Πολίτης πλέον

Βρέθηκα να αιωρούμαι

mixail-150x1501  Έχοντας το απολυτήριο του στρατού στα χέρια μου, αποχαιρέτησα πλέον τον στρατό και επέστρεψα στο σπίτι μου. Εκεί με περίμενε η μητέρα μου όπου με υποδέχτηκε ευχόμενη το γνωστό σε όλους μας καλός πολίτης και μ’ αυτήν την μικρή ευχή, μπήκα στην μετά τον στρατό ζωή μου.

 Το βράδυ εκείνης της μέρας, όταν επέστρεψαν από τις εργασίες τους ο πατέρας μου, οι αδελφές μου και μερικοί φίλοι που πληροφορήθηκαν το γεγονός, μου έκαναν μια μικρή γιορτή, έτσι για να καλωσορίσουμε μ’ αυτήν όπως το συνηθιζόταν τότε, την επιστροφή του στρατιώτη στο σπίτι του.

  Όταν τελείωσε η γιορτή μας, βρήκε ο πατέρας μου την ευκαιρία να μου κάνει και μια γρήγορη ενημέρωση για τα οικογενειακά μας θέματα και ανάμεσα σ’ αυτά μου έλεγε ότι ένας από τους φίλους μου, ζήτησε να αρραβωνιαστεί την μεγαλύτερη από τις δύο αδελφές μου και ότι αυτός θέλησε να μου το ανακοινώσει ο ίδιος προσωπικά, γι’ αυτό και δεν έγινε καμιά κουβέντα εκείνο το βράδυ μπροστά του.

 – Είναι καλό παιδί είπα στον πατέρα μου. Ας τους αρραβωνιάσουμε.

 – Δικό σου φίλος είναι, πρόσθεσε εκείνος και εσύ θα ζήσεις μαζί τους περισσότερα χρόνια από μένα, γι’ αυτό πρόσεξε μην κάνουμε κανένα λάθος, γιατί όποια προβλήματα κι αν έχει η αδελφή σου μαζί του στο μέλλον, εσύ θα τα φορτωθείς.

 – Όπως εμείς, έτσι και αυτός του είπα, έχει τα κουσούρια του, αλλά σε γενικές γραμμές είναι υπεύθυνο και ηθικό άτομο και απ’ όσο τον γνωρίζουμε αγαπάει την δουλειά και δεν νομίζω ότι θα έχουμε κάποιο προβλήματα μαζί του.

 Την επομένη το πρωί όμως, πήγα και τον βρήκα στο κατάστημα που εργαζόταν και αφού τον περίμενα να σχολάσει, φύγαμε μαζί για το σπίτι, όπου καθ’ οδόν, βρήκε αυτός τον χρόνο να μου ανακοίνωσε την απόφαση του να παντρευτεί την αδελφή μου.

 Ήταν συνομήλικος μου και εργαζόταν τότε, αλλά δεν είχε πάει ακόμα στρατιώτης. Επειδή σε λίγο θα πήγαινε και αυτός να υπηρετήσει την πατρίδα του, συμφωνήσαμε έτσι ώστε να αντιμετωπίσουμε τα του γάμου τους, μετά κι από την δική του απόλυση από τον στρατό.

  Ο φίλος και μέλλοντας  γαμπρός μου πλέον, αν και δεν υπηρέτησε ακόμη στον στρατό είχε δουλειά και δεν χρειαζόταν σαν και μένα που ήμουν ήδη πολίτης να την ψάχνει παντού.

 Πέρασαν μερικές μέρες κι ενώ εγώ όπως πάντα έψαχνα να βρω το που θα ενταχθώ ως εργαζόμενος, με σύστησε αυτός σε κάποιον γνωστό του ασφαλιστή, ο οποίος και μου πρότεινε να εργαστώ στο γραφείο του, με αποτέλεσμα να βρεθώ κι εγώ να εργάζομαι ως ασφαλιστής.

 Δεν ήξερα τι είδους δουλειά ήταν αυτή, γι’ αυτό και ώσπου να μπω στο πνεύμα της, έκανα τις εισπράξεις των ασφαλίστρων απ’ όσους πελάτες είχαν ήδη ασφαλισμένους.

  Θέλοντας να γιορτάσουμε κάπως, την δική τους απόφαση να ζήσουν μαζί το υπόλοιπο της ζωής τους, την δική μου απόλυση από τον στρατό, όπως και την πρόσφατη ένταξη μου στη κοινωνία των εργαζομένων, βγήκαμε ένα απόγευμα έξω και πήγαμε να φάμε σε μια ταβέρνα στην περιοχή της Κρήνης, δεδομένου ότι μου άρεσαν πολύ τα μύδια, τα οποία έτρωγα μεν όταν τα έβρισκα, αλλά και τα φοβόμουν συγχρόνως, χωρίς να ξέρω τον λόγο.

 Εξαιτίας αυτού του απροσδιόριστου φόβου λοιπόν, ζήτησα κάτι άλλο για φαγητό όταν καθίσαμε στο τραπέζι της ταβέρνας που επιλέξαμε, ενώ η αδελφή μου που δεν είχε τέτοιους φόβους, ζήτησε να της φέρουν μια μερίδα μύδια τηγανιτά.

 Καθώς τρώγαμε λοιπόν, ζήλεψα τα μύδια της και πήρα ένα από το δικό της πιάτο.

 – Πάρε και άλλο, έλεγε η αδελφή μου.

 – Όχι, της απάντησα, δεν θέλω άλλο και συνεχίσαμε τον σκοπό μας.

 Τελειώσαμε κάποια στιγμή από την ταβέρνα και μετά απ’ αυτήν, πήγαμε σε ένα ζαχαροπλαστείο, έτσι για να συμπληρώσουμε την βραδιά μας με κάτι γλυκό.

 Πριν ακόμη καθίσουμε στις καρέκλες του, άρχισε να με ενοχλεί το στομάχι μου, αλλά δεν του έδωσα και πολύ σημασία. Όσο περνούσε η ώρα όμως εκείνη η ενόχληση γινόταν πιο έντονη.

 Για να μη τους χαλάσω την βραδιά, δεν είπα τίποτε στην αδελφή μου για την ενόχληση που αισθανόμουν και όταν πια πήραμε την απόφαση να φύγουμε και από το ζαχαροπλαστείο, τους πρότεινα να πάρουμε ταξί για την επιστροφή μας, υπολογίζοντας ότι έτσι θα ήταν καλύτερα για μένα, αφού θα φτάναμε νωρίτερα στο σπίτι.

 Για τους δικούς τους λόγους όμως αυτοί, θέλησαν να καθυστερήσουμε περισσότερο την επιστροφή μας, γι’ αυτό κι αντί του ταξί, ζήτησαν να επιστρέψουμε χρησιμοποιώντας το αστικό λεωφορείο.

  Πήραμε λοιπόν το λεωφορείο και καθίσαμε όπου βρήκαμε όταν μπήκαμε μέσα, αφού οι ελεύθερες θέσεις δεν ήταν και πολλές. Όσο ταξιδεύαμε μ’ αυτό όμως, η ενόχληση που είχα στο στομάχι μου όχι μόνον δεν περνούσε, αλλά μεγάλωνε ακόμη περισσότερο.

 Έκανα υπομονή ελπίζοντας να φτάσουμε γρήγορα στο σπίτι μας και εκεί πια υπέθετα ότι θα καταλάγιαζε αυτή, αν και δεν ήξερα τι ήταν αφού τίποτε δεν μπορούσα να υποθέτω για την αιτία της προέλευσής της.

 Στην μέση περίπου της διαδρομής για το σπίτι μας όμως, βρισκόμουν ήδη σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί και έντονη δυσφορία αισθανόμουν μέσα μου και να αναπνεύσω μου ήταν πολύ δύσκολο.

 Θεωρώντας ότι το γεμάτο από ανθρώπους λεωφορείο μου μεγάλωσε το πρόβλημα και ότι η έλλειψη οξυγόνου που υπήρχε σ’ αυτό δυσκόλευε την κατάσταση μου, σκέφτηκα να σηκωθώ από την θέση μου και να πλησιάσω κάποια από της πόρτες του, προκειμένου να αναπνέω από εκεί μπόλικο οξυγόνο όταν τις άνοιγε ο οδηγός στις στάσεις που έκανε.

 Σηκώθηκα λοιπόν από την θέση μου αφού το μελέτησα και στάθηκα κοντά στην μπροστινή πόρτα του λεωφορείου και δίπλα απ’ τον οδηγό, που βλέποντας να στέκομαι κοντά του, με κοιτούσε περίεργα.

 Στην επόμενη στάση που έκανε αυτός, σκοτείνιασαν ξαφνικά τα μάτια μου και όλα γύρω μου γύριζαν. Από την δυσφορία δε που ένιωθα, δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω, αλλά ούτε και ν’ αναπνεύσω, γι’ αυτό και είπα μέσα μου ότι μάλλον ήρθε η ώρα να πεθάνω και επειδή δεν μπορούσα να δω την αδελφή από εκεί που βρισκόμουν προκειμένου να την χαιρετίσω τουλάχιστον πριν φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο, πολύ στεναχωρήθηκα.

 Απασχολημένη αυτή και ο γαμπρός μου με τα δικά τους, δεν παρατηρούσαν τις δικές μου κινήσεις μέσα στο αστικό, αλλά και αρκετά πίσω μου βρισκόταν ώστε να βλέπουν κάτω από ποιες συνθήκες αντιμετώπιζα εγώ τον εαυτό μου, που όπως είπα τον ένιωθα να φεύγει από την ζωή.

 Είχα ένα εν μέρη μπλακ άουτ θα έλεγα, γι’ αυτό και μια σκοτείνιαζαν τα πάντα γύρω μου και μια επανερχόταν. Την στιγμή που ξεκινούσε όμως το λεωφορείο για την επόμενη του στάση, αισθάνθηκα την κατάσταση μου πολύ χειρότερη και μην ξέροντας τι άλλο να κάνω, βρήκα το κουράγιο και ζήτησα από τον οδηγό να μου ανοίξει την πόρτα του.

 – Άνοιξε την πόρτα σου να κατέβω του είπα. Δεν είμαι καλά.

 Αυτά μόνον πρόλαβα να του πω και κινήθηκα με τα βίας προς τα σκαλοπάτια τις πόρτας του, αδιαφορώντας για την απαγόρευση που έχει, βάση της οποίας δεν του επιτρέπετε να ανοίξει την πόρτα του όταν το λεωφορείο βρίσκεται εν κινήσει. Αλλά ούτε και στο ενδιάμεσο της διαδρομής του πηγαίνοντας προς την επόμενη στάση έχει τέτοιο δικαίωμα και κανένας λόγος όπως και κανένας επιβάτης δεν μπορούσε να του το επιβάλει.

 Δεν ξέρω τι έγινε όμως, ή τι σκέφτηκε εκείνος ο οδηγός παρατηρώντας με, γιατί και το λεωφορείο του σταμάτησε και την πόρτα του άνοιξε. Βλέποντας την αυτήν ν’ ανοίγει, πάτησα με το δεξί μου πόδι στο κάτω σκαλοπάτι της και πριν προλάβω να ευχαριστήσω τον οδηγό για ότι έκανε για μένα, έπαθα γενικό μπλακ άουτ.

 Από εκείνη την στιγμή και μετά, δεν έχω καταγεγραμμένο στην μνήμη μου τίποτε. Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι, όπως δεν ξέρω και τι έκανα μετά από το ότι είδα την πόρτα του λεωφορείου να ανοίγει.

 Όταν πια άνοιξαν τα μάτια μου και ήρθα στον εαυτό μου, δεν ήξερα ούτε που ήμουν, αλλά ούτε και σε πια κατάσταση βρισκόμουν. Αισθανόμουν μόνον το ότι με διαπερνούσε ο κρύος αέρας και ότι ήμουν πολύ ελαφρύς και τόσο ελαφρύς μάλιστα, που καθόλου δεν ξεχώριζα από την σύσταση που έχει ο αέρας.

 Εκείνο που με παραξένευε όμως, ήταν ότι ενώ έβλεπα κανονικά και καθαρά, δεν μπορούσα να δω καθόλου το σώμα μου. Όσο και αν το έψαχνα αυτό μάλιστα, πουθενά δεν το έβρισκα.

 Απορούσα μ’ αυτό που μου συνέβαινε, γι’ αυτό και ρωτούσα τον εαυτό μου να μου πει, σε ποια στάση βρίσκομαι, ώστε να μη μπορώ να δω το σώμα μου.

 Έφερνα τα χέρια μου μπροστά μου, αλλά δεν τα έβλεπα. Άπλωνα το δεξί μου χέρι να πιάσει το αριστερό μου μπράτσο και δεν έπιανα τίποτε. Δοκίμασα να πιάσω την κοιλιά μου, αλλά ούτε κι αυτήν κατάφερα να πιάσω, οπότε βεβαιώθηκα πλέον ότι τίποτε από το σώμα μου δεν ήταν εκεί.

  – Πω, πω, είπα. Αέρας έγινα. Αλλά γιατί; Ρωτούσα τον εαυτό μου, αφού μόνος ήμουν εκεί, λογική απάντηση όμως δεν έπαιρνα από πουθενά.

  Δεν ξέρω πως έγινε αυτό, αλλά μετά από λίγο, θυμήθηκα το που ήμουν και το τι έκανα πριν, γι’ αυτό και συμπέρανα ότι μάλλον πέθανα την στιγμή που άνοιγε η πόρτα του λεωφορείου.

 Πέθανα λοιπόν ήταν το συμπέρασμα και αφού δέχτηκα ήρεμα τον θάνατο μου, άρχισα ύστερα να σκέφτομαι, το τι πρέπει να κάνω ως πεθαμένος.

 Προσπάθησα να μετακινηθώ κάνοντας βήματα, όπως όταν βρισκόμουν στην ζωή, αλλά αγνοώντας τον λόγο δεν μπορούσα να τα κάνω.

 – Επειδή δεν έχω σώμα μάλλον, σκέφτηκα, γι’ αυτό και δεν μπορώ να μετακινηθώ.

 Αφού δεν μπορούσα να μετακινηθώ μόνος μου λοιπόν, δεν είχα παρά να περιμένω εκεί που βρισκόμουν, μέχρι που να δω τι θα γίνει και τι θα μου προκύψει από εκείνη την άγνωστη κατάσταση στην οποία ζούσα μεν αλλά χωρίς να συμμετέχω πουθενά σωματικά.

 Μέχρι να γίνει όμως κάτι, απασχολούσαν όπως καταλαβαίνετε αρκετά ερωτήματα το μυαλό μου και εκείνο που με προβλημάτιζε περισσότερο απ’ όλα, ήταν το που πηγαίνουν οι άνθρωποι όταν πια πεθάνουν.

 Αδυνατούσα να απαντήσω εφόσον για πρώτη μου φορά ήμουν πεθαμένος, αλλά και πάλι απορούσα για το πως μπορούν να κατευθυνθούν κάπου οι πεθαμένοι, αφού όπως και το έβλεπα αυτό να γίνεται, δεν μπορούν να μετακινηθούν μόνοι τους.

 Έκανα λοιπόν τις ερωτήσεις μου στον εαυτό μου, αλλά και ένα σορό προσπάθειες έκανα συνεχώς, προκειμένου να μετακινηθώ έστω και για λίγο από την θέση που βρισκόμουν, πλην όμως πάντα χωρίς αποτέλεσμα.

 Αν ανακάλυπτα όμως τον τρόπο να κινηθώ, σίγουρα θα έκανα μετά προσπάθειες να πάω μακρύτερα, αλλά παρά τις προσπάθειες μου, ούτε προς τα πάνω, ούτε προς τα κάτω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά ήταν δυνατόν να κινηθώ.

 Έμενα σταθερά στο ίδιο σημείο δηλαδή και ήταν έτσι αυτό, που θαρρείς και ήμουν κολλημένος εκεί, αδυνατώντας να κάνω οτιδήποτε έβαζα στο μυαλό μου.

 Είχα ακούσει βέβαια ότι τους πεθαμένους έρχονται και τους παίρνουν, γι’ αυτό και απορούσα για τον λόγο που κανείς δεν εμφανίστηκε εκεί προκειμένου να πάρει και μένα.

 Ή δεν με βλέπουν έλεγα μέσα μου, ή δεν με έχουν γραμμένο στα βιβλία τους. Αλλά μάλλον κατέληξα να πω στον εαυτό μου, ότι με άφησαν ελεύθερο να πάω όπου θέλω. Όπως αποδείχτηκε όμως αυτό, ούτε αυτό ήξερα πως να το κάνω.

 Συμφωνούσα με τον εαυτό μου, ότι εκείνη την στιγμή τουλάχιστον δεν μπορούσα να κουνηθώ ούτε βήμα από την θέση μου, αλλά αν ύστερα από λίγο το μπορούσα, τι θα έπρεπε να κάνω και που θα έπρεπε να πάω;

 Να πάω στα μνήματα απαντούσα, αλλά εκεί πηγαίνουν τα σώματα των πεθαμένων και τα διαβάζουν μάλιστα πριν τα θάψουν. Πως λοιπόν να πάω εκεί και αφού δεν θα έχω σώμα να διαβάσουν;

 Με περνούσε από το μυαλό μάλιστα και το να πάω στο σπίτι μου αν το μπορέσω, αλλά και πάλι τι θα έλεγα στην μητέρα μου; Ήρθα και είμαι πεθαμένος;

 Άσκημα έμπλεξα έλεγα και αφού δεν μπορούσα να κάνω τίποτε από όσα σκεφτόμουν, αποφάσισα στο τέλος ότι μάλλον έπρεπε να περιμένω με υπομονή εκεί αυτόν που πιθανόν θα ερχόταν να με πάρει, μη τυχόν και ήταν κάπου αλλού  αυτός απασχολημένος.

 Μέχρι να φανεί όμως αυτός, υπέμεινα την αναμονή του. Έτσι όπως ήμουν απασχολημένος όμως με τον εαυτό μου και έψαχνα να βρω τα μέλη του σώματος μου, διαπίστωσα ότι έβλεπα μεν, αλλά με άλλα μάτια και αφού δεν είχα το κεφάλι μου να με εμποδίζει, έβλεπα παντού σαν να ήμουν μόνον μάτια και τίποτε άλλο.

  Με εκείνα τα μάτια λοιπόν, έβλεπα τα πάντα γύρω μου και προς όλες τις κατευθύνσεις και αφού το μπορούσα αυτό, περιεργαζόμουν τα πάντα γύρω μου. Έτσι βλέποντας όμως, διαπίστωσα ότι ήμουν αιωρούμενος.

 Βρισκόμουν δηλαδή στον αέρα, σαν αέρας, πάνω από ένα περίπτερο και στον ενδιάμεσο χώρο που υπήρχε ανάμεσα στο περίπτερο και στην πρόσοψη της οικοδομή του τετραγώνου που βρέθηκα να αιωρούμαι.

 Από εκεί πάνω λοιπόν, έβλεπα την οροφή του περιπτέρου, πάνω στην οποία ήταν ξεχασμένη μια λαστιχένια μπάλα, που προφανώς έπεσε από κάποιο παιδί όταν έπαιζε στο μπαλκόνι.

 Και τα μπαλκόνια της οικοδομής είχα δυνατότητα να βλέπω, γι’ αυτό και παρατήρησα ότι αυτό του πρώτου ορόφου ήταν γεμάτο από χώματα και σκουπίδια, σαν να είχε να το καθαρίσει η νοικοκυρά του δέκα χρόνια.

 Εφόσον όμως βρισκόμουν ανάμεσα από τους δύο πρώτους ορόφους έβλεπα και το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, η νοικοκυρά του οποίου το διατηρούσε πολύ καθαρό.

 Το ίδιο άλλωστε έκανε και στο εσωτερικό του σπιτιού της, πράγμα που μου επέτρεπαν να βλέπω, τόσο τα αναμμένα φώτα του, όσο και οι ανοικτές του μπαλκονόπορτες.

 Μέσα δε σ’ εκείνο το σπίτι, ήταν όλα τόσο καθαρά όπως έβλεπα και με τόσο μεράκι ήταν στρωμένα τα πράγματα του, που μου έκανε να υποθέτω ότι μάλλον περίμεναν επίσημους επισκέπτες.

 Έβλεπα λοιπόν καθαρά και παντού γύρω μου και δεν χρειαζόταν να γυρίζω το κεφάλι μου δεξιά και αριστερά προκειμένου να το πετύχω.

 Αν και είχα την αίσθηση του σώματος μου όμως, αυτό δεν το είχα μαζί μου, αλλά και δεν ήξερα, ούτε που ήταν, ούτε που το άφησα. Μετά από λίγο όμως κι ενώ κοιτούσα προς τα κάτω και προς το πεζοδρόμιο, είδα να βρίσκονται μαζεμένοι πολλοί άνθρωποι.

 Ήταν μαζεμένοι αυτοί δίπλα από το περίπτερο και όπως πολύ καθαρά φαινόταν αυτό, από περιέργεια ήταν αυτοί εκεί και παρατηρούσαν έναν πεσμένο και ξαπλωμένο άνθρωπο στο πεζοδρόμιο.

 Τους άκουγα όμως να ρωτούν ο ένας τον άλλον, για το τι μπορεί να έπαθε άραγε εκείνος ο νεαρός και πως βρέθηκε εκεί ξαπλωμένος.

 Από ότι και εγώ μπορούσα να δω, πράγματι νεαρός ήταν εκείνος ο άνθρωπος. Εξετάζοντας όμως τα ρούχα που φορούσε, αναγνώρισα τον εαυτό μου.

 – Πω, πω, είπα. Εγώ είμαι αυτός.

 Όπως ήταν λογικό λοιπόν, μετά και από αυτό, πείστηκα για τα καλά πλέον ότι όντως ήμουν πεθαμένος. Παρατηρώντας καλύτερα τον εαυτό μου όμως, είδα ότι ήμουν ανάσκελα ξαπλωμένος και ότι βρισκόμουν μπροστά σε μια ταβέρνα της οποίας ο καταστηματάρχης μου έριχνε ένα κουβά νερό εκείνη την στιγμή, θεωρώντας μάλλον ότι ήμουν μεθυσμένος.

 Επιδίωκαν να με συνεφέρουν με το κρύο νερό όπως υπολόγισα, γι’ αυτό και μετά από το κατάβρεγμα που μου έκαναν, τους άκουσα να λένε απογοητευμένοι.

  – Καθόλου δεν κουνιέται.

 – Πως να κουνηθεί ρε τους έλεγα εγώ από εκεί πάνω, αφού πεθαμένος είναι ο άνθρωπος. Πεθαμένος είμαι ρε τους φώναζα, όχι μεθυσμένος. Γιατί μου ρίχνεται νερό;

 Ότι και αν τους έλεγα εγώ όμως, αυτοί τίποτε δεν άκουγαν, αφού από πουθενά δεν μπορούσε να βγει η φωνή μου, ελλείψει του στόματος μου. Ούτε και να μιλήσω με κάποιον μπορούσα αφού ήμουν πεθαμένος, γι’ αυτό και παρατηρούσα απλά τι έκαναν στο σώμα μου εκείνοι οι περίεργοι.

 Ούτως ή άλλως, καθόλου δεν με ενδιέφερε αν μου έριχναν ή όχι νερό, αφού τίποτε δεν αισθανόμουν, εκτός από τον αέρα που με διαπερνούσε.

 Πέρασε η ματιά μου και στον ευρύτερο χώρο εκείνης της περιοχής όμως και έβλεπα τα αυτοκίνητα που περνούσαν από τον δρόμο, όπως και τα πρόσωπα των ανθρώπων που τα οδηγούσαν.

 Και την περιέργεια τους μάλιστα διέκρινα, όταν και αυτοί κοιτούσαν προς το πεζοδρόμιο τους συγκεντρωμένους ανθρώπους, στην προσπάθεια τους να καταλάβουν τι γίνεται και τι έκαναν όλοι εκείνοι δίπλα από το περίπτερο.

 Αδιαφορώντας και για τις δικές τους ενέργειες όμως, έστρεψα τα μάτια μου μετά τόσο προς τα αριστερά, όσο και προς τα δεξιά της περιοχής που βρισκόμουν και εξαιτίας αυτού, διαπίστωσα ότι μπορούσα να βλέπω και αρκετά πιο μακριά από κει που βρισκόμουν.

 Μαζί μ’ αυτό, παρατηρούσα και τούς ανθρώπους που περπατούσαν στα πεζοδρόμια, γι’ αυτό και εντυπωσιάστηκα από εκείνον τον άντρα που είδα να διασχίζει κάθετα τον δρόμο έχοντας φορά από το απέναντι πεζοδρόμιο.

 Κατευθυνόταν δηλαδή με σταθερό βήμα προς το πεζοδρόμιο που εγώ βρισκόμουν ξαπλωμένος, κρατώντας στα χέρια του μια τσάντα όπως αυτήν που βλέπουμε να έχουν οι γιατροί.

 Εντυπωσιάστηκα όπως είπα μαζί του, γιατί αυτόν τον άνθρωπο τον είδα όταν πια  ήταν στην μέση του δρόμου και μέχρι να συνειδητοποιήσω την παρουσία του εκεί, ήταν ένα βήμα πριν πατήσει το πόδι του στο πεζοδρόμιο που ήταν το σώμα μου.

 Απόρησα για το πως και δεν τον είδα να έρχεται ή να βγαίνει από κάπου αλλού, αφού όπως είπα, από κει ψηλά που ήμουν εγώ έβλεπα τα πάντα, όπως κι όλες τις κινήσεις των ανθρώπων απ’ όπου κι αν ερχόταν ή πήγαιναν.

 – Μα τι έγινε είπα, από τον δρόμο φύτρωσε αυτός;

 Αφού λοιπόν με εντυπωσίασε η από το πουθενά εμφάνιση του, παρακολουθούσα κατ’ ανάγκη πλέον τις κινήσεις του.

 Κρατώντας αυτός την τσάντα του στο αριστερό του χέρι, έκανε τον γύρω του περιπτέρου και με γρήγορο βήμα κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου ήταν συγκεντρωμένοι εκείνοι οι περίεργοι πάνω από το σώμα μου.

 Τους έσπρωχνε αυτούς με το δεξί του χέρι προκειμένου να περάσει, ενώ τον άκουγα συγχρόνως να τους λέει.

 – Ανοίξτε. Ανοίξτε. Είμαι γιατρός έλεγε. Ανοίξτε, είμαι γιατρός.

 – Μπράβο είπα και εγώ. Αλλά πότε πρόλαβε να έρθει τόσο γρήγορα αυτός ο γιατρός;

 Ποιος όμως τον κάλεσε και από που ήρθε, δεν ξέρω. Από την στιγμή πάντως που πλησίασε το σώμα μου και έσκυψε πάνω του, έπαψα να τον βλέπω, αφού μου τον έκρυβαν εκείνοι οι περίεργοι που έκανα κύκλο γύρω του και έσκυβαν πάνω από αυτόν να δουν τι κάνει.

 Δεν ξέρω τι έκανε εκεί κάτω και πάνω από το σώμα μου αφού δεν έβλεπα, αλλά τον άκουγα όταν μου μιλούσε.

 – Έλα, έλα, μου έλεγε κι εγώ του απαντούσα.

 – Αν μπορούσα να κουνηθώ από δω που βρίσκομαι, θα μπορούσα και να φύγω και όπως σου το λέω, δεν θα με έβρισκες πουθενά ώστε να μου ζητάς τώρα να έρθω.

 – Σφίξε το στομάχι σου να κάνεις εμετό, επέμενε να λέει μετά από λίγο.

 – Μ’ αφού δεν έχω σώμα του απαντούσα, πώς να σφίξω το στομάχι μου;

 Αδιαφορώντας για όσα του έλεγα εγώ, αυτός επέμενε και πάλι να με καλεί.

 – Έλα, έλα.

 – Να έρθω του απαντούσα, αλλά πως να το κάνω;

 Μετά από κείνη την μικρή μας κουβεντούλα, δεν ξέρω τι έγινε, ή τι μεσολάβησε, γιατί αισθάνθηκα ξαφνικά να κινούμαι γρήγορα και προς τα κάτω, κάνοντας βουτιά με το κεφάλι μου προτεταμένο θα έλεγα. Σ’ αυτήν την κίνηση, πουθενά δεν συμμετείχα εγώ.

 Είχα όμως πλήρη συναίσθηση του ότι κατέβαινα, όπως και το ότι έμπαινα κατεβαίνοντας μέσα στο σώμα μου και μάλιστα από τα πόδια.

 Μπαίνοντας στο σώμα μου, ένιωσα την τριβή της εισόδου μου κι αυτή ήταν ίδια με εκείνην που νιώθουμε, όταν κάνουμε βουτιά στην θάλασσα.

 Όταν πια μπήκα ολόκληρος μέσα στο σώμα μου, ένιωσα την ύπαρξη μου να πηγαινοέρχεται για λίγο εκεί μέσα, δεξιά, αριστερά, μπρος και πίσω, σαν να αναζητούσε να κεντραριστεί και να τοποθετηθεί πάνω σε κάποια συγκεκριμένη βάση.

 Όσες φορές και αν περνούσα πάνω από αυτήν, είχα στιγμιαία επαφή με το σώμα μου, όπως αυτήν που βλέπουμε να έχουν οι λάμπες, όταν διακόπτεται και επανέρχεται το ρεύμα.

 Κάποια στιγμή όμως κεντραρίστηκα ακριβώς θα έλεγα μ’ εκείνη την βάση, γι’ αυτό και κάθισα σαν σε υποδοχές, όπως κάνουν οι ηλεκτρονικές πλακέτες των μηχανημάτων, όταν αυτές μπαίνουν στις θέσεις τους.

 Μόλις όμως κάθισα στην συγκεκριμένη θέση, αυτομάτως ήρθαν όλες οι λειτουργίες του σώματος μου και έτσι όπως έγινε αυτό, ήταν σαν να συνδέθηκα με το κεντρικό σύστημα ελέγχου.

 Συνδεδεμένος μ’ αυτό λοιπόν, απέκτησα αμέσως όλες μου τις αισθήσεις και αυτές ήταν έτσι όπως τις ξέρουμε. Εκείνη την στιγμή, άκουγα τον γιατρό που και πάλι μου έλεγε.

 – Σφίξε το στομάχι σου να κάνεις εμετό.

 – Τώρα έχω στομάχι του απάντησα και μπορώ να το σφίξω.

 Ωστόσο, ούτε και αυτό χρειάσθηκε να κάνω, γιατί το στομάχι μου από μόνο του απέβαλε το περιεχόμενό του και έτσι ελευθερώθηκα από το βάρος που είχα.

 Μόλις όμως έγινε αυτό, άνοιξαν αμέσως τα σωματικά μου μάτια και είδα ότι ήμουν μπρούμυτα πεσμένος στο πεζοδρόμιο και ότι το κεφάλι μου ήταν μέσα σε ένα λάκκο και έβλεπα τον κορμό του δένδρου που ήταν εκεί φυτεμένο.

 Αυτά που έβγαλε το στομάχι μου έξω όμως μύριζαν πολύ άσχημα και μη μπορώντας να αντέξω την μυρουδιά τους τραβήχτηκα λίγο από την ρίζα του δένδρου και αφού στηρίχθηκα στα γόνατα μου για λίγο, με την βοήθεια του γιατρού σηκώθηκα ύστερα όρθιος, ενώ αυτός ρωτούσε να του πω, τι έφαγα.

 – Ένα μύδι του είπα έφαγα και αυτό πάλι από το πιάτο της αδελφής μου.

 – Ήταν αρκετό είπε αυτός και με τον τελευταίο του λόγο, με άφησε ώστε να σταθώ μόνος μου όρθιος και να στηρίζομαι στα πόδια μου.

 Κρύωνα όμως όπως καταλαβαίνετε, αφού τα ρούχα μου ήταν μούσκεμα από τα νερά που μου πέταξαν και όπως ήταν λογικό, πονούσε όλο μου το σώμα από το πέσιμο που έκανα στο πεζοδρόμιο, δεδομένου ότι πεσμένος βρέθηκα εκεί.

 Αλλά και πολύ άβολα αισθάνθηκα όταν διαπίστωσα, ότι έγινα θέαμα για όλους εκείνους τους περίεργους που ήταν μαζεμένοι γύρω μου και έλεγαν τα δικά τους και αυτά πάλι που μου έλεγαν, ήταν τελείως άσχετα με την περίπτωση μου.

 Αδιαφορώντας γι’ αυτά που άκουγα, σκούπιζα τα ρούχα μου από τα νερά και τα χώματα που φορτώθηκα και γυρίζοντας το κεφάλι μου προς τον γιατρό, τον ευχαριστούσα για την βοήθεια που μου παρείχε.

 Αυτόν όμως τον είδα να φεύγει προς τα εκεί από όπου ήρθε, κάνοντας τον γύρω του περιπτέρου. Έσπρωξα τους περίεργους που μ’ εμπόδιζαν και αφού πέρασα από ανάμεσα τους, ακολούθησα την πορεία του γιατρού, προκειμένου να τον ευχαριστήσω στα σίγουρα, αφού δεν τις άκουσε αυτός όταν του τις έλεγα πριν από λίγο.

 Δυστυχώς για μένα όμως, δεν τον βρήκα πουθενά. Μόλις κρύφτηκε το σώμα του πίσω από το περίπτερο, στην κυριολεξία εξαφανίστηκε.

 Σε εκείνο το σημείο που κατευθυνόταν, δεν υπήρχαν άνθρωποι ώστε να κρυφτεί ανάμεσα τους και από μένα δεν απείχε παρά δύο ή τρία βήματα.

 Και μέσα σε αυτοκίνητο να έμπαινε, θα προλάβαινα να τον πιάσω πριν ακόμη ανοίξει την πόρτα του. Εγώ όμως από κει ψηλά που ήμουν πριν, τον είδα να βγαίνει θαρρείς από τον δρόμο κι όχι από αυτοκίνητο.

 Αφού αυτός ο γιατρός προτίμησε να εξαφανιστεί, όπως και εμφανίστηκε από το πουθενά, εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να τον ευχαριστήσω, ποτέ δεν έμαθα ποιος ήταν, όπως και ποτέ δεν έμαθα ποιος τον φώναξε να έρθει εκεί που εγώ χρειαζόμουν βοήθεια και επίβλεψη για την επαναφορά μου.

 Από ότι διαπίστωνα λοιπόν εκείνη την στιγμή, δεν πέθανα καθώς το σκεπτόμουν αυτό εκεί πάνω που βρέθηκα, αλλά μάλλον βγήκα και εγώ δεν ξέρω πως από το σώμα μου και εκείνος ο γιατρός, όποιος και αν ήταν, ήρθε εκεί μόνον για να με επαναφέρει σ’ αυτό.

 Αφού δεν μπόρεσα να τον βρω όμως, έκανα απογοητευμένος τον κύκλο του περιπτέρου και πήγα πάλι πίσω εκεί όπου έπεσα, να δω μήπως και μου έπεσε κάτι από τα πράγματα μου και το ψάχνω αργότερα.

 Εκείνη την στιγμή, είδα τον γαμπρό μου με την αδελφή μου να έρχονται τρέχοντας και να ζητούν να τους πω τι έγινε και γιατί κατέβηκα από το λεωφορείο.

 – Σε είδαμε να πέφτεις στο πεζοδρόμιο είπαν, εμάς όμως ο οδηγός του λεωφορείου μας κατέβασε στην επόμενη στάση, γι’ αυτό και ήρθαμε τώρα. Τι έγινε; Και γιατί έπεσες;

 Ρωτούσαν αυτοί προκειμένου να μάθουν, αλλά έτσι όπως ήμουν εγώ συγκλονισμένος με όσα μου συνέβησαν εκεί, τίποτε δεν μπορούσα να τους πω, γι’ αυτό και αρκέστηκα μόνον στο να τους ησυχάσω.

 – Τίποτε, τίποτε τους είπα. Μην ανησυχείτε είμαι καλά.

 Μετά απ’ όσα προηγήθηκαν εκεί, αργήσαμε όπως ήταν επόμενο, γι’ αυτό και πήραμε ταξί προκειμένου να πάμε το συντομότερο στο σπίτι μας. Από τότε και μετά όμως, εγώ ποτέ δεν ξέχασα την εμπειρία που έζησα, όπως και ποτέ δεν ξέχασα τα όσα μου συνέβησαν εκείνο το βράδυ.

 Δεν συμβαίνουν βέβαια κάθε μέρα τέτοια επεισόδια στους ανθρώπους, ούτε η εν λόγο εμπειρία ήταν δυνατόν να περάσει απαρατήρητη από μένα, γι’ αυτό και την παρέμβαση του γιατρού, με τον τρόπο που έγινε αυτή, δεν ήταν δυνατόν να την αποδώσω πουθενά αλλού, παρά μόνον στην διάθεση της Παναγίας μας, που θέλει να με προστατεύει όπου και όπως αυτή βλέπει ότι χρειάζεται.

 Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν σας κρύβω ότι μελετώντας μετέπειτα το όλο θέμα, μπερδεύτηκα αρκετά με όσα μου συνέβησαν, τόσο με την εμφάνιση του γιατρού από το πουθενά, όσο  και με την εξαφάνιση του μετά από την επαναφορά που μου έκανε.

 Ακόμη δε περισσότερο με μπέρδεψε και ο τρόπος που έγινε αυτή. Εκείνο όμως που με τρόμαξε κιόλας, ήταν οι κινήσεις που είδα να κάνει η ύπαρξη μου μέσα στο εσωτερικό μου, στην προσπάθεια της να βρει τις βάσεις επάνω στις οποίες και κάθισε στην συνέχεια σαν σε υποδοχές όπως είπα, με αποτέλεσμα να κουμπωθεί ξανά με το ΄΄κεντρικό ολοκληρωμένο κύκλωμα΄΄, από το οποίο αποσυνδέθηκα όπως διαπιστώθηκε, γι’ αυτό και βρέθηκα αιωρούμενος πάνω από εκείνο το περίπτερο.

 Αγνοώ βέβαια τον λόγο όπως και τον τρόπο που έγινε η αποσύνδεση μου, αφού μόνον την επανασύνδεση μου γνώρισα και αυτήν πάλι εξαιτίας του γιατρού που μου την έκανε.

 Ναι αλλά με τον τρόπο που έγινε αυτή, αισθάνθηκα σαν μηχάνημα που έχει ηλεκτρονική πλακέτα και αυτό ήταν που με έκανε να τρομάξω, γι’ αυτό και αναζητούσα την σχέση μου σαν άνθρωπος όπως τον γνωρίζουμε, με την αίσθηση της ηλεκτρονικής πλακέτας που είδα να υπάρχει.

 Μια απάντηση έψαχνα μέσα μου να βρω, αλλά τι απάντηση να έδινα εγώ, αφού από πουθενά και από κανένα δεν άκουσα να γίνεται λόγος για κάτι σαν αυτά που μου συνέβησαν;

 Μηχάνημα δηλαδή είναι ο άνθρωπος; Αν είναι μηχάνημα ποιος τον έκανε;

Αν πάλι είναι κανονικός άνθρωπος όπως εσείς κι εγώ τον ξέρουμε, τότε γιατί χρειάστηκε να δω εκείνη την συμπεριφορά της οντότητας μου, μέσα στο εσωτερικό του σώματος μου;

 Αυτά λοιπόν σκεφτόμουν και όπως καταλαβαίνετε, δεν ήταν εύκολο να δώσω από μόνος μου απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα. Και αν πάλι έδινα εγώ μια, πως θα ήξερα αν αυτή ήταν η σωστή; Χρειαζόμουν λοιπόν μια λογική δικαιολογία για όσα μεσολάβησαν και αυτήν έψαχνα.

 Αφού δεν μπορούσα να εμπιστευτώ καμιά από όσες εξηγήσεις δοκίμασα να δεχθώ αφ’ εαυτού μου, κατέληξα τελικά στο συμπέρασμα ότι μάλλον δεν ξέρουμε τίποτε για το ον άνθρωπος και ας νομίζουμε ότι τάχα τον καταλαβαίνουμε.

 Πολλές βέβαια είναι οι θεωρίες γύρω απ’ αυτόν και ο καθένας κρατά όποια θέλει και όποια του αρέσει περισσότερο. Και αν δεν του φτάνουν αυτές, κανείς δεν τον εμποδίζει να φανταστεί ή να εφεύρει άλλες τόσες.

 Ένα όμως είναι σίγουρο, ότι δεν φύτρωσε ο άνθρωπος στο χώμα σαν τις τσουκνίδες από μόνος του, ούτε γεννήθηκε στην θάλασσα από μύκητες. Ούτε και από το διάστημα έπεσε σε μορφή σκόνης, όπως λένε κάτι περίεργοι επιστήμονες, γιατί όπως σ’ εμένα τουλάχιστον φανερώθηκε αυτό, βγήκα από το σώμα μου σε μορφή πνεύματος και επανήλθα με την βοήθεια κάποιου που ήξερε τι μου συνέβη και σε πιο σημείο βρισκόμουν εκείνη τη ώρα, χωρίς την συμμετοχή του οποίου δεν θα μπορούσε να γίνει η επαναφορά μου.

 Δημιούργημα λοιπόν ο άνθρωπος και Αυτός που μας δημιούργησε ξέρει τα πάντα για μας και όχι μόνον, αφού ανά πάσα στιγμή είναι εκεί που ήμαστε και ξέρει πολύ πιο καλά από μας και το τι ακριβώς μας συμβαίνει.

 Εφόσον όμως είναι ο Δημιουργός μας, έχει και την ευθύνη της ζωής μας, γι’ αυτό και μπορεί όταν και αφού το θέλει να μας προστατεύει, όπως Αυτός ξέρει καλύτερα και προπαντός με τον τρόπο που Αυτός θέλει να το κάνει.

 Αν ήμασταν μηχανήματα, τότε αυτός που μας κατασκεύασε θα πρέπει να είναι μηχανικός και κάπου να εδρεύει. Παρακολουθώντας μας από την έδρα του, θα έπρεπε να μας δείχνει ανά πάσα στιγμή, όχι μόνο το πρόσωπο του αλλά και την θέση της εξουσίας του, βάση της οποίας να μπορεί και να μας προστατεύει και αυτός με την συμμετοχή των βοηθών του.

 Και όχι μόνο αυτό, αλλά για να έχει ήσυχο το κεφάλι του από τις δικές μας ανεξέλεγκτες αντιδράσεις, θα έπρεπε να μας προγραμματίσει έτσι ώστε να του ανταποδίδουμε το χρέος που έχουμε απέναντι του, αλλά και να μας απαγορεύει να ζούμε όπως μας καπνίσει έπρεπε, μη τυχόν και φύγουμε από το πρόγραμμα μας και χάσει αυτός τα μηχανήματα του.

 Τσιπάκια έπρεπε να έχει τοποθετημένα στο μυαλό μας, όπως αυτά που σκέφτονται να βάλουν σε όλους μας τα σημερινά κυρίαρχα κατά την άποψη τους ανθρωποειδή που θέλουν να κατευθύνουν τις τύχες όλων των ανθρώπων κατά το δικό τους δοκούν, λέγοντας μας ψέματα ότι για την υγεία μας θέλουν να το κάνουν.

 Να όμως που Αυτός που μας δημιούργησε, είναι ο τριαδικός Θεός όπως Τον γνωρίσαμε, Ο Οποίος όχι μόνον κρύβει το πρόσωπο του από μας, μη τυχόν και τρομάξουμε από την δύναμη της εξουσίας του, αλλά και δεν ζητάει τίποτε ως αντάλλαγμα για όσα μας επιτρέπει να ζούμε.

 Και όχι μόνο αυτό κάνει, αλλά μας αφήνει να ζούμε ελεύθεροι από κάθε δική του επιρροή και έτσι όπως εμείς επιθυμούμε και τίποτε δεν μας απαγορεύει, από όσα εμείς θέλουμε ελεύθερα να ζούμε.

 Μας επιτρέπει ακόμη και να τον αρνηθούμε αν αυτό μας αρέσει και αυτό το κάνει χωρίς να μας φοβερίζει με τις ανάλογες κυρώσεις. Να τον γνωρίσουμε μόνο θέλει και αυτό όχι για να μας θυμίσει τις οφειλές μας απέναντι του, όπως θα έκανε αν ήταν κατασκευαστής ανθρωποειδών.

 Μας δημιούργησε από αγάπη για το είδος μας, γι’ αυτό και τα δεδομένα του μας φανέρωσε παντοιοτρόπως, ώστε αν το θελήσουμε, να συζήσουμε κι εμείς σ’ αυτήν και στην επόμενη ζωή μαζί του, έχοντας τις ίδιες ιδιότητες μ’ Αυτόν.

 Πάνω απ’ όλα όμως, θα πρέπει να αποκτήσουμε ανυπόκριτη αγάπη για όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, ακόμη και γι’ αυτά τα ανθρωποειδή, που θέλουν να μας καταντήσουν δούλους τους, υποκινούμενοι από τον εξ’ από εδώ, στον βωμό της δικής τους επιλογής να ζουν ως απόλυτοι εξουσιαστές μας, αν και ξέρουν ότι ήμαστε άνθρωποι και ότι ανήκουμε στον ίδιο με αυτούς δημιουργό.

 Για να το πετύχουμε όμως αυτό, θα πρέπει από αυτήν την ζωή να αποδώσουμε τα πάντα προσφερόμενοι στους συνανθρώπους μας όποιοι και αν είναι αυτοί, ως απόδειξη της αποδοχής των δεδομένων που μας έδειξε ότι έχει ο όντως δημιουργός μας.

 Εκεί κατέληξα να πιστεύω κι εγώ σαν άνθρωπος, γι’ αυτό και παρά την δυσκολία που αντιμετωπίζω, όλο και προσπαθώ να ταυτιστώ έμπρακτα με τα παραπάνω δεδομένα, θεωρώντας τα απολύτως λογικά.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *