Συγκρίσεις και ενδοιασμοί

  Συνέχεια από το προηγούμενο.

mixail-150x1501 Έφυγα λοιπόν από τον θάλαμο των Αμερικανών και έτσι όπως βάδιζα σκεπτόμενος αυτά που προηγήθηκαν εκεί μέσα, δεν κατάλαβα πότε πέρασα και πάλι πάνω από τον ενδιάμεσο μ’ αυτούς φράχτη και πότε βρέθηκα στον δικό μου θάλαμο, εκεί δηλαδή που ήταν το στρατιωτικό μου κρεβάτι.

 Άρχισα να μαζεύω τα πράγματα μου όταν έφτασα εκεί και όπως το υποσχέθηκα στους Αμερικάνους, έβαλα με το μυαλό μου να συγκατοικήσω τελικά μαζί τους, αφού συγκρίνοντας αυτά που είχα ν’ αφήσω, σε σχέση μ’ αυτά που είχα να βρω στον θάλαμο που με ενέταξαν αυτοί να ζω ανάμεσα τους, ήταν η μέρα με τη νύχτα.

 Δύο ολόκληρα χρόνια κοιμόμουν πάνω στο αχυρένιο στρώμα μου και σκεπαζόμουν με τις τριμμένες και παλιές κουβέρτες του Ελληνικού στρατού, τις οποίες έπρεπε να έχω τεντωμένες κάθε ώρα της ημέρας, μη τυχών και βρεθεί ατημέλητο το κρεβάτι μου, από όποιον ήθελε να το επιθεωρήσει.

 Στους Αμερικάνους όμως όλα ήταν πολύ διαφορετικά. Το κρεβάτι μου θα είχε κανονικό στρώμα και δεν θα χρειαζόταν να σκεπάζομαι με κουβέρτες εκείνο τον χειμώνα, για τον λόγο ότι είχαν κεντρικό σύστημα θέρμανσης, γι’ αυτό και σκεπαζόταν μόνον με τα κάτασπρα σεντόνια τους.

 Εκτός αυτού, κανένας δεν νοιαζόταν για το πως ήταν στρωμένα τα κρεβάτια τους, αφού κανείς δεν είχε δικαίωμα να τους τα ελέγξει. Στο δικό μας στρατόπεδο όμως, ήταν πολύ σημαντικό το να είναι τεντωμένες η κουβέρτες στα κρεβάτια μας και προπαντός, δεν έπρεπε να βγάζουν σκόνες αυτές όταν τις κτυπούσε με την βέργα του ο λοχαγός μας κατά την εβδομαδιαία επιθεώρηση του.

 Ως μέτρο αυτό βέβαια είχε στόχο το να διατηρηθεί η στοιχειώδης υγιεινή στους θαλάμους μας και αυτός ήταν ο λόγος που βγάζαμε τα στρώματα όπως και τις κουβέρτες μας έξω στην αυλή, όπου και τα χτυπούσαμε εκεί με δύναμη, προκειμένου να ξεσκονιστούν τόσο, ώστε όταν θα τα έλεγχε ο λοχαγός μας με την βέργα του, αυτά να μην βγάζουν καθόλου σκόνη. Διαφορετικά; κινδυνεύαμε από πενθήμερη τουλάχιστον φυλάκιση.

  Αυτά που είχα στον θάλαμο μου λοιπόν, δεν είχαν καμιά σχέση μ’ αυτά που θα μου διέθεταν οι Αμερικάνοι και αφού θα περνούσα τρίτο χειμώνα στον στρατό με κείνη την παλιά και τιμημένη χλαίνη του Ελληνικού στρατού, σκέφτηκα να την αντικαταστήσω και αυτήν με το Αμερικάνικο τζάκετ, ή μ’ εκείνη την κάπα που είδα να φορούν αυτοί και να φτάνει μέχρι κάτω στους αστραγάλους τους.

 Συγκρίνοντας λοιπόν όλα αυτά μεταξύ τους, δεν είχα παρά να υπερασπίζομαι την απόφαση που πήρα να εγκατασταθώ στον χώρο των Αμερικανών, δεδομένου ότι εκεί θα περνούσα ευκολότερα τους τρεις επιπλέον μήνες που έπρεπε να υπηρετήσω εμμέσως την πατρίδα μου, άμεσα δε τους Αμερικάνους.

 Όσο για τα πράγματα μου, αυτά δηλαδή που παρέλαβα από τον δικό μας στρατό την ημέρα της κατάταξης μου, μπορούσα να τα κλείδωσε κάπου και όταν θα ερχόταν η ώρα να απολυθώ, τότε θα πήγαινα να τα παραδώσω αφού τα είχα χρεωμένα με το εκατόν οκτώ φυλλάδιο.

 Τα έλεγα βέβαια εγώ όλα αυτά στον εαυτό μου, αλλά και δεν ήθελα να τα κάνω, γιατί δεν ήθελα στην πραγματικότητα ν’ αποχωριστώ τους δικούς μου ανθρώπους μένοντας με τους ξένους, μόνο και μόνο επειδή εκεί θα ζούσα σαφώς καλύτερα ως στρατιώτης.

 Εκτός αυτού, σκεπτόμουν ότι αν πήγαινα να μείνω με τους Αμερικάνους, θα πρόδιδα κατά κάποιο τρόπο τους συναδέρφους μου, αυτούς που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν ν’ αλλάξουν τίποτε προς το καλύτερο από την μίζερη ζωή τους, μέσα σ’ εκείνο το διαλυμένο πλέον στρατόπεδο.

 Μαζί μ’ όλα αυτά, μ’ απασχολούσε και το τι θα έκανα μ’ εκείνον τον Λαρισαίο, που όπως σας ανέφερα στα προηγούμενα υπέφερε από τα ζούδια, τον οποίο ελευθέρωσα μεν απ’ αυτά, αλλά δεν είχα βρει ακόμη τον τρόπο να τον απαγκιστρώσω και από μένα.

 Γλίτωσε βέβαια αυτός από τα ζούδια του, αφού κοιμόταν ήσυχος κοντά μου, αλλά τον έβλεπα να ανησυχεί αρκετά όταν σκεπτόταν το ενδεχόμενο να τον εγκαταλείψω και να τον αφήσω μόνο του.

 Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, αποφάσισα στο τέλος να μένω μεν όλη μέρα με τους Αμερικάνους, την νύχτα όμως να κοιμάμαι στον θάλαμο μου, έστω και αν κινδύνευα να αρπάξω καμιά βλακώδη φυλάκιση, από εκείνους τους αξιωματικούς που τότε νόμιζαν ότι μας διοικούσαν.

 Αυτοί πάλι, όχι μόνον δεν μας διοικούσαν, αλλά ούτε και γνώσεις είχαν για το πως θα μπορούσαν να εκπαιδεύσουν εκείνα τα άπειρα παιδιά που τους εμπιστεύτηκε η πατρίδα τους για δύο χρόνια, ώστε να τα αναπτύξουν έτσι που να γίνουν άντρες χρήσιμοι για τον εαυτό τους πρώτα και μετά για την κοινωνία μέσα στην οποία στο εξής θα ζούσαν.

 Απαίδευτοι λοιπόν οι ίδιοι και βλακωδώς συμπεριφερόμενοι, το μόνο που ήξεραν να κάνουν για εκείνα τα παιδιά, ήταν το να τα γεμίζουν με φοβίες και ανασφάλειες, αχρηστεύοντας έτσι με την στείρα τακτική τους και ό, τι άλλο καλό προϋπήρχε ενδεχομένως μέσα τους.

 Και όχι μόνον αυτό έκαναν, αλλά και από τον στρατό στερούσαν την δυνατότητα που είχε, να διαμορφώνει μαζί με τ’ άλλα και πολίτες με Ελληνικές προδιαγραφές.

 Αυτά σκεπτόμουν όσο βρισκόμουν ακόμη μέσα στον θάλαμο μου και πριν προλάβω να φύγω από εκεί προκειμένου να ενημερώσω τους Αμερικάνους για την απόφαση που πήρα, μπήκε μέσα φορτσάτος ο δικός μας αρχιλοχίας.

 Ήρθε να μας ανακοινώσει, ότι θα μας επισκεφτεί ο Στρατηγός αύριο το πρωί, προκειμένου να επιθεωρήσει εμάς και τους θαλάμους μας, γι’ αυτό και όπως επιβάλλεται, έπρεπε να μας βρει καθαρούς.

 – Να είσαι κι εσύ στην επιθεώρηση, είπε σε μένα, γνωρίζοντας ότι εγώ ανήκα υπηρεσιακά στους Αμερικάνους πλέον. Αλλιώς να φροντίσεις να είναι όπως πρέπει το κρεβάτι σου και τα πράγματά σου, πρόσθεσε, ώστε να μην εκτεθεί ο λοχαγός μας εξαιτίας σου.

 Όταν άκουσα να λέει τέτοια ο αρχιλοχίας, σκεπτόμουν ότι έφυγε από τον στρατόπεδο μας η γνώση, η λογική και η δυνατότητα, μαζί με κείνο τον διοικητή που μας τον πήραν για να τον εκμεταλλευτούν οι έχοντες γνώσιν, αφήνοντας σε μας αυτούς που δεν είχαν να δείξουν τίποτε χρήσιμο, αφού ως αξιωματικοί παρουσιάζονταν στα στρατόπεδα μόνον για να κάνουν εκείνες τις ανόητες και άσκοπες επιθεωρήσεις των θαλάμων.

 Μας έκανε και άλλη φορά επιθεώρηση ο ίδιος Στρατηγός για τον ίδιο λόγο και από σύμπτωση αυτό τότε, από μένα ζήτησε να του δείξω αν ήταν καθαρές οι κάλτσες που φορούσα.

 Έβγαλα εγώ τα άρβυλα μου και όπως ήταν επόμενο, είδε αυτός ότι ήμουν ξυπόλητος, αφού δεν φορούσα κάλτσες αν και ήταν χειμώνας. Βλέποντας με ξυπόλητο όμως με μάλωνε.

 – Γιατί δεν φοράς τις κάλτσες σου εσύ; Τις χάλασες;

 – Όχι του είπα, δεν τις χάλασα. Τις έχω στο σακίδιο μου και είναι όλες καινούριες και έτσι όπως τις παρέλαβα.

 – Κατέβασε τες τώρα να τις δω, είπε αυτός αυστηρά.

 Κατέβασα το σακίδιο μου αφού μου το διέταξε και έβγαλα από μέσα τις κάλτσες μου. Όταν του τις έδειξα να είναι καθαρές και καινούριες όπως τις παρέλαβα, έλεγε με απορία.

 – Καλά, ποτέ σου δεν τις φόρεσες;

 – Όχι του είπα. Τα πόδια μου ιδρώνουν πολύ και ιδρωμένα τον χειμώνα με ενοχλούν οι χιονίστρες που έχω. Δεν φορώ ποτέ κάλτσες, γιατί χωρίς αυτές κρατώ τα πόδια μου στεγνά.

 Ξαφνιάστηκε αυτός με το μέτρο που βρήκα να αντιμετωπίσω το δικό μου πρόβλημα και προσπερνώντας με, με κοιτούσε αμίλητος.

 Εγώ όμως κάτι σκέφτηκα να του πω τότε.΄΄ Μα τώρα μ’ αυτήν την χαζή επιθεώρηση, κάνεις εσύ ως Στρατηγός το καθήκον σου απέναντι στην πατρίδα σου και απέναντι σ’ αυτούς τους μελλοντικούς οικογενειάρχες, τις οικογένειες των οποίων από τώρα έπρεπε να υπερασπίζεσαι; ΄΄

 Από φόβο όμως, μη τυχόν και παρατείνω από δικό μου λάθος την θητεία μου στον στρατό, τίποτε δεν του είπα. Έκανα καλά άραγε;

 Πολλές φορές το σκέφτηκα αυτό τότε και όχι μόνον, γιατί και όταν ήμουν πολίτης πλέον με απασχόλησε το ίδιο θέμα, ως συμπεριφορά υπευθύνου ανθρώπου και όταν το έφερνα στο μυαλό μου πάντοτε μετάνιωνα, γιατί δεν είπα σ’ εκείνο τον Στρατηγό αυτό που σκεφτόμουν, από φόβο μη δω έμπρακτα την βλακώδη του αντίδραση.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *