούπολη, οπότε, δεν θα με περίμενε, αφού τόσος είναι ο χρόνος για όσους χρησιμοποιούν και ξέρουν την συγκεκριμένη διαδρομή.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, μόλις άκουσα την φωνή του στο τηλέφωνο, του έλεγα πολύ ήρεμα ότι βρισκόμουν καθ’ οδόν προς την Ουρανούπολη κι ότι αν ήθελε μπορούσε να με περιμένει για πέντε λεπτά μόνον.

Για να εκτιμήσει κι αυτός τον χρόνο μου όμως, ζητούσε να του πω, που ακριβώς βρισκόμουν. Τί να του έλεγα λοιπόν; Πέντε λεπτά μόνον θέλω σου είπα κι εδώ κοντά είμαι κι όπως σου είπα έρχομαι. Του είπα ψέματα είναι αλήθεια, προκειμένου να με περιμένει, αλλά και δεν έφυγα λεπτό από την ώρα μου.

Πράγματι λοιπό, πέντε και τριάντα πέντε λεπτά έμπαινα φουριόζος στην προβλήτα και με πολύ θόρυβο μάλιστα στάθηκα μπροστά στην σκάλα του. Βλέποντας με εκεί, έλεγε και με το δίκαιό του. Αφού ήσουν τόσο κοντά ρε, γιατί ανησυχούσες τόσο πολύ;

Τίποτε βέβαια δεν του είπα εκείνη την στιγμή, αλλά κι αυτός, δεν με άφησε αβοήθητο. Έβαλε μια φωνή προς τους επιβάτες του, στους οποίους κι έλεγε ότι έπρεπε να με βοηθήσουν προκειμένου να ξεκινήσουν γρήγορα, γιατί διαφορετικά, θα περίμεναν δύο ώρες μέχρι να κατεβάσω μόνος μου όσα μετέφερα μέχρι εκεί.

Δυσανασχέτησαν βέβαια αυτοί είναι αλήθεια, αλλά και σε πέντε λεπτά με ξεφόρτωσαν. Ήταν και η μόνη φορά όμως που δεν σήκωσα εγώ ούτε ένα πράγμα από αυτά που μετέφερα και δεν ήταν λίγα όπως σας είπα, αφού ξεπερνούσαν τον ενάμιση τόνο σε βάρος.

Στον καπετάνιο όμως, μετά από δέκα χρόνια είπα ότι από την Αρναία του ζήτησα να με περιμένει για πέντε λεπτά κι ότι επίτηδες του είπα ότι ήμουν καθ’ οδόν, για να μου κάνει εύκολα την χάρη που του ζήτησα. Αν μου έλεγες ότι ήσουν στην Αρναία επιβεβαίωνε κι αυτός, σίγουρα δεν θα σε περίμενα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *