Στηριζόμουν στο πουθενά

Panagia_h_Glukofilousa_04Την ίδια χρονική περίοδο, έβαλαν σε έναν χώρο της μεγάλης σχολικής μας αυλής κάτι περίεργες όσο και επικίνδυνες για παιδιά κούνιες, προκειμένου να απασχολούνται αυτά στα διαλείμματα τους.

 Αυτές οι κούνιες, ήταν ένα σύνολο διπλών αλυσίδων που κρεμόταν δυο δυο από μια περιστρεφόμενη βάση, η οποία βρισκόταν στην κορυφή ενός τετράμετρου σε ύψος χοντρού και βυθισμένου στο χώμα σωλήνα.

 Οι κρεμασμένες αλυσίδες, κατέληγαν με την σειρά τους να είναι και πάλι δυο δυο δεμένες, σε μια ξύλινη χειρολαβή των τριάντα εκατοστών και όλες αυτές πάλι, ήταν σε τέτοιο ύψος από το έδαφος, που μπορούσαν τα παιδιά να πιάνονται από αυτές και κρεμασμένα εκεί, να περιστρέφονται γύρο από τον καλά στερεωμένο στο χώμα χοντρό σωλήνα.

 Αφού πιανόταν τα παιδιά από τις χειρολαβές τους, έτρεχαν για λίγο, στην συνέχεια, γύρω από εκείνο τον σωλήνα, επιδιώκοντας να δώσουν ώθηση στην περιστρεφόμενη πλάκα. Αφού γύριζε μόνη της αυτή πλέον, σήκωναν μετά τα πόδια τους και έφερναν κρεμασμένα εκεί την δική τους βόλτα γύρω από εκείνον τον χοντρό σωλήνα.

 Όταν ήθελαν να κάνουν τον γύρω τους κάπως πιο ψηλά από το έδαφος και να μείνουν εκεί κρεμασμένα για περισσότερες στροφές, έβαζαν κάποιον από τα παιδιά να κρατά την χειρολαβή του και να τρέχει με δύναμη γύρω από τον άξονα χωρίς να κρέμεται, έτσι ώστε να γυρίζει αυτός το σύστημα των αλυσίδων.

 Έβαζε δε αυτός τόση δύναμη εκεί με την δική του συμμετοχή, όση θα ήταν, αρκετή μεν για να γυρίζουν κρεμασμένα τα παιδιά σ’ εκείνες τις περίεργες κούνιες, αλλά χωρίς να γίνεται αυτή επικίνδυνη για τα παιδιά.

 Μια μέρα όμως που κι εγώ βρέθηκα να είμαι κρεμασμένος σ’ εκείνες  τις κούνιες μαζί με άλλους τρεις συμμαθητές μου, ήρθε ένας καλοθελητής εκεί και μας γύριζε για τους δικούς του λόγους, πολύ δυνατά. Όσο εμείς του ζητούσαμε ανήσυχοι να σταματήσει, τόσο αυτός έτρεχε γύρω από τον άξονα, αδιαφορώντας για τις ανησυχίες μας.

 Γυρίζοντας λοιπόν αυτός με δύναμη το σύστημα με τις αλυσίδες, γυρίζαμε κι εμείς κρεμασμένοι από τις χειρολαβές μας, σε επικίνδυνο ύψος για παιδιά. Φοβόμασταν να τις αφήσουμε και να πέσουμε κάτω, μη τυχόν και πέφτοντας, παθαίναμε κάποιο σοβαρό ατύχημα.

 Μη μπορώντας να κρατηθεί περισσότερο από την χειρολαβή του ένα κοριτσάκι, λύγισαν τα δάχτυλα του και έπεσε κάτω. Ευτυχώς γι’ αυτό, τίποτε δεν έπαθε. Μετά από αυτήν, ακολούθησαν και τα άλλα δύο παιδιά πέφτοντας χωρίς ατύχημα και έτσι έμεινα μόνον εγώ να είμαι εκεί πάνω, κρεμασμένος από την χειρολαβή μου.

 Φοβόμουν να αφήσω τα χέρια μου, ώστε να πέσω κι εγώ ακολουθώντας τους άλλους, αλλά και περίμενα να σταματήσει πια αυτός το τρέξιμο του.  Τίποτε όμως. Θαρρείς και τρελάθηκε, γι’ αυτό και ούτε τις φωνές μας άκουγε, αλλά ούτε και τι έκανε καταλάβαινε. Όσο έβλεπε να είμαι εκεί και ακόμη κρεμασμένος, τόσο έτρεχε γύρω από κείνη τη βάση και άλλο τόσο ανέβαινα εγώ ψηλότερα.

 Μετάνιωσα πού δεν άφησα νωρίτερα τα χέρια μου από την χειρολαβή, γιατί αν έπεφτα τότε, το πολύ πολύ να έσπαζα κανένα πόδι. Από εκεί ψηλά που βρέθηκα όμως, κινδύνευα πλέον να σκοτωθώ πέφτοντας.

 Φοβισμένος λοιπόν εγώ, σήκωσα τα μάτια μου να δω αν είχα ακόμη περιθώριο να κρατηθώ από την χειρολαβή μου, αφού από ώρας ένιωθα ότι και τα δικά μου δάχτυλα γλιστρούσαν, μην μπορώντας να σηκώσουν το βάρος του σώματός μου.

 Κοιτώντας προς τα πάνω όμως, με πολύ μεγάλη μου έκπληξη είδα ότι δεν κρεμόμουν όπως νόμισα, αλλά απλώς και μόνον ακουμπούσαν οι άκρες των δαχτύλων μου στην δική μου χειρολαβή, σαν να ήταν κολλημένα σ’ αυτήν.

 Με το βάρος που είχε το σώμα μου όμως και με την δύναμη που αυτός με γύριζε τρελά, ήδη έπρεπε να είχα πέσει και κανένα κόλλημα δεν θα μπορούσε να με συγκρατήσει εκεί πάνω κρεμασμένο.

 Βεβαιωμένος ότι είχα ακόμη μια φορά και φανερά την προστασία Της Παναγίας μας, σταμάτησα να φοβάμαι, γι’ αυτό και είπα από μέσα μου σ’ αυτόν που με γύριζε τρελά.

 – Όσο με προστατεύει Αυτή, τίποτα δεν μπορείς να μου κάνεις εσύ.

 Θαρρείς και άκουσε αυτός όσα του έλεγα εγώ εσωτερικά, γι’ αυτό και αμέσως σχεδόν σταμάτησε να τρέχει. Από τις πολλές φωνές που έγιναν όμως, ήρθαν εκεί μερικά από τα μεγαλύτερα παιδιά του σχολείου μας και αυτά σταμάτησαν εντελώς πια τις κούνιες, οπότε και κατέβηκα ασφαλής εγώ.

 Έμεινα στην άκρη όμως να σκέφτομαι και πάλι, το τι μου επιφύλαξε και από τι με γλίτωσε η Χάρη Της, χωρίς καν να της το έχω ζητήσει.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *