Λόγω των όσων μας συνέβησαν εκείνο το διάστημα, δεν είχαμε και πολύ διάθεση για διακοπές, αλλά πιεσμένοι από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις μας πήραμε τελικά την απόφαση να τις κάνουμε. Κι αφού αυτό αποφασίσαμε ετοίμαζα εγώ τα πράγματά μας, ώστε να μη πάμε εκεί και στο γνωστό μας μέρος, με τα μισά από όσα χρειαζόμασταν.
Μαζί με όλα τα άλλα όμως, σκέφτηκα να πάρω μαζί μας και την ιστιοπλοϊκή μας βάρκα, αυτήν δηλαδή που σας εξήγησα στα προηγούμενα ότι ήταν συναρμολογούμενη. Την έβγαλα λοιπόν τεμαχισμένη όπως ήταν μέσα από τους τρεις σάκους που την είχα τοποθετημένη κι αφού άπλωσα στην συνέχεια τα μέρη της πάνω στο μεγάλο μας μπαλκόνι, έψαχνα μετά να βρω, μη τυχόν και της λείπει κάτι από τον εξοπλισμό της.
Την ταλαιπωρούσα αρκετά είναι αλήθεια όταν την χρησιμοποιούσα τα καλοκαίρια, αλλά κι όταν επιστρέφαμε στο σπίτι, ποτέ σχεδόν δεν την συντηρούσα καθώς θα έπρεπε. Τεμαχισμένη λοιπόν την έβαζα μέσα στους τρεις σάκους της κι έτσι την άφηνα πάνω στο μπαλκόνι του σπιτιού μας, μέχρι να την θυμηθώ το επόμενο καλοκαίρι.
Όποια συντήρηση κι αν έπρεπε να της κάνω λοιπόν, της το έκανα λίγο καιρό πριν φύγουμε για τις διακοπές μας κι αυτό ήταν που επιχειρούσα να κάνω πάλι εκείνη την ημέρα και στην περίοδο που αναφέρομαι. Έστησα δηλαδή την βάρκα μου και την αρμάτωσα κανονικά με το κατάρτι της και τα πανιά της πάνω στο μπαλκόνι κι όταν τελείωσα, εξέτασα ένα, ένα, στην συνέχεια, όλα της τα εξαρτήματα.
Δεν βρήκα να της λείπει κάτι κι αφού όλα ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, σκέφτηκα να περάσω ένα χέρι λούστρο τα ξύλινα μέρη της, αλλά επειδή δεν ήταν και τόσο απαραίτητο αυτό, το άφησα για άλλη φορά. Διέθετε και μηχανή όμως η βάρκα μου κι αυτή με την σειρά της γύριζε μια προπέλα με την συμμετοχή ενός παράλληλα με την κουπαστή της τοποθετημένου άξονα, ο οποίος όμως ήταν πολύ μακρύς για τον λόγο που εγώ τον ήθελα στην βάρκα μου.
Αυτός βέβαια, το προβλεπόμενο μήκος είχε, αλλά εκεί που ήθελα να τον έχω εγώ τοποθετημένο, στράβωνε όταν πιεζόταν στους ελιγμούς που υποχρέωνα την βάρκα μου να κάνει στην θάλασσα κι όταν το πάθαινε αυτό, προκαλούσε ζημιές στην μηχανή που τον περιέστρεφε. Αυτό το ενδεχόμενο θέλοντας να αποφύγω, σκέφτηκα να τον κοντύνω λίγο, ώστε αν θα ήθελα να χρησιμοποιήσω μαζί με τα πανιά και την μηχανή στην βάρκα μου, να μην μου προκαλέσει αυτός τα γνωστά προβλήματα.
Άφησα λοιπόν την βάρκα μου αρματωμένη πάνω στο μπαλκόνι και παίρνοντας τον άξονα μαζί μου, κατέβηκα από το σπίτι. Είχα σκοπό να ζητήσω από τον σιδερά της γειτονιάς μας, να μου τον κονταίνει κατά είκοσι πόντους και σ’ αυτόν θα πήγαινα. Όταν βρέθηκα στον δρόμο όμως, είδα κάτω από το αυτοκίνητο μου μια μεγάλη κηλίδα από κάποιο σκούρο υγρό κι αυτό μου θύμιζε καμένο λάδι. Το αυτοκίνητό μου βέβαια, δεν έκαιγε λάδια, αλλά κι έλεγα μέσα μου με απορία. Τι να είναι αυτό άραγε;
Έπιασα λοιπόν τον άξονα από την πλευρά της προπέλας και σκύβοντας αρκετά εκεί, τον κατηύθυνα με το δεξί μου χέρι προς το υγρό που έβλεπα, θέλοντας να εξετάσω το είδος του. Τρίβοντας την άλλη άκρη του άξονα πάνω σ’ εκείνη την υγρή επιφάνια, πήρα λίγο δείγμα, το οποίο ήταν μεν κάποιο υγρό όπως έβλεπα, αλλά δεν ήταν λάδι.
Έβαλα για δεύτερη φορά τον άξονα κάτω από το αυτοκίνητό μου να πάρω ακόμη μια φορά δείγμα, αλλά και πάλι δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ακριβώς ήταν το υγρό που εξέταζα. Επειδή όμως, εκεί που ήταν ο υγρός λεκές, δεν θα μπορούσε να είναι λάδι από την μηχανή του δικού μου αυτοκινήτου, δεν ανησύχησα σχεδόν καθόλου, οπότε ετοιμάστηκα να σηκωθώ από εκεί που έσκυβα.
Ήρθε όμως ένας γείτονάς μου εκείνη την στιγμή και για να με πειράξει ενώ με πατούσε στους ώμους εμποδίζοντάς με να σηκωθώ, μου έλεγε.
– Τι κάνεις εδώ κάτω από το αυτοκίνητό σου;
Για να τον πειράξω κι εγώ με την σειρά μου, αφού κατάλαβα ποιός ήταν, του έλεγα αστειευόμενος κάτι σχετικό με την προπέλα.
– Τίποτε δεν κάνω Σάββα. Απλώς, προσπαθώ να προσαρμόσω την προπέλα στην θέση της, αλλά δυσκολεύομαι να το κάνω.
Άκουσε αυτός την απάντησή μου, αλλά κι έλεγε τα δικά του χωρίς να αντιληφθεί το πείραγμα που του έκανα κι επειδή το συνέχισε αυτός, συνέχισα κι εγώ να τον πειράζω. Έτσι αντιμετωπίζοντάς τον όμως, πιάσαμε ατέρμονη κουβέντα οι δυό μας κι ο εγωισμός του γείτονά μου Σάββα, βρισκόταν στο απόγειό του.
– Καλά? Έχει αυτό το μικρό αυτοκίνητο προπέλα;
– Να. Δεν την βλέπεις; Στα χέρια μου την κρατώ;
– Άντε ρε. Υπάρχουν τόσο μικρά αυτοκίνητα που να είναι αμφίβια;
Γιατί πήγα να του πω, μήπως υπάρχουν μεγάλα; Αλλά για να συνεχίσω την πλάκα που του έκανα, του είπα πολύ σοβαρά τα υπόλοιπα.
– Θυμάσαι ρε συ, τότε που ο Καζαντζίδης είχε ένα τέτοιο και πήγαινε βόλτα με εκείνο στην θάλασσα;
– Ναι, αλλά εκείνος ήταν ο Καζαντζίδης.
– Ε, και; Ποιος μπορεί να απαγορεύσει εμένα, ώστε να έχω κι εγώ ένα τέτοιο;
Κανείς είπε αυτός και ζήτησε να του δώσω τον άξονα κι αφού τον πήρε στα χέρια του, έλεγε σ’ εμένα τις σκέψεις του, ενώ αυτός προσπαθούσε να κομπλάρει τον άξονα κάπου κάτω από το αυτοκίνητό μου.
– Εσύ δεν ξέρεις από αυτά. Άφησε σ’ εμένα να το κάνω και θα δεις ότι εγώ θα βάλω τον άξονα στη θέση του.
Αφού έτσι ήθελε αυτός λοιπόν, του επέτρεψα κι εγώ να κάνει αυτό που σκέφτηκε. Έσκυψε στην συνέχεια κι αφού μπήκε κάτω από το αυτοκίνητο προσπαθούσε να βάλει τον άξονα κάπου που αυτός υπολόγιζε κι αφού δεν έβρισκε την υποδοχή που φανταζόταν, σηκώθηκε πάνω κι αυτά μου έλεγε με απορία.
– Καλύτερα να το πας στον μάστορα, αλλά, εγώ ποτέ μου δεν σε έχω δει να κινείσαι με αυτό το αυτοκίνητο στην θάλασσα.
Κι ενώ μου έλεγε αυτά, με κοιτούσε καχύποπτα στην συνέχεια. Θα έλεγα ότι ερεθίστηκα από την καχυποψία του, γι’ αυτό και δεν ήθελα να κόψω την πλάκα που του έκανα κι αφού τον βρήκα διαθέσιμο, την συνέχισα.
– Δεν μου λες ρε Σάββα; Τι ώρα ξυπνάς το πρωί; Οκτώ είπε αυτός.
– Εγώ όμως φεύγω από το σπίτι μου στις έξι. Κατεβαίνω στην θάλασσα δηλαδή κι αφού μπω μέσα με το αυτοκίνητο μου, μετά από δέκα λεπτά το δένω στο λιμάνι. Μετά από αυτό φεύγω και με τα πόδια πηγαίνω στο γραφείο μου. Πως λοιπόν να με δεις εσύ;
– Ναι. Αλλά ούτε και το μεσημέρι σε είδα ποτέ να μπαίνεις με αυτό στην θάλασσα.
– Τι ώρα σχολάς από την δουλειά σου Σάββα; Στις πέντε έλεγε αυτός, γεμάτος απορίες.
– Στις πέντε ρε Σάββα, εγώ έχω φάει κι έχω κοιμηθεί. Είναι δυνατόν να με δεις να έρχομαι από την θάλασσα;
Σκέφτηκε βέβαια αυτός για λίγο τον συλλογισμό μου, αλλά κι έφαγε για αληθινά όπως το έβλεπα στο πρόσωπό του, όλα όσα άκουσε να του λέω. Για να μην τον αφήσω να φύγει όμως, έτσι όπως ήταν άγρια δουλεμένος, του είπα τα υπόλοιπα πολύ καθαρά και με όση σοβαρότητα μπορούσα να διαθέτω.
– Άντε ρε Σάββα. Πλάκα σου έκανα. Δεν είναι αμφίβιο το αυτοκίνητο μου και δεν υπάρχουν τέτοια, ούτε μικρά ούτε μεγάλα.
Άκουσε έκπληκτος αυτός το ξεκαθάρισμα που του έκανα, αλλά και πάλι απορούσε.
– Ναι. Αλλά από πού είναι αυτή η προπέλα; Αφού βάρκα δεν βλέπω να έχεις.
– Αν σηκώσεις το κεφάλι σου Σάββα, θα την δεις να είναι πάνω στο μπαλκόνι μου. Κι όχι μόνον αυτήν θα δεις εκεί, αλλά και το κατάρτι της θα δεις και τα πανιά της θα δεις. Από την μηχανή της βάρκας μου λοιπόν είναι αυτός ο άξονας με την προπέλα, τον οποίο κατέβασα πριν από λίγο, με σκοπό να τον κοντύνω λίγο, γιατί με ενοχλεί αυτός όταν κάνω βόλτες στην θάλασσα με την μηχανή της.
Άκουγε με τον στόμα ανοικτό αυτός όσα του έλεγα και μη σηκώνοντας τα μάτια του να δει την βάρκα, αλλά και μη πιστεύοντας λέξη από όσα άκουγε να του εξηγώ, έλεγε υπερήφανος για τον εαυτό του.
– Άντε ρε? Τα τρώω εγώ, αυτά τα ψέματα; Βάρκα στο μπαλκόνι. Άκου τι λέει? Ανεβαίνουν ρε συ οι βάρκες στο μπαλκόνι; Για πόντιο με πέρασες; Πώς ανέβασες ρε συ την βάρκα στο μπαλκόνι;
Αυτά έλεγε και γελούσε, αλλά και δεν σήκωνε το κεφάλι του να δει την βάρκα, η οποία φάνταζε τεράστια με τα είκοσι πέντε τετραγωνικά μέτρα πανιά της και το πεντάμετρο κατάρτι της υψωμένο. Αυτό πάλι, φαινόταν από παντού, έστω κι αν δεν σήκωνε κανείς πολύ το κεφάλι του. Εκείνος όμως δεν έλεγε να το σηκώσει, ούτε πολύ, αλλά ούτε και λίγο, γι’ αυτό και περιορίζονταν μόνο στο να ρωτά συνεχώς το ίδιο.
– Πως ανέβασες ρε συ την βάρκα στο μπαλκόνι; Τρώω τέτοια ψέματα εγώ ρε; Για πόντιο με περνάς;
Αυτό επαναλάμβανε συνεχώς κι εγωιστικά ο Σάββας, αν και ήταν πόντιος, αλλά και δεν σταματούσε να γελά, όσο κι αν του έλεγα εγώ την αλήθεια.
– Όχι μόνον ψέματα τρως, αλλά και τα καταπίνεις αμάσητα. Γιατί κολλάς όμως στο πως εγώ ανέβασα την βάρκα στο μπαλκόνι, αφού αν σηκώσεις το κεφάλι σου, θα την δεις να είναι όντως εκεί πάνω και τότε θα σου φύγουν όλες οι απορίες; Σήκωσε λοιπόν το κεφάλι σου.
Τίποτε δεν έκανε όμως ο Σάββας, παρά μόνον έλεγε τα ίδια και τα ίδια από άκρατο εγωισμό.
– Τρώω εγώ ρε συ τέτοια ψέματα; Τρώω εγώ τέτοια ψέματα;
Απορούσα όπως καταλαβαίνετε με την δύναμη του εγωισμού του, αλλά και με την επιμονή του Σάββα να μην σηκώνει τα μάτια του να δει την αλήθεια κι ως έρμαιο συρόμενος από αυτά, δήλωνε περίτρανα κι από μόνος του μάλιστα, πόσο θύμα τους γινόταν εξαιτίας του.
Και μήπως μόνον σ’ αυτήν την περίπτωση ήταν αυτός θύμα; Με τέτοια νοοτροπία, μονίμως θύμα θα ήταν. Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, πράγματι και ήθελα να τον ταρακουνήσω λίγο, ώστε να μετακινηθεί από τον εγωισμό του, μήπως και καταλάβει επιτέλους ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται εκεί που εμείς θέλουμε να είναι, αλλά εκεί που από μόνη της αυτή υπάρχει κι αυτά του έλεγα.
– Καθόλου μην απορείς φίλε μου Σάββα, γιατί όντως και τρως ψέματα, όπως και πριν από λίγο έφαγες ένα σωρό απ’ αυτά ανεξέλεγκτα και κακώς έκανα εγώ και σου τα φανέρωσα.
Ότι κι αν του έλεγα όμως, ο Σάββας επέμενε να λέει ανένδοτος τα δικά του και γελώντας έφευγε από κοντά μου. Από την απέναντι πλευρά του δρόμου όμως, ερχόταν ένας άλλος γείτονας, τον οποίο αφού σταμάτησε, του εξηγούσε και πάλι γελώντας, τον λόγο για τον οποίο αυτός δεν έτρωγε ψέματα.
– Άκου φίλε μου τι μου λέει ο γείτονας μας. Ισχυρίζεται ότι πάνω στο μπαλκόνι του έχει μια βάρκα και μάλιστα με πανιά και με κατάρτι πέντε μέτρα. Ζητάει λοιπόν αυτός από μένα, να πιστέψω αυτό το κουφό που μου λέει. Πώς ανέβασε ρε συ την βάρκα του στο μπαλκόνι; Τι λες κι εσύ; Τα τρώμε εμείς αυτά τα ψέματα;
Από το σημείο του δρόμου που στεκόταν, θα μπορούσε να δει την βάρκα στο μπαλκόνι, έστω κι αν μόνο γύριζε προς τα πίσω το κεφάλι του, αλλά για τους δικούς του λόγους δεν το έκανε ο Σάββας. Ο νεοφερμένος γείτονας μας όμως την έβλεπε κι αυτό τον υποχρέωσε να του πει εντελώς αυθόρμητα τα παρακάτω.
– Το πως την ανέβασε στο μπαλκόνι του δεν το ξέρω, αλλά την βλέπω να είναι εκεί πάνω κι όντως είναι με πανιά και κατάρτι. Αν γυρίσεις προς τα πίσω, θα την δεις κι εσύ.
Μόλις άκουσε ο επιμένων Σάββας εκείνη την τοποθέτηση, θύμωσε με τον γείτονά μας και όχι μόνον έφευγε από κοντά του, αλλά και τον έβριζε μάλιστα φεύγοντας ως συνωμότη. Κι αφού δεν γύρισε τότε να δει αν ήταν ή όχι η βάρκα στο μπαλκόνι, ποτέ του δεν δέχτηκε αυτή την εκδοχή.
Πέρασαν από τότε τριανταπέντε χρόνια κι όμως, όταν κι όπου με βλέπει γελάει μαζί μου ο Σάββας κι ακόμη με ρωτάει να του πω αν τρώει ψέματα.
– Τα τρώω εγώ ρε συ τέτοια ψέματα;
Αλλά και πάντα μου προσάπτει την ίδια κατηγορία.
– Τελικά φίλε μου, είσαι πολύ μεγάλος παραμυθάς.
Κι ενώ λέει αυτά σε μένα γελώντας, σίγουρος είναι για τον εαυτό του, ότι δεν τρώει από κανέναν και κανενός είδους παραμύθια. Κανείς βέβαια, δεν του έλεγε τότε τέτοια ώστε να τα φάει, από μόνος του έλεγε ψέματα στον εαυτό του κι από αυτά, κανείς δεν μπορούσε να τον γλυτώσει.
Και δυστυχώς γι’ αυτόν, ακόμη τρώει τα δικά του ψέματα και ποτέ δεν το κατάλαβε, αφού ακόμη έχει χαμένη την μπάλα και με αυτόν τον ανόητο τρόπο αντιμετωπίζει όλα τα περιστατικά της ζωής του.
Μιχάλης Αλταλίκης